Ανύποπτες διευθύνσεις.

anyp_dieuthΟι παραγγελίες ερχόντουσαν σωρηδόν. Ήταν μία από εκείνες τις βροχερές ημέρες που δε δίσταζε να κορδώνεται γεμάτος αντικοινωνικότητα σε κάθε πόρτα που άνοιγε και η θαλπωρή της ζέστης -μαζί με διάφορα άλλα οικογενειακά σύνδρομα- τον έπαιρνε από τα μούτρα. Στα δρομολόγια πάνω στο παπί είχε μάθει να μετράει έναν-έναν τους σπόνδυλούς του. Από τον πόνο. Σήμερα είχε και έναν αφόρητο πονοκέφαλο. Στο μαγαζί το αφεντικό είχε πάρει το ύφος καρδινάλιου, χωρίς βέβαια αυτό να τον κάνει λιγότερο αντιπαθή απ΄όταν είχε το ύφος του αφεντικού. Στην τσίτα όλη η γραμμή παραγωγής. Η κουζίνα, τα σκαμπό γύρω από το τηλέφωνο, τα παπιά που προτού κρυώσουν μάρσαραν ήδη για το επόμενο δρομολόγιο. Η γαλότσα είχε τρυπήσει και δεν το είχε καταλάβει παρά μόνο όταν άφησε μία αριστοκρατική πατημασιά σε μία γούρνα στο δρόμο. Και εκεί, εκείνη τη στιγμή, εναπόθεσε και τη στεγνή του κάλτσα για το υπόλοιπο της βάρδιας. Μέσα στα νεύρα γιατί ήταν μέσα στα νερά, από την πατούσα μέχρι τις στάλες που κυκλώνανε τη μύτη του, ετοιμαζόταν για την επόμενη παραγγελία. Τάδε διεύθυνση, στο τάδε κουδούνι. Έψαχνε στις τσέπες του να βρει ένα 10ευρω για να πληρώσει το ταμείο. Ένα σωρό άχρηστα χαρτιά και χαρτάκια είχαν γίνει μία υγρή άμορφη μπάλα που διαλύοταν σιγά-σιγά σε χίλια, ξεβαμμένα από το μελάνι, κομματάκια. Τα ακουμπούσε στον πάγκο μπροστά του, εξαντλώντας την υπομονή του μαζί με τις πιθανότητες να ψάχνει το 10ευρω στη σωστή τσέπη. Το αφεντικό άπλωσε το χέρι στην χαρτούρα που είχε αραδιάσει. Απήγγειλε: Λεωνίδου και Θερμοπυλών, Μεταξουργείο. Ξεδοντιάστηκε γελώντας: τί είναι εκεί, ρε; κανένα μπουρδέλο που θα πας μετά τη δουλειά; Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε γκαζώνοντας. Οδηγούσε για κανα 10λεπτο αμίλητος. Πέρασε τη διεύθυνση που ήταν ο προορισμός του. Συνέχισε. Ένα μειδίασμα ζωγραφίστηκε τριγύρω από το πρόσωπό του. Μουρμούρισε: ναι ρε, θα πάω μετά τη δουλειά και όταν έρθει η ώρα θα κάνω μπουρδέλο την επιχείρησή σου.

Την επομένη το πρωί η βροχή είχε κοπάσει. Καλύτερα. Είχε να πάει να γραφτεί στο σωματείο του. Λεωνίδου και Θερμοπυλών. Μεταξουργείο.

Advertisements

Η επιθυμία γδυτή.

Erwin BlumenfeldΤο χαλί ήταν σα να είχε μόλις αδειάσει απάνω του η μισή ντουλάπα. Ή, για να αποφύγουμε τις υπερβολές, τα πιο ευκολόβγαλτα υφάσματα της φορεσιά τους. Κάμποσες αποχρώσεις του γκρι είχαν ταξινομηθεί στα συμμετρικά κουτάκια ενός, ραμμένου στο χέρι, καρό παλτού. Παραδίπλα, το μαύρο λινό φόρεμα δεν ήταν ακριβώς εκείνο το κομμάτι ύφασμα που θα μπορούσε να «ντύσει» μία ιστορία σαν αυτή εδώ. Σίγουρα, το άλλο που ήταν μέσα στην ντουλάπα, το λουλουδένιο, θα τραβούσε μία περισσότερο ρομαντική περιγραφή. Αλλά αυτός επέμενε στο μαύρο λινό. Απόψε δεν είχε ρομάντσα. Είχε κολλήσει η σκέψη του στον αισθησιασμό που έβγαζε όταν τύλιγε το κορμί της. Το είχε προσέξει μόλις πριν λίγα βράδυα. Το τυρκουάζ πλεκτό της είχε ακόμα το σημάδι από τη σιλικόνη των κατασκευών της προηγούμενης ημέρας. Κάπως έτσι είχαν ξεμείνει και διάφορα χρωματιστά κομμάτια χαρτονιού, συμμετρικά ή όχι δεν έχει σημασία, από ‘δώ και από ‘κει, σε διάφορες γωνιές του σπιτιού. Το λιωμένο γκρι υφασμάτινο παντελόνι του, τα μπατζάκια του για την ακρίβεια, φαινόταν η ιδανική κρυψώνα για ένα ζευγάρι καλτσες που είχαν ξεμείνει εκεί. Σαφής ένδειξη του γρήγορου τρόπου με τον οποίο βρέθηκε άδειο στο πάτωμα. Η μακό μαύρη μπλούζα, θύμα μίας σειράς τυχαίων εναποθετήσεων, είχε καταλήξει με τέτοιον τρόπο πλάι στο γκρι παντελόνι, που φαινόταν να σχηματίζουν ένα πτώμα σε μπρούμυτη θέση. Μία μικρή τρύπα στα αριστερά της μπλούζας, ένα ξήλωμα του υφάσματος δηλαδή λίγο πάνω από το σημείο της καρδιάς, θα μπορούσε να υποδηλώνει το αίτιο εάν πράγματι είχαμε ένα πτώμα μπροστά μας.

Ο καναπές ανάκατος. Με τη μυρωδιά της φρέσκιας στάχτης. Το λαμπατέρ τρεμόπαιζε, δεν έκανε καλή επαφή η πρίζα. Δύο χέρια χωμένα ανάμεσα σε δύο πόδια. Και άλλα δύο πόδια μπουρδουκλωμένα με άλλα δύο χέρια. Μία ακίνητη χορογραφία. Τα στριφτά τσιγάρα, από ένα σε κάθε ζευγάρι χεριών, είχαν σβήσει. Περίπου στο ίδιο μήκος. Τέσσερα μάτια κάρφωναν με επιμονή το ένα το άλλο. Το δεξί μάγουλό της είχε γύρει επάνω στο στήθος του. Και το αριστερό του μάγουλο επάνω στο κεφάλι της. Απροθυμία κίνησης. Στιγμιαίες εκατέρωθεν πιέσεις της στηθιαίας περιοχής μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο ως σκιρτήματα συναισθημάτων που έψαχναν τρόπο να εκδηλωθούν. Τα χείλη είχαν στεγνώσει. Επιζητούσαν ένα μαύρο ρούμι, περισσότερο και από φιλί. Απροθυμία ήχων. Μόνο η ανάσα τους. Μόνο η ανάσα τους. Τί; Τί; Μικρά ψελίσματα. Όχι δεν ήταν ήχοι, ήταν η αναζήτηση του ενός στην άλλη. Και βαθιά στον εαυτό τους.

Οι ματιές συναντήθηκαν στο χαλί. Ένα μωσαϊκό χρωμάτων, υφασμάτων. Θα μπορούσε να είναι μία εμπνευσμένη δουλειά για έναν ή μία σκηνογράφο. Ή ενδυματολόγο. Αλλά και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς κινήσεων που με ερωτική ακρίβεια οδηγούν δύο σώματα τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν η επιθυμία. Λάθος λέξη; Ήταν η επιθυμία. Αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να κερδίσει το χώρο της στα παιχνίδια του μυαλού. Άλλες φορές έβγαινε κερδισμένη, άλλες ηττημένη. Μάλλον είχε ακόμα δρόμο μπροστά της. Αλλά ένιωθε αισιόδοξη. Και πιστεύοντας ότι βλέπει πέρα από τη μύτη της. Ότι βλέπει την επιθυμία.

…so, if you have date in Constantinople she ‘ll be waiting in Istanbul

Προσπέραση.

me to fai ti tha kanoumeΠροχθές του είπαν ότι αδυνάτισε. Τον συμβούλεψαν να τρώει περισσότερο και καλύτερα. Η σκέψη τους προσπέρασε γρήγορα το ενδεχόμενο να μην έχει να φάει. Σωστά. Δεν έμοιαζε με ρακένδυτο σακάτη. Είχε την μπλε ταυτότητα. Δραστήριος κινηματικά. Συμμετείχε σε συλλογικότητες και κατέβαινε στις διαδηλώσεις. Είχε φίλους και φίλες. Είχε φίλους και φίλες που βγαίνανε. Είχε κορίτσι που το αγαπούσε και τον αγαπούσε λίγο. Μιλούσε, τακτικά θα μπορούσαμε να πούμε, με τους γονείς του στο τηλέφωνο. Θα τον έπαιρνε το μάτι σου στα μπαρ, χωρίς τη συντροφιά του αλκοόλ, χωρίς τις προϋποθέσεις δηλαδή να γίνει λογοτεχνικό αφήγημα.

Οπότε δεν μπορεί να μην είχε να φάει. Η Θεωρία δίδασκε ότι είναι αλλιώς αυτός που δεν έχει να φάει. Απογυμνωμένος κοινωνικά. Η Θεωρία δίδασκε ότι ένας που δραστηριοποιείται κινηματικά δεν μπορεί να μην μπορεί να φάει. Γιατί έτσι δεν είναι χορτάτος για να μιλήσει για τους πεινασμένους. Κοίτα πώς μας αρέσει να μιλάμε για τους άλλους.

Γάμα τη θεωρία. Με το φαΐ να δούμε τί θα κάνουμε…

Η ηθική της δυσαρέσκειας

ithiki_dysareskeiaΠερπατούσε αφηρημένος, αφημένος στις σκέψεις που του άφησε μία ακόμη συνέντευξη για δουλειά. Την τελευταία στιγμή απέφυγε το σκουντούφλημα μαζί τους. Κατεβαίνανε δυο-δυο τα σκαλιά του νεοκλασσικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Είχαν την εικόνα πεινασμένων. Όχι του πεινασμένου που έχει μέρες να φάει, αλλά αυτού που ήταν έτοιμος για γαστρονομικές αναζητήσεις στα εστιατόρια του κέντρου της Αθήνας. Το χιούμορ τους κοντοστάθηκε στην μαύρη μερσέντες που ήταν παρκαρισμένη στην είσοδο του κτιρίου. «Αυτό είναι δικό μας;», αναρωτήθηκε η γιάπικη γλώσσα, για να συναντήσει τα κουρδισμένα γέλια των υπολοίπων και να συνεχίσουν όλοι μαζί παρέα το δρόμο τους.

Οι σόλες από οκτώ λούστρινα παππούτσια σέρνανε την ηχό τους πάνω στο μάρμαρο της Αιόλου. Τέσσερα ατσαλάκωτα κουστούμια. Μοντέρνες γραβάτες -στο όριο μίας ασφυκτικής θηλιάς στο λαιμό- και προσεγμένες χωρίστρες πλαγιομετωπικά του κεφαλιού συμπληρώνανε την οπτική αναμόχλευση που είχε ξεκινήσει εδώ και ένα λεπτό.

Όλο αυτό το σκηνικό που έμοιαζε με σενάριο ταινίας η οποία άπτονταν της αισθητικής του ύστερου καπιταλισμού, άξαφνα ντύθηκε με απανωτά φάλτσα από το απέναντι πεζοδρόμιο. «Άχρηστοι», «δεν ξέρετε τί πάει να πει πείνα», «δεν έχετε ιδρώσει για να ζήσετε». Συνοδεία πολλών, μα πολλών, μουρμουρητών. Οι περαστικοί κοντοσταθήκανε. Γύρισαν τα βλέμματά τους. Περιεργάζονταν την πηγή των φάλτσων από πάνω μέχρι κάτω.

Κοντοστάθηκε και εκείνος. Έριχνε ματιές. Μία στο πεζοδρόμιό του, όπου τα τέσσερα μαύρα κουστούμια απομακρύνονταν με εκνευριστική αυτοπεποίθηση και περιπαιχτικά γέλια για τον απέναντι. Και μία στο απέναντι πεζοδρόμιο, στην μεσήλικη λούμπεν φιγούρα, που είχαν ήδη αρχίσει να την κυκλώνουν απανωτοί ήχοι: «έλα, τρελός είναι», «τσ, τσ, τσ…». Και πόσα άλλα ηχοποιημένα σημάδια του μικροαστικού καθωσπρεπισμού.

Ένιωσε μία ζεστασιά για τον τύπο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ίσως επειδή του θύμησε αυτά που συχνά ανεβαίνανε μέχρι τα χείλη του αλλά δεν γινόντουσαν έναρθροι φθόγγοι. Ίσως γιατί τον έβλεπε να κρατάει ζωντανές τις ταξικές κόντρες μέσα στην καθημερινή κίνηση. Ίσως και γιατί τα περίεργα βλέμματα που τον κύκλωσαν ένιωθε σα να τα είχε ξαναδεί κάποιο παλιό καλοκαίρι στην πλατεία Συντάγματος, ένα πολύ πιο πρόσφατο πίσω από την κάλπη του «όχι», στα σίγουρα κάθε βράδυ μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων.

Τελικά σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχει έναν ενδυματολογικός και ηθικός κώδικας για το ποιός ή ποιά μπορεί να εκφράζει το μίσος του, την αγανάκτισή του, δημόσια. Ο «παράταιρος», ο θαμώνας του κοινωνικού περιθωρίου δεν μπορεί να συναντήσει τον «κανονικό» ακόμα και στο πεδίο έκφρασης μίας αφηρημένης δυσαρέσκειας απέναντι σε καταστάσεις οι οποίες, όμως, αποτελούν για τον μεν βίωμα, για τον άλλον «εικόνα από το μέλλον» του. Και μέσα από την «απειλή που φαίνεται να έρχεται» συνέχονται μεταξύ τους. Τη στιγμή που αυτή «η εικόνα από το μέλλον» πάυει να είναι ένα σχήμα λόγου και εμφανίζεται με σάρκα και οστά, τίθεται εκ νέου στο περιθώριο, για να οριοθετήσει και να διαφυλάξει τον «κανονικό», αλλά σταθερά δυσαρεστημένο και αγανακτισμένο με την κοινωνική συνθήκη.

Το είχε ρίξει στην θεωρία χωρίς να το πολυκαταλάβει. Είχε φτάσει στον ηλεκτρικό και οι πόρτες του συρμού άνοιξαν διάπλατα περιμένοντας την είσοδό του. Κούρνιασε σε μια γωνιά, όρθιος, παίζοντας με τις ημιαντανακλάσεις στο τζάμι. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή. Δεν αντέχω. Με έχει γαμήσει». Και χριστοπαναγίες. Πολλές χριστοπαναγίες, σε όλες τις δυνατές παραλλαγές. Η φιγούρα απέναντί του. Πονεμένο βλέμμα. Και δουλεμένο από τα χρόνια δέρμα. Άλλος ένας «παράταιρος». Από αυτούς που δεν το παίζουν θεούσοι στο καφενείο και φορτώνουν με γαμωσταυρίδια τη γυναίκα τους στο σπίτι. Από αυτούς που δεν τους κυνηγάει ο χρόνος. Που ζουν την μεταφορά και δεν τους κυνηγάει ο προορισμός και το στρίμωγμα για να προλάβουν να κατέβουν σε αυτόν. Είναι αυτές οι μικρές συμπεριφορές για τις οποίες θα τους ονοματίσουν «τρελούς»… «Ποια στάση είναι εδώ βρε φίλε»; «Μοναστηράκι»… … … «Μοναστηράκι». Θα πεταχτεί ξαφνικά προς την έξοδο ξεγελώντας την πόρτα που είχε αρχίσει να κλείνει. «Καλό δρόμο», του φώναξε απ΄έξω. Και τον χαιρέτησε ναυτικά.

First we take Manhattan

http://www.nowness.com/iframe?id=4369751176001

Τόπου ήχος.

topou_hxosΔεν μπορείς να πεις ότι λυσσομανούσε ο αέρας αυτή τη νυχτιά αλλά το ψοφόκρυό του το είχε. Ή τουλάχιστον είχε αυτό το κρύο που σου επέτρεπε να συνομιλείς με τα χνώτα, που σε κάθε ανάσα ξεκινούσαν μία διαδρομή από βαθιά τα πνευμόνια για να καταλήξουν να κολλήσουν στα μούτρα σου. Ή αλλιώς, αυτό το κρύο, με το οποίο τα ακροδάκτυλα δυσκολεύονταν να στρίψουν αξιοπρεπώς το τσιγαρόχαρτο. Αραιά τα παπούτσια που πάφλαζαν στην λακούβα απέναντι από την είσοδο του ηλεκτρικού. Δεν ήταν μόνο το κρύο. Στην πραγματικότητα ίσως δεν ήταν καν το κρύο. Ήταν το ψιλόβροχο που άπλωνε μία θαμπάδα σε όλη την μέρα και κράμπες στο κορμί του προκαλώντας αλλόκοτους ηλικιακούς συνειρμούς. Έγειρε στο κάγκελο με ύφος αποκαμωμένου θαλασσόλυκου, έπιασε την κασετίνα καρέλια που ήταν πάνω-πάνω στην τσέπη του και άναψε ένα τσιγάρο.

Αυτό το βράδυ δεν σκόπευε να το περάσει σαν γυρολόγος, ούτε των δρόμων της Αθήνας ούτε της ζωής. Απλά έκανε μία βόλτα για να ξελαμπικάρει από την απραξία της ημέρας. Σκεφτόταν ότι μπορείς να γίνεις ένας αδιάφορος τύπος εάν αρχίσεις να χάνεις το ενδιαφέρον σου για την καθημερινότητα. Να σκέφτεσαι, να γεύεσαι, να δημιουργείς. Ακόμα και το άγχος του φαινόταν ενδιαφέρον σαν προοπτική μπροστά στην μονοτονία ενός νερόβραστου πρωινού ξυπνήματος, σαν τον τούρκικο καφέ που συχνά-πυκνά κατέβαζε από το γκάζι. Τώρα, μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή της ημέρας του ήταν να παρακολουθεί αδιάφορους τύπους να περπατούν μπροστά του.

Η ερημιά του μυαλού του είχε απλώσει το βασίλειό της πάνω από τον σταθμό του τρένου. Ένας περίεργα για την ώρα ντυμένος τύπος, κουστουμαρισμένος, έβγαινε από μία καβατζωτή πόρτα. Ο σεκιουριτάς από πίσω, με ένα μυστικοπαθές ύφος αποτυχημένου κρεοπώλη, την κλείδωνε βαριεστημένα. Δύο ξεδοντιασμένες καληνύχτες σκόρπισαν τριγύρω από μία ξαφνική κατεβασιά του αέρα. Πιτσιλίσματα νερού και αλλόκοτες γλώσσες από το σιδηρούν παραπέτασμα συνόδευαν το συνεργείο καθαρισμού που είχε πιάσει δουλειά. Οι τελευταίοι συρμοί είχαν περάσει κάμποση ώρα πριν, τα άσπρα φώτα είχαν ξεμείνει ωσάν ο τελευταίος επιβάτης που ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες να είχε αμελήσει να κατεβάσει τον διακόπτη. Τα μεγάφωνα είχαν βγάλει έναν λυτρωτικό σκασμό. Ούτε απαγορεύσεις, ούτε αφηρημένα «προσοχή».

Τον λαβύρινθο του αυτιού του τον γαργάλησε ένας ήχος. Ερχόταν από τα ακριανά σκοτάδια της αριστερής αποβάθρας. Εκεί το ρολόι είχε σταματήσει στις τέσσερις και είκοσι το ξημέρωμα. Ένα μισοσκισμένο εισιτήριο είχε ξεμείνει όρθιο πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα, πεισματικά κόντρα στα ξεσπάσματα του αέρα, όπως πεισματικά όλη την ημέρα περνούσε από χέρι-σε-χέρι επιβατών που δεν είχαν συνταιριάξει με την κανονικότητα των νόμων. Ανά διαστήματα ο ήχος στροβιλίζονταν γύρω του, έπαιζε κρυφτούλι με τους σκιερούς διαβάτες, επέστρεφε και τρυπούσε το πρόσωπό του προκαλώντας μία διαστολή στις κόρες των ματιών του και χανόταν ακολουθώντας τις μεταλλικές ράγες. Ήταν ο ήχος του τσέλου. Ήταν ο ήχος του βιολιού. Ήταν ο ήχος της εκκωφαντικής σιωπής ενός τόπου που ξαποσταίνει προτού σε λίγες ώρες γίνει ξανά απλά ένα αδιάφορο πέρασμα. Ήταν ο ήχος που άφηνε πίσω του ένα ζευγάρι κίτρινα γάντια τρίβοντας τα πατώματα και χαρίζοντας απλόχερα μηνίσκους στα γόνατα. Ήταν ο ήχος της τρύπιας σόλας ενός ρακένδυτου σακάτη που είχε εντρυφήσει στην ανθρωπολογία-του-κάδου-σκουπιδιών για να βγάλει το μεροκάματο. Ήταν και ο ήχος του 32άρη που περίμενε ανυπόμονος στο ραντεβού την 38αρα, σαν να ήταν η πρώτη φορά που θα της χάριζε τα πιο τρυφερά γυρολόγια.

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν συνέβη γιατί ήταν σε μία τέτοια διάθεση, αλλά του φάνηκε ότι ο ήχος που άκουγε ήταν αυτός του «In the mood for love».

Μια κλεμμένη μέρα.

klemmeni_meraΗ μέρα του ξεκίνησε φορτωμένη με κάμποσες λέξεις που είχε μαζέψει στο στόμα. Είχαν ξεμείνει από το προηγούμενο βράδυ. Εκεί, βαριά δύο το πρωί, η σκιά του φίλιωνε με το πλακόστρωτο του πεζόδρομου, σερνάμενη ανάμεσα στα ανακατεμένα φύλλα ενός καθυστερημένου φθινοπώρου. Το στόμα του κερνούσε πειράγματα στο φεγγάρι. Και τα ακροδάκτυλά του χάρτινες καρδιές σε ένα ζευγάρι ματιών που στεκόταν στο ύψος τους, γέρνοντας -τρυφερά και ακούραστα- στο στέρνο του.

Η μέρα του ξεκίνησε φορτωμένη με κάμποσες λέξεις που είχε μαζέψει στο στόμα του. Το φεγγάρι λίγες ώρες νωρίτερα τελικά δεν είχε διάθεση για πειράγματα. Το εξομολογήθηκε στο χρώμα της ανατολής, μαζί με την βολική συμβουλή ότι κάποιες φορές είναι καλύτερα να φιλάς παρά να μιλάς. Το ίδιο του είχαν ψιθυρίσει και τα χείλη του το προηγούμενο βράδυ, ενώ αραιά και που βρέχονταν με ένα κονιάκ 5 αστεριών. Τα μάτια του είχαν, επίσης, συμφωνήσει. Είχαν στήσει ένα θεατρικό παιχνίδι πίσω από την τζαμαρία, ανάμεσα στη συρόμενη πόρτα και κάγκελα που συναντάς σε τέτοια industrial κτίρια. Δημιουργούσαν τεθλασμένες γραμμές πίσω από βότκες, ρούμια και ουίσκι. Και κατέληγαν σε ένα ζευγάρι ματιών, ταιριαστό σε εκείνη τη γωνιά, με φορεμένο χαμόγελο και τυλιγμένο σε τυρκουάζ αποχρώσεις.

Όλοι συμφωνούσαν… Μα όλοι συμφωνούσαν… Δεν πολυκατάλαβε τί πήγε στραβά και η μέρα του σήμερα κουβαλούσε τέτοιο φόρτο. Ίσως η στιγμιαία αδυναμία σε εκείνο το μπαρ να αρπάξει όλα τα στοιχειά και να τα θέσει σε κίνηση. Ίσως η ασφάλεια του περιβάλλοντος που τον έκανε να αραδιάσει άγαρμπα την κούραση της μέρας που είχε προηγηθεί, και που τον είχε κάνει να μοιάζει με ανολοκλήρωτο περίγραμμα χωρίς γέμισμα. Ίσως και η ευαισθησία του φεγγαριού αυτή τη νυχτιά, παρόμοια με εκείνη της άμμου που δεν αφήνει ούτε το αγέρι να περάσει από πάνω της χωρίς να αφήσει σημάδια.

Αυτό το πρωινό ο φθινοπωρινός ήλιος έστεκε καμαρωτός σαν τα μωβ άνθη του κυκλάμινου. Εκείνος δεν επιζητούσε το πολύ φως, αλλά χάρισε στον εαυτό του μια απλόχερη καθισιά στο μαρμάρινο προσκεφάλι ενός δίπατου νεοκλασικού του υπουργείου του πολιτισμού. Έβρεχε αμήχανα τη γλώσσα του με έναν πικρό διπλό εσπρέσσο και κάθε τόσο την έβγαζε στον ήλιο ευελπιστώντας να καυτηριάσει μερικές από τις λέξεις που την είχε φορτωμένη. Δεν πρέπει να τα κατάφερε πολύ καλά γιατί σύντομα έπιασε τον εαυτό του να αναζητά ίσκιο να κρυφτεί. Ένα γέλιο του ξέφυγε και στάθηκε στο λαιμό του, αντιλαμβανόμενος ότι η μέρα του ήταν μία φάρσα σαν αυτή της ιστορίας. Αλλά και της ιστορίας που άνοιξε με φεγγάρι και θα την λύνανε οι δυό τους στον κατάλληλο χρόνο. Σίγουρα με φεγγάρι.

Έπρεπε να σκοτώσει τις ώρες του μέχρι ότου να πάει ακάλεστος στο ραντεβού της μέρας με τη νύχτα. Σίγουρα ένας ολόκληρος καπνός drum -συνυπολογίζοντας και το χρόνο του στριψίματος- ήταν ένας αξιοπρεπής τρόπος για να σκοτώσει τον χρόνο του. Για να δώσει λίγη ακόμη παράταση στο μερίδιο από το ρολόι που θα έπαιρνε το κάπνισμα, επέλεξε τα θαλασσί χαρτάκια που σβήνουν συχνά. Στο ενδιάμεσο, περισσότερο από τους αλλόκοτους ήχους και λιγότερο από επιλογή, γέμισε με κάποιο καλομαγειρεμένο φαγητό το στομάχι του. Το πόσο καλομαγειρεμένο ήταν το φαγητό δεν το αντιλήφθηκε. Μέσα στη ντουμανιασμένη κουζίνα η γεύση του τσιγάρου υπήρχε στα νύχια, στα χείλη και στον αέρα. Και μάλλον και στον οισοφάγο του.

Μία ΙΟΝ-γκοφρέτα-σοκολάτα-γάλακτος-με-φουντούκια προσγειώθηκε απρόσμενα στο παραθύρι του για να του υπενθυμίσει το ραντεβού του. Ήταν απροετοίμαστος, αλλά προετοιμασμένος ήδη από το προηγούμενο βράδυ. Αυτή τη φορά φίλιωσε με τη δροσιά της σιωπής. Έδωσε χώρο στα στοιχειά του, στα χείλη, στα μάτια. Δεν γλίστρησε μακρυά από τη συγνώμη. Στο φως της σελήνης, το ανακάτεμα των σκιών, έδωσε μία θεατρικότητα στη στιγμή. Ξαναμέτρησε πόσες παλάμες ήταν η πλάτη της. Ψηλάφησε την ελιά της στα αριστερά. Παραμέρισε την φράτζα για να φιλήσει το μέτωπό της. Σκέφτηκε να την ξεντύσει από το χαμόγελό της για να το φορέσει αυτός, αλλά θυμήθηκε ότι κάπου είχε και αυτός ένα και το είχε παραμερίσει. Ακούμπησε το αριστερό του στέρνο για να νιώσει τον πόνο και να θυμηθεί στιγμές. Και οι λέξεις που είχε μαζεμένες στο στόμα του έγιναν αυτές εδώ οι γραμμές πάνω σε ένα σαμουά των 120 γραμμαρίων.

Με αυτόν τον ήχο.

Αν-ήσουν-η-χορεύτρια-που-μου-άρεσε…

με αυτή τη μουσική…

Ακροδάκτυλα, ετοιμόρροποι σοβάδες, ταλαντεύσεις.