Βιτρώ αντανακλάσεις

mpenakiΜε τα χίλια ζόρια κατάφερε και βρήκε μία μισοσπασμένη ομπρέλα αφημένη ποιός ξέρει από πότε κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Όχι ότι δεν ήταν σίγουρη ότι κάπου-εκεί-ήταν, αλλά το πέρασμα από την υπόθεση στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν μία διαδικασία αγχωτική. Η καταιγίδα ήταν ξαφνική, όχι μόνο γιατί ήμασταν στις πρώτες μέρες ενός καλοκαιριού που είχε μπει βδομάδες τώρα, αλλά και γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό να ρίξει μία ματιά στην μετεωρολογική πρόβλεψη της ημέρας. Η ομπρέλα διόλου δεν τη βοήθησε να διασχίσει στεγνή την Πειραιώς και να φτάσει στην είσοδο του μουσείου. Τουλάχιστον από το γόνατο και κάτω. Το φουστάνι της ήταν σαν ένα βιτρώ. Μία πανδαίσια ζεστών χρωμάτων ταιριασμένα μεταξύ τους που σε άφηναν να διαπερνάς την ομορφιά του κορμιού της και το άγχος του βλέμματός της.

Τελευταίες ματιές λεπτομέρειας στο έργο που βρίσκοταν σε μία γωνιά της έκθεσης. Τυπώματα και απομεινάρια μίας εγκατάστασης που κρατούσε ζεστή μέσα της την ανάμνηση της γιαγιάς που σκοτώθηκε στην πορεία των Χιλιών Αμάχων. Λίγο σίδερωμα του πανιού στην κάτω δεξιά άκρη, η σπαζοκεφαλιά της τοποθέτησης μίας Σίνγκερ στο χώρο. Όλα φαίνοταν έτοιμα. Περιμένανε τους πολιτιστικούς φίλους του Μπενάκη. Αυτούς που είχαν ξοδέψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο χρόνο μπροστά στο καθρέπτη για το τί ρούχο να φορέσουν, ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό. Και τώρα τριγυρνούσαν με ύφος εκατό καρδινάλιων της τέχνης ανάμεσα στα έργα. Και πού και πού έβρεχαν με λίγο λευκό κρασί το ύφος τους, για να μοιάζουν δροσεροί και βλοσυροί.

Βαβούρα. Δεν της αρέσανε τα εγκαίνια των εκθέσεων. Καθωσπρεπισμοί. Άσε που τώρα θα έπρεπε να επιχειρηματολογήσει και για τον εμφύλιο. Τουλάχιστον να ήξερε ότι δεν θα είχε απέναντί της απλά φλύαρες γλώσσες, πάει και έρχεται.

Τις προηγούμενες μέρες, κατά τη διάρκεια του στησίματος, η αίθουσα είχε μία άλλη ζωντάνια. Δεν ήταν απλά η χαρά που κρυφοέπαιζε με την κούραση όταν κοιτούσες τα μάτια της. Ήταν τα ψαλίδια και οι κλωστές αραδιασμένα στο ξύλο του πατώματος. Οι καφέδες που πήγαιναν και έρχοταν. Οι αρπαχτές για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, το οποίο συνήθως έμενε μισό γιατί κάτι θα προέκυπτε να γίνει εκείνη τη στιγμή. Η σιδερώστρα που επέφερε μία διακριτική ανησυχία στους επιμελητές του μουσείου. Καλά-καλά δεν είχαν χωνεύσει την παρουσία στο χώρο μίας ραπτομηχανής. Τα προβληματισμένα βλέμματα, τα συνοφρυωμένα φρύδια, τα φουσκωμένα χείλη, τα διαπεραστικά γέλια.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε με μία σέπια γεύση στα χείλη της. Αναλογίστηκε τη ζωντάνια που κουβαλάει το απρόβλεπτο στη διαδικασία του κάθε στησίματος και κατέληξε -χωρίς να είναι και απόλυτη, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν ένα χαρακτηριστικό της- ότι η κίνηση είναι αυτή που την κρατάει ζωντανή και όχι η κατάληξη, το αποτέλεσμα. Αυτό το λογάριαζει πάντα σα μία σύντομη στάση, για να ξαποστάσει και να συνεχίσει. Γι΄αυτό και ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Γιατί βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μπορούσε να συνεπάρει και εσένα μαζί.

Γι΄αυτό.

Advertisements

Athens zine fest

azf_2016-poster-jnegriΤί είναι φανζίν; Μόδα; Πρακτική; Ανάγκη; Αν κάποια ψαχτεί να μάθει για τα φανζίν και την ιστορία τους, ελπίζουμε να καταλάβει ότι αυτό που κρατάει στα χέρια της δεν είναι τέτοιο. Ίσως θελήσει κιόλας να φτιάξει ένα φανζίν, χωρίς ISBN/ISSN ή παρόμοιου τύπου κωδικούς αρχειοθέτησης, χωρίς διαφημίσεις, χωρίς ιλουστρασιόν εκτύπωση. Κάτι το οποίο θα μοιράσει αδιαμεσολάβητα και έξω από τα επίσημα δίκτυα διανομής, δημιουργώντας μια απευθείας επαφή με τον αναγνώστη. Αυτά τα κριτήρια έχουμε και στο zinefest. Φανζίν με την ειλικρινή και αθώα έννοια της λέξης και όχι μασκαρεμένα πορτφόλιος και βιβλία που δεν βρήκαν εκδοτικό.

http://athens.zinefest.gr/#

* σε αυτό το ραντεβού των αυτοεκδόσεων θα βρίσκεται και η Σεμπριά. Με την παρέα της Περήφανης Κοσταρίκας, της Σανγκάης και αρκετών ακόμα φίλων.

Πλατεία Βικτωρίας. Πλατεία κοινωνικοποίησης.

victor-englishΚάπου εκεί, κάτω από την Πατησίων και πάνω από τη Λιοσίων, η πλατεία Βικτωρίας παραμένει ζωντανή. Τον τελευταίο καιρό, μπορεί να μην κουβαλάει στις πλάκες της, στα παρτέρια και στα παγκάκια δακρύβρεχτες ιστορίες προσφυγιάς που να μοντάρονται σε φιλάνθρωπα μηντιακά πλάνα, αλλά κουβαλάει ζωντανές ιστορίες προσφυγιάς, ιστορίες πόνου, θυμού, σεβασμού, αναζήτησης, οργάνωσης και εφευρητικότητας. Η πλατεία αποτελεί τόπο κοινωνικοποίησης και συνάντησης, κατά βάση μεταναστών αφγανικής καταγωγής. Μεταναστών και μεταναστριών για τους οποίους η πλατεία τώρα δεν είναι ακριβώς το σπίτι που τους κοιμίζει. Αυτό είναι κάποιο ανοιχτό κέντρο κράτησης. Και ερχόμενοι κάθε μέρα εδώ, κουβαλούν τις εμπειρίες τους και τις αφηγήσεις τους από αυτά τα κέντρα στα οποία η αστυνομία και ο στρατός απαγορέυει την είσοδο σε οποιονδήποτε πέρα από τους εγκλείστους και τις οργανώσεις διαχείρισής τους.

Εάν καθίσεις μαζί τους και πιάσεις την κουβέντα θα σου αραδιάσουν ένα μωσαϊκό από λόγους για τους οποίους συναντώνται καθημερινά στην πλατεία. Στη συγκεκριμένη πλατεία. Στη Βικτώρια. Γιατί δεν μπορούν να μείνουν στη φυλακή του Ελληνικού, γιατί εδώ μαθαίνουν νέα από την πατρίδα, γιατί εδώ ακούνε και μιλάνε τη γλώσσα τους, εδώ βλέπουνε την φτιαξιά τους στον απέναντι, γιατί εδώ μαθαίνουν για τα σύνορα και τις πιθανότητες να ανοίξουν, γιατί εδώ θα αναζητήσουν τα ψεύτικα χαρτιά για να δοκιμάσουν να φτάσουν στον προορισμό τους, γιατί εδώ είναι τα μαγαζιά τους, γιατί εδώ μαθαίνουν αγγλικά.

Εδώ μαθαίνουν αγγλικά; Ναι. Ή τουλάχιστον εδώ μάθαιναν μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου 30 Απρίλη. Τότε, οι μπάτσοι που τριγυρνάνε κάθε μέρα εκεί, αποφάσισαν να προσάγουν τις δύο δασκάλες που είχαν καθήσει με την «τάξη» τους στο πλακόστρωτο της κάτω αριστερής γωνίας της πλατείας, γιατί ο τσιφ έχει δώσει εντολή να μην στέκονται μετανάστες πάνω σε αυτήν. Η πλατεία πρέπει να είναι καθαρή. Τα όργανα της τάξης ήξεραν όταν ειρωνεύονταν τις ευρωπαίες δασκάλες γιατί μαθαίνουν αγγλικά στους αφγανούς και όχι στους έλληνες. Ήξεραν ότι το να μην ξέρεις μια γλώσσα σε αυτή τη γαμημένη χώρα που να μπορεί να σε θέτει σε τροχιά επικοινωνίας με τους γύρω σου σε κάνει πιο ευάλωτο, πιο υποτιμημένο, πιο φοβισμένο, πιο μόνο, πιο ξένο. Και αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι μόνο να ξεριζώσουν οποιοδήποτε υποψία κοινωνικής συναναστροφής αυτών των ανθρώπων σε ένα δημόσιο χώρο. Αλλά να τους κάνουν να νιώθουν συνεχώς συναισθηματικά μόνοι, χαμένοι.

Έλα, όμως, που την εφευρητικότητα τη συναντάς καθημερινά στα μυαλά και στις πράξεις των ανθρώπων της πλατείας. Όπως συναντούσες και τους ανθρώπους που στο χέρι τους βαστούσαν συνεχώς ένα σημειωματάριο που στις σελίδες του είχε σκαλισμένα φαρσί πλάι σε αγγλικά.

Η εφευρητικότητα είναι όπλο. Η επιθυμία και η ανάγκη θα αναζητήσουν διεξόδους.

Για την κυκλοφορία των αυτοεκδόσεων #2

exofilo 4_kostarika

«Περήφανη Κοσταρίκα», κυκλοφορεί το 4ο τεύχος, Μάρτιος 2016 (άσπρο-μαύρο, 32 σελίδες, Α5, φωτοτυπίες). Όποιος θέλει να ψαχτεί για το όνομα ας ανατρέξει στα τέλη Ιουνίου του 2014, στην «αρένα περναμπούκο» και κάτι θα καταλάβει…

Για την κυκλοφορία των αυτοεκδόσεων #1

kykloma1

Κύκλωμα. Γενάρης 2016. Χέρι με χέρι. Από φιλικά χέρια και μυαλά.

[άσπρο-μαύρο, Α5, 40 σελίδες, φωτοτυπία]

Πολύγλωσσος έρωτας.

Καθόταν κάποια ώρα στην πλατεία Βικτωρίας και η ορατή συνέπεια μίας συνάντησης που είχε καθυστερήσει ήταν ένα, μάλλον καθυστερημένο, γαργαλητό που είχε αρχίσει να νιώθει στο φάρυγγά του. Είχε επιλέξει αυτό το παγκάκι που ήταν αντίκρυ από την έξοδο του ηλεκτρικού σταθμού. Προς Πειραιά. Παρατηρούσε τους αφηρημένους περιπατητές της πόλης. Δοκίμαζε το μυαλό του με σπαζοκεφαλιές από ποιό κτίριο να έρχονται και σε ποιό κτίριο να πηγαίνουν. Κολλούσε με τις λεπτομέρειες των ρούχων τους. Μία κλωστή κρεμόταν εκεί, ένα μισοραμμένο κουμπί λίγο παραπάνω. Αλλά πεισματικά δεν έβαζε τον σκούφο του, ούτε σήκωνε τον γιακά του παλτού του. Δεν ήθελε να δώσει μια εικόνα «οχύρωσης» από τους πολύγλωσσους τύπους που κυκλοφορούσαν γύρω του. Θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα αντιρατσισμού. Τον έβλεπαν εξάλλου, έστω και φευγαλέα, τόσα μάτια που έβγαιναν από τις σκάλες του τρένου.

Δίπλα του καθόταν ένας τέτοιος πολύγλωσσος τύπος, με όχι πολύ περισσότερη εμπειρία από 20 χρόνια ζωής, και που δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Κρατιόταν ζεστός από τα ακραία-καιρικά-φαινόμενα για τα οποία μας είχαν ζαλίσει τις προηγούμενες ημέρες οι μετεωρολόγοι και ας μην είχε ακούσει αυτός τίποτε γι΄ αυτά. Κοιτούσε αφηρημένος στο βάθος, προς το άλλο παγκάκι όπου είχαν στριμωχτεί πέντε γερόντια και ας υπήρχαν θέσεις άδειες δίπλα μας. Δεν φανταζόταν να του περνούσε από το μυαλό ότι τα πέντε γερόντια μπορεί να ήταν λίγο ρατσιστές. Εκείνου ήταν το πρώτο πράγμα που του πέρασε βλέποντάς τους να στριμοκωλιάζονται λες και απέναντι από εκείνο το παγκάκι να ήταν η μόνη ανοιχτή τηλεόραση που θα έπαιζε το «καλημέρα ζωή».

Μετά από κανα 20λεπτο που ο καθένας τους κοιτούσε εκεί που ήθελε να κοιτάξει και μόνο κάτι εκατέρωθεν μισολοξές ματιές θυμίζανε ότι καθόντουσαν δίπλα-δίπλα, μία κοπέλα πλησίασε την πολύγλωσση μεριά του παγκακίου. Είχαν την οικειότητα του κοινού τόπου και της κοινής μοίρας. Είχαν την αυτοπεποίθηση των κοινών βιωμάτων. Η απαλή γκρίζα μαντήλα της χώθηκε κάτω από τον σκούφο του νεαρού. Έγειρε το κεφάλι της στον λαιμό του, ξετύλιξε με φιδίσεις κινήσεις το κασκόλ και άρχισε να του ψιθυρίζει τραγουδιστά τα πιο όμορφα αραβικά ερωτόλογα που είχαν ακούσει ποτέ τα παγκάκια της πλατείας. Τί κι αν δεν καταλάβαινε τη γλώσσα; Ένιωσε να γίνεται ραβασάκι των σχολικών χρόνων στις τσέπες πιτσιρικάδων που μόλις είχαν δει στο σινεμά το «A girl walks home alone at night». Του φάνηκε ότι είδε τους επιβάτες του ηλεκτρικού να στήνουν αυτοτελείς χορογραφίες στους ρυθμούς των ψιθύρων. Τα περιστέρια της πλατείας κυκλώνανε τη μουσική, και η μουσική τετραγώνιζε τις γωνίες όπου θα πηγαίνανε να θορυβήσουν. Έγινε ένα faber castell 2Β που μισοσκάλιζε στο χαρτί τους φθόγγους που γίνοταν εκείνος ο υπέροχος ήχος που άκουγε. Είδε τα παιδιά που καθόντουσαν δίπλα του να σβήνουν το τραγούδι αγγίζοντας τα χείλη τους, μπερδεύοντας τα ακροδάκτυλά τους και καταλήγοντας σε μία τρυφερή, τρυφερή αγκαλιά.

Ανύποπτες διευθύνσεις.

anyp_dieuthΟι παραγγελίες ερχόντουσαν σωρηδόν. Ήταν μία από εκείνες τις βροχερές ημέρες που δε δίσταζε να κορδώνεται γεμάτος αντικοινωνικότητα σε κάθε πόρτα που άνοιγε και η θαλπωρή της ζέστης -μαζί με διάφορα άλλα οικογενειακά σύνδρομα- τον έπαιρνε από τα μούτρα. Στα δρομολόγια πάνω στο παπί είχε μάθει να μετράει έναν-έναν τους σπόνδυλούς του. Από τον πόνο. Σήμερα είχε και έναν αφόρητο πονοκέφαλο. Στο μαγαζί το αφεντικό είχε πάρει το ύφος καρδινάλιου, χωρίς βέβαια αυτό να τον κάνει λιγότερο αντιπαθή απ΄όταν είχε το ύφος του αφεντικού. Στην τσίτα όλη η γραμμή παραγωγής. Η κουζίνα, τα σκαμπό γύρω από το τηλέφωνο, τα παπιά που προτού κρυώσουν μάρσαραν ήδη για το επόμενο δρομολόγιο. Η γαλότσα είχε τρυπήσει και δεν το είχε καταλάβει παρά μόνο όταν άφησε μία αριστοκρατική πατημασιά σε μία γούρνα στο δρόμο. Και εκεί, εκείνη τη στιγμή, εναπόθεσε και τη στεγνή του κάλτσα για το υπόλοιπο της βάρδιας. Μέσα στα νεύρα γιατί ήταν μέσα στα νερά, από την πατούσα μέχρι τις στάλες που κυκλώνανε τη μύτη του, ετοιμαζόταν για την επόμενη παραγγελία. Τάδε διεύθυνση, στο τάδε κουδούνι. Έψαχνε στις τσέπες του να βρει ένα 10ευρω για να πληρώσει το ταμείο. Ένα σωρό άχρηστα χαρτιά και χαρτάκια είχαν γίνει μία υγρή άμορφη μπάλα που διαλύοταν σιγά-σιγά σε χίλια, ξεβαμμένα από το μελάνι, κομματάκια. Τα ακουμπούσε στον πάγκο μπροστά του, εξαντλώντας την υπομονή του μαζί με τις πιθανότητες να ψάχνει το 10ευρω στη σωστή τσέπη. Το αφεντικό άπλωσε το χέρι στην χαρτούρα που είχε αραδιάσει. Απήγγειλε: Λεωνίδου και Θερμοπυλών, Μεταξουργείο. Ξεδοντιάστηκε γελώντας: τί είναι εκεί, ρε; κανένα μπουρδέλο που θα πας μετά τη δουλειά; Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε γκαζώνοντας. Οδηγούσε για κανα 10λεπτο αμίλητος. Πέρασε τη διεύθυνση που ήταν ο προορισμός του. Συνέχισε. Ένα μειδίασμα ζωγραφίστηκε τριγύρω από το πρόσωπό του. Μουρμούρισε: ναι ρε, θα πάω μετά τη δουλειά και όταν έρθει η ώρα θα κάνω μπουρδέλο την επιχείρησή σου.

Την επομένη το πρωί η βροχή είχε κοπάσει. Καλύτερα. Είχε να πάει να γραφτεί στο σωματείο του. Λεωνίδου και Θερμοπυλών. Μεταξουργείο.

Η επιθυμία γδυτή.

Erwin BlumenfeldΤο χαλί ήταν σα να είχε μόλις αδειάσει απάνω του η μισή ντουλάπα. Ή, για να αποφύγουμε τις υπερβολές, τα πιο ευκολόβγαλτα υφάσματα της φορεσιά τους. Κάμποσες αποχρώσεις του γκρι είχαν ταξινομηθεί στα συμμετρικά κουτάκια ενός, ραμμένου στο χέρι, καρό παλτού. Παραδίπλα, το μαύρο λινό φόρεμα δεν ήταν ακριβώς εκείνο το κομμάτι ύφασμα που θα μπορούσε να «ντύσει» μία ιστορία σαν αυτή εδώ. Σίγουρα, το άλλο που ήταν μέσα στην ντουλάπα, το λουλουδένιο, θα τραβούσε μία περισσότερο ρομαντική περιγραφή. Αλλά αυτός επέμενε στο μαύρο λινό. Απόψε δεν είχε ρομάντσα. Είχε κολλήσει η σκέψη του στον αισθησιασμό που έβγαζε όταν τύλιγε το κορμί της. Το είχε προσέξει μόλις πριν λίγα βράδυα. Το τυρκουάζ πλεκτό της είχε ακόμα το σημάδι από τη σιλικόνη των κατασκευών της προηγούμενης ημέρας. Κάπως έτσι είχαν ξεμείνει και διάφορα χρωματιστά κομμάτια χαρτονιού, συμμετρικά ή όχι δεν έχει σημασία, από ‘δώ και από ‘κει, σε διάφορες γωνιές του σπιτιού. Το λιωμένο γκρι υφασμάτινο παντελόνι του, τα μπατζάκια του για την ακρίβεια, φαινόταν η ιδανική κρυψώνα για ένα ζευγάρι καλτσες που είχαν ξεμείνει εκεί. Σαφής ένδειξη του γρήγορου τρόπου με τον οποίο βρέθηκε άδειο στο πάτωμα. Η μακό μαύρη μπλούζα, θύμα μίας σειράς τυχαίων εναποθετήσεων, είχε καταλήξει με τέτοιον τρόπο πλάι στο γκρι παντελόνι, που φαινόταν να σχηματίζουν ένα πτώμα σε μπρούμυτη θέση. Μία μικρή τρύπα στα αριστερά της μπλούζας, ένα ξήλωμα του υφάσματος δηλαδή λίγο πάνω από το σημείο της καρδιάς, θα μπορούσε να υποδηλώνει το αίτιο εάν πράγματι είχαμε ένα πτώμα μπροστά μας.

Ο καναπές ανάκατος. Με τη μυρωδιά της φρέσκιας στάχτης. Το λαμπατέρ τρεμόπαιζε, δεν έκανε καλή επαφή η πρίζα. Δύο χέρια χωμένα ανάμεσα σε δύο πόδια. Και άλλα δύο πόδια μπουρδουκλωμένα με άλλα δύο χέρια. Μία ακίνητη χορογραφία. Τα στριφτά τσιγάρα, από ένα σε κάθε ζευγάρι χεριών, είχαν σβήσει. Περίπου στο ίδιο μήκος. Τέσσερα μάτια κάρφωναν με επιμονή το ένα το άλλο. Το δεξί μάγουλό της είχε γύρει επάνω στο στήθος του. Και το αριστερό του μάγουλο επάνω στο κεφάλι της. Απροθυμία κίνησης. Στιγμιαίες εκατέρωθεν πιέσεις της στηθιαίας περιοχής μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο ως σκιρτήματα συναισθημάτων που έψαχναν τρόπο να εκδηλωθούν. Τα χείλη είχαν στεγνώσει. Επιζητούσαν ένα μαύρο ρούμι, περισσότερο και από φιλί. Απροθυμία ήχων. Μόνο η ανάσα τους. Μόνο η ανάσα τους. Τί; Τί; Μικρά ψελίσματα. Όχι δεν ήταν ήχοι, ήταν η αναζήτηση του ενός στην άλλη. Και βαθιά στον εαυτό τους.

Οι ματιές συναντήθηκαν στο χαλί. Ένα μωσαϊκό χρωμάτων, υφασμάτων. Θα μπορούσε να είναι μία εμπνευσμένη δουλειά για έναν ή μία σκηνογράφο. Ή ενδυματολόγο. Αλλά και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς κινήσεων που με ερωτική ακρίβεια οδηγούν δύο σώματα τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν η επιθυμία. Λάθος λέξη; Ήταν η επιθυμία. Αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να κερδίσει το χώρο της στα παιχνίδια του μυαλού. Άλλες φορές έβγαινε κερδισμένη, άλλες ηττημένη. Μάλλον είχε ακόμα δρόμο μπροστά της. Αλλά ένιωθε αισιόδοξη. Και πιστεύοντας ότι βλέπει πέρα από τη μύτη της. Ότι βλέπει την επιθυμία.

…so, if you have date in Constantinople she ‘ll be waiting in Istanbul

Προσπέραση.

me to fai ti tha kanoumeΠροχθές του είπαν ότι αδυνάτισε. Τον συμβούλεψαν να τρώει περισσότερο και καλύτερα. Η σκέψη τους προσπέρασε γρήγορα το ενδεχόμενο να μην έχει να φάει. Σωστά. Δεν έμοιαζε με ρακένδυτο σακάτη. Είχε την μπλε ταυτότητα. Δραστήριος κινηματικά. Συμμετείχε σε συλλογικότητες και κατέβαινε στις διαδηλώσεις. Είχε φίλους και φίλες. Είχε φίλους και φίλες που βγαίνανε. Είχε κορίτσι που το αγαπούσε και τον αγαπούσε λίγο. Μιλούσε, τακτικά θα μπορούσαμε να πούμε, με τους γονείς του στο τηλέφωνο. Θα τον έπαιρνε το μάτι σου στα μπαρ, χωρίς τη συντροφιά του αλκοόλ, χωρίς τις προϋποθέσεις δηλαδή να γίνει λογοτεχνικό αφήγημα.

Οπότε δεν μπορεί να μην είχε να φάει. Η Θεωρία δίδασκε ότι είναι αλλιώς αυτός που δεν έχει να φάει. Απογυμνωμένος κοινωνικά. Η Θεωρία δίδασκε ότι ένας που δραστηριοποιείται κινηματικά δεν μπορεί να μην μπορεί να φάει. Γιατί έτσι δεν είναι χορτάτος για να μιλήσει για τους πεινασμένους. Κοίτα πώς μας αρέσει να μιλάμε για τους άλλους.

Γάμα τη θεωρία. Με το φαΐ να δούμε τί θα κάνουμε…