Category Archives: Νοιάξη

Για να σταθούμε, πρέπει να ερμηνεύσουμε.

ermhneiaΛίγα λόγια για την προσπάθεια να στηθεί μία συνέλευση γειτονιάς στα Πετράλωνα.

Οι καιροί είναι δύσκολοι. Και αυτό δεν είναι μία κοινοτοπία, αλλά ένα βίωμα το οποίο σε συναντά κάθε φορά που προσπαθείς να στήσεις κάτι από την αρχή. Οι καιροί είναι δύσκολοι όχι γιατί έχουμε γενικά και αόριστα «κρίση». Οι καιροί είναι δύσκολοι γιατί βασιλεύει η ιδιώτευση, γιατί η οικογένεια ως πλέγμα σχέσεων κράταει τα μπόσικα, γιατί οι κοινωνικές-επιχειρήσεις-που-καταλήγουν-σε-μπαρ θεωρούνται διέξοδος, γιατί έχουμε αφήσει στην άκρη την αναζήτηση συλλογικών λύσεων σε ατομικά προβλήματα. Γιατί η κοινωνική διαστρωμάτωση έχει ψυχολογικοποιηθεί, τα μεσαία στρώματα γουστάρουν μία κυβέρνηση σύριζα απλά για να ξανανιώσουν μεσαία. Γιατί η υποτίμηση της εργασίας δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή παρά μόνο σαν έλλειψη αυτής καθ’ εαυτής της εργασίας. Και γεμίζουν οι ουρές για τα 5μηνα. Γιατί αυτά τα χρόνια είναι που βιώνουμε το ξόφλημα της φράσης «να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας», όταν οι μισοί (και κάτι παραπάνω) από αυτούς που το είχαν στην άκρη των χειλιών τους εννούσαν να πάρει ο Τσίπρας, ο Σακελλαρίδης και η Δούρου τη ζωή μας στα χέρια τους.

Όλα αυτά τα «γιατί» -και άλλα τόσα- διαμορφώνουν μία συγκεκριμένη κατάσταση. Διαμορφώνουν σχέσεις και περιβάλλοντα μέσα στα οποία κάθε πρωτοβουλία για να στηθεί ένα νέο εγχείρημα γειτονιάς πρέπει να είναι ευκίνητη, να βάλει κόντρες, να δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις μέσα από αυτές τις κόντρες, να κατανοήσει, να αγκαλιάσει και να ενεργοποιήσει αυτούς και αυτές που είναι τα απόνερα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Και εάν η θολούρα των προταγμάτων των προηγούμενων χρόνων οδηγούσε στην όποια μαζικότητα, το ταξικό πρόσημο που απαιτούν οι καιροί μας θα βοηθήσει να πατήσουμε στα πόδια μας και να ξέρουμε τί θέλουμε. Να μετρηθούμε για να αναμετρηθούμε.

Είναι δύσκολα τα βήματα όταν λείπει το κεντρικό πολιτικό γεγονός που θα συσπειρώσει ένα σύνολο ανθρώπων. Είναι δύσκολα τα βήματα όταν έχεις να παλέψεις μέσα σου συνήθειες πολλών χρόνων. Είναι δύσκολα τα βήματα όταν τη στιγμή που προσπαθείς να στήσεις ένα εγχείρημα, μία δομή (όπως ο «συλλογικός χώρος για την τροφή») που είχε προκύψει μέσα από αυτό πριν από 2 χρόνια κλείνει. Θέτει ευθύνες, κάνει έντονα ορατά τα όρια, επιβεβαιώνει τις δυσκολίες των καιρών.

Οι καιροί είναι δύσκολοι. Αλλά δεν πάει χαμένη καμία προσπάθεια που προσπαθεί να σταθεί μέσα σε αυτούς. Αλλά για να σταθεί, πρέπει και να τους ερμηνεύσει. Αυτό είναι το στοίχημα, για όλους και όλες μας. Και πάνω σε αυτό θα απολογιστούμε όταν έρθει η ώρα.

Κράτα το

Advertisements

Κάλεσμα για δημιουργία ανοιχτής συνέλευσης γειτονιάς

afisa_protasi_sine21092014

Γεια σε όλες και όλους.

Κάποιοι άνθρωποι από τη γειτονιά πήραμε την πρωτοβουλία να καλέσουμε αυτήν την πρώτη συνάντηση, καθώς μοιραζόμαστε όλοι την ανάγκη να ξαναυπάρξουμε μαζί σε μιά συνέλευση στη γειτονιά μας.

Γιατί η ανάγκη για αυτοοργάνωση σε όλα τα ζητήματα που αφορούν στη ζωή μας παραμένει. Το ίδιο και η θέληση για μια συλλογικοποίηση της γειτονιάς ενάντια στην εξατομίκευση. Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια που δεν υπάρχει ένας τέτοιος τόπος, νιώσαμε ότι θα θέλαμε μια πιο οργανωμένη, αλλά κυρίως συλλογική, παρέμβαση σε όσα συμβαίνουν στη γειτονιά. Γιατί, τέλος, θέλουμε να ξαναυπάρξει ένας κοινός και ανοιχτός τόπος συνάντησης και αντίστασης των ανθρώπων της.

Θα θέλαμε η συνέλευση να λειτουργεί στη βάση της σύνθεσης και ενάντια σε κάθε διαχωρισμό και διάκριση, να είναι ανοιχτή σε όσες και όσους θέλουν κ μπορούν να λειτουργήσουν με αυτόν τον τρόπο. Για μας είναι βασικό ότι όλοι/όλες θα συμμετέχουμε ως άτομα, ανεξάρτητα από το αν ανήκουμε ή όχι σε κάποια πολιτική συλλογικότητα ή σχηματισμό. Επίσης προκρίνουμε τη λειτουργία σε τακτική βάση δημιουργώντας ένα συμμετοχικό πολιτισμό όπως και το να γίνεται η συνέλευση σε δημόσιο χώρο.

Το κείμενο αυτό συζήτηθηκε και γράφτηκε ώστε να υπάρξει μια έλαχιστη βάση για να μπορεί να ξεκινήσει η συζήτηση και ήταν συνειδητή η απόφαση να μείνει στα ελάχιστα αναγκαία ώστε από εκεί και πέρα όλα να συνδιαμορφωθούν στην πρώτη συνάντηση, την Κυριακή 21 Σεπτέμβρη, στις 16:00, στο πάρκο Βουτιέ.

Πεινάμε. Και δεν σκοπεύουμε να φαγωθούμε μεταξύ μας…

glenti_trofi6

glenti_trofi glenti_trofi7 glenti_trofi1 glenti_trofi4 glenti_trofi2 glenti_trofi3 glenti_trofi5

Ο Συλλογικός χώρος για την τροφή πηγαίνει στο πάρκο Βουτιέ

glenti_oikonomiki_enisxysi

Ο Συλλογικός χώρος για την τροφή, ένα αυτοοργανωμένο εγχείρημα συλλογικής κάλυψης των αναγκών διατροφής που προέκυψε πριν από 2,5 χρόνια μέσα από συζητήσεις της ενεργής τότε λαϊκής συνέλευσης των γειτονιών μας, το Σάββατο 5 Ιούλη διοργανώνει ρεμπέτικο γλέντι οικονομικής του ενίσχυσης, στο πάρκο Βουτιέ, στα Άνω Πετράλωνα. Ένα εγχείρημα-διαρκή πρόσκληση σε όσους γειτόνους και γειτόνισσες εξακολουθούν να αναζητούν συλλογικές απαντήσεις σε ερωτήματα και διλήμματα που τα τελευταία χρόνια μπαίνουν όλο και περισσότερο ατομικά. Ας το στηρίξουμε!

Φιλανθρωπία ή αλληλεγγύη;

filanthropia-solidarΗ φιλανθρωπία δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της. Η φιλανθρωπία αναζητά και δημιουργεί τον αδύναμο για να δικαιολογήσει την πράξη της. Είναι η επιβεβαίωση του δυνατού ή, τουλάχιστον, αυτού που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως τέτοιον. Είναι και κάτι περισσότερο: η κολυμπήθρα όπου ξεπλένονται οι «κοινωνικές ευαισθησίες» όλων αυτών που παλεύουν να πέσουν για ύπνο το βράδυ απλά με τη συνείδησή τους ήσυχη. Η φιλανθρωπία είναι προέκταση του ατομικισμού, ένα καλό κόλπο συγκάλυψης της παραίτησης, μία εκ νέου επιβεβαίωση της διαμεσολάβησης.

Φιλάνθρωποι μπορούν να είναι αυτοί που κάθε τόσα χρόνια λογίζονται και ως εκλογικό σώμα. Όλους τους υπόλοιπους, υπάρχουν πολλές και όμορφες λέξεις να τους περιγράψουν. Όλες καταλήγουν, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές, σε αυτό που λέγεται αλληλεγγύη. Αυτές οι δαιδαλώδεις διαδρομές έχουν τις δικές τους σύντομες στάσεις, με τα δικά τους ξεχωριστά ονόματα: αυτενέργεια, συμμετοχή, συλλογικότητα, αυτοοργάνωση, αξιοπρέπεια, προσπάθεια.

Το προηγούμενο Σάββατο, προυνό-προυνό, ο όμιλος του Αλαφούζου στήθηκε στο προαύλιο της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο για να μαζέψει φάρμακα. Υπάρχει ένα γεγονός, όμως, που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο: ότι ήρθε σε μία γειτονιά όπου -μέσα στο κλίμα των ημερών- ένα αυτοοργανωμένο εγχείρημα σε σχέση με την υγεία (ο «κοινωνικός χώρος για την υγεία» της λαϊκής συνέλευσης), στοχοποιείται και απειλείται με εκκένωση. Οι συμβολισμοί είναι ορατοί. Η φιλανθρωπία είναι μέρος της καπιταλιστικής κίνησης, η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη είναι χειρονομίες που δημιουργούν, τουλάχιστον, ανακατωσούρα.

Βέβαια, θα μου πεις, η κάθε πρωτοβουλία πλαισιώνεται από τους ανθρώπους που της αξίζουν. Και κάθε φορά, αυτή η επιλογή αποτελεί την κατάληξη μίας διαδρομής με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες. Αυτές οι αντίθετες πρωτοβουλίες συναντιούνται συνήθως στο σημείο εκείνο όπου κάποιος δεν καταλαβαίνει πώς γίνεται να σπας το κεφάλι σου για να στήνεις δομές αυτοθέσμισης χωρίς να κερδίζεις από αυτό. Είναι το σημείο όπου δημιουργείται το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού, με πόλους την ανιδιοτέλεια και την αλληλεγγύη.

Πόσες φορές την έχω γράψει αυτή τη λέξη απόψε; Δεν θα κουραστώ να τη γράφω (και να τη λέω).

Στην απομονωση!

Ζούμε την εποχή όπου οι ερμηνείες που δίνονται στα γεγονότα είναι όλο και περισσότερο λείες, δίχως καμπύλες και γωνίες. Η γλώσσα της εξουσίας διατηρεί το αδιαμφισβήτητο, ακόμη και όταν έρχεται σε σύγκρουση με τη γλώσσα της λογικής. Τα γεγονότα της τελευταίας εβδομάδας γύρω από το γιουσουρούμ της Κορεάτικης Αγοράς χωρούν πολλές ερμηνείες. Οι οποίες συμπυκνώθηκαν απλά στην εικόνα ενός περίφραχτου και αστυνομευόμενου (από το μεσημέρι του Σαββάτου) πάρκου και μια ανακοινωμένη απαγόρευση διεξαγωγής του γιουσουρούμ από τον δήμο.

Θα είναι αφελής κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει για το νταβατζηλίκι που έχει στηθεί γύρω από το γιουσουρούμ. Οι ψίθυροι ξεκινούν από πολλά, πρόθυμα, στόματα και έχουν πάντα συγκεκριμένη κατάληξη. Άτομα μέσα από το σωματείο που έχουν οι ίδιοι οι ρακοσυλλέκτες, τους δημοτόμπατσους και διάφορους άλλους καλοθελητές. Όλοι αυτοί αποτελούν κομμάτια ενός ολόκληρου μηχανισμού που απλά θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε μαφιόζικο. Ενός μηχανισμού που γύρω από και μέσα στο γιουσουρούμ έχει φτιάξει τους δικούς του κανόνες, που αποφέρουν ζεστό και εύκολο χρήμα. Πάντα από αυτούς που προσπαθούν να επιβιώσουν. Και ξέρει να επιβάλλεται. Κάτι τέτοιο συνέβη και την Κυριακή 20 Μαΐου. Οι μπράβοι βρέθηκαν εκεί για να πάρουν θέση στη διαμάχη που λέγεται ότι υπήρχε ανάμεσα στον πρώην ταμία που δεν έλεγε να παραδώσει και τη νέα ταμία που δεν μπορούσε να αναλάβει.

Θα είναι αφελής, όμως, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μαφιόζικα κυκλώματα (και τα αναμεταξύ τους ξεκαθαρίσματα) αρχίζουν και τελειώνουν στο γιουσουρούμ. Ένα στενό παραπέρα από την Πειραιώς, στο Γκάζι, φοράνε κοστούμια, στέκονται στις πόρτες των νυχτομάγαζων και ενίοτε ανταλλάσουν και καμία σφαίρα. Ακόμα πιο αφελής θα είναι ο κάτοικος του Θησείου ο οποίος παρουσιάζεται να έχει πέσει από τα σύννεφα για τα γεγονότα εκείνης της Κυριακής, όταν μέσα στην καρδιά της γειτονιάς του έχει μία Ηρακλειδών. Ή ο Πετραλωνίτης όταν έχει μία Τρώων.

Το ίδιο αφελής (αλλά και κοντόφθαλμος) θα πρέπει να είναι και εκείνος ο οποίος κάνει σημαία του υπέρ της απαγόρευσης ότι στο γιουσουρούμ υπήρχαν προϊόντα κλεπταποδοχής. Την ίδια στιγμή που στον άξονα της Ερμού και της Αθηνάς, με τα υπόγεια και τα ημιυπόγεια τους, τα στενά και τις στοές τους γίνεται παιχνίδι χρόνια τώρα. Και αν όχι το ίδιο, πολύ πιο χοντρό.

Στο σώμα ανθρώπων εξαθλιωμένων -αλλά αξιοπρεπέστατων- οι λέξεις γεμίζουν από νόημα. Η ευυπόληπτη οικογένεια που εμφανίστηκε το πρωί στην Αγορά ρώτησε με αγωνία γιατί δεν έχει παζάρι. Και όταν έμαθε ότι απαγορεύτηκε από τον δήμο, γρύλισε: «καλά έκανε, αμάν επιτέλους με τη βρωμιά δίπλα στα αρχαία». Και απομακρύνθηκε σιχτιρίζοντας. Κάτι σαν τις φιγούρες που αγοράζουν τσάντες και γυαλιά από τους μικροπωλητές στο κέντρο της Αθήνας και στο διπλανό τετράγωνο διαμαρτύρονται στους αστυνόμους γιατί τους αφήνουν ελεύθερους να διακινούν παράνομα εμπορεύματα. Αυτό με μία λέξη λέγεται υποτίμηση.

Ρομά και μετανάστες οι περισσότεροι ρακοσυλλέκτες αποτελούν τον εύκολο στόχο για τα παιχνίδια του κράτους και του παρακράτους. Το είδος και ο τόπος της εργασίας τους, το μελαμψό τους χρώμα, η φτώχεια της εξωτερικής εμφάνισης και η διάλεκτος που κάποιοι εξακολουθούν να διατηρούν ζωντανή, είναι η πρώτη ύλη του κοινωνικού τους αποκλεισμού. Το βράδυ που η αστυνομία είχε κυκλώσει με κλούβες την Κορεάτικη Αγορά, λίγα στενά παραπέρα συμμορίες νεοναζί ξυλοκοπούσαν ανθρώπους που είχαν το προφίλ που περιγράφεται παραπάνω. Εκείνο το βράδυ η απαγόρευση δεν αφορούσε μόνο τα 5 στρέμματα της Κορεάτικης Αγοράς αλλά την κυκλοφορία τους σε οποιοδήποτε σημείο του κέντρου της Αθήνας. Φαίνεται να έχει καλές άκρες ο δήμος της Αθήνας. Και η αστυνομία να έβαλε πλάτες.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι στο γιουσουρούμ δεν υπήρχαν προβλήματα.1 Αυτός, όμως, που τα εντοπίζει μόνο εκεί μοιάζει σαν το παλιό ρητό που έλεγε ότι του τάδε του έδειχναν το φεγγάρι και εκείνος κοίταγε το δάχτυλο. Αυτός που τα εντοπίζει μόνο εκεί είτε τον ενδιαφέρει μόνο ο εαυτούλης του και να μην κατουράνε μπροστά από το δικό του σπίτι (για να το πω λαϊκίστικα), είτε είναι ρατσιστής γιατί εκεί βρήκε τον πιο αδύναμο κρίκο, τα φόρτωσε όλα επάνω του και συναίνεσε στα σχέδια εξοβελισμού τους από την εικόνα της πόλης. Το γιουσουρούμ προτείνεται να απομονωθεί σε έναν δημοτικό χώρο 60 στρεμμάτων στην λεωφόρο Αθηνών. Αυτό αξίζει σε απομονωμένους κοινωνικά ανθρώπους. Σε έναν χώρο όπου υποτίθεται ότι θα διαμορφωθεί σε έναν μήνα, τη στιγμή που σήμερα είναι ένα οικόπεδο χωρίς καμία υποδομή.2 Τη στιγμή που έρχονται εκλογές, τη στιγμή που οι προνοιακές δομές έχουν καταρρεύσει, τη στιγμή που χρήμα δεν υπάρχει. Αλλά ακόμη και αυτό το χρονικό περιθώριο του ενός μήνα να ισχύει, εν τω μεταξύ πώς θα ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι όλο αυτό το διάστημα;  Η αύξηση (ή η μείωση) των κλοπών και της (μικρο)εγκληματικότητας έχει τελικά κοινωνικά αίτια ή όχι;

.

Σημειώσεις

1. Για τα συγκεκριμένα κυκλώματα με τους συγκεκριμένους ανθρώπους τους μάλλον δεν θα μάθουμε τίποτα και αυτή τη φορά. Δεν αποτελεί άλλωστε και κοινωνικό αίτημα, στον ίδιο βαθμό που αποτελεί το αντίστοιχο που αφορά τους «μελαμψούς βρωμιάρηδες». Υπάρχει και αυτή η ομερτά στις γειτονιές μας για την μαφία της νύχτας. Για να μην βρεθεί μπλεγμένο το παιδί μου, το παιδί της γειτόνισσάς μου, ο ανιψιός μου…

2. Ο ίδιος ο δήμαρχος Καμίνης, στην εισήγησή του στο δημοτικό συμβούλιο, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο. Και ας συγκροτούνται οι σχετικές επιτροπές. «Η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και δική μας πρόθεση είναι, από την ερχόμενη Κυριακή κιόλας, να δοθεί μία λύση που θα περιλαμβάνει ακόμη και την προσωρινή αναστολή λειτουργίας της, έως ότου βρεθούν τρόποι εύρυθμης και νόμιμης λειτουργίας ή οριστικής μετακόμισής της. Πάντως την απόλυτη αυθαιρεσία και την κεκαλυμμένη εγκληματική δραστηριότητα, δεν την ανεχόμαστε».

Για όσους θυμούνται

Ξεχασμένο από το χρόνο, έπεσα επάνω του στο διάβα μου σε ένα από τα στενά κάτω από τους λόφους του Φιλοπάππου. Δοκιμασμένο σε ήλιο και βροχές, σε αφισοκολλήσεις και δημοτικούς υπαλλήλους καθαριότητας. Ένα μικρό σημάδι των αγώνων αυτών εδώ των γειτονιών για να κρατηθεί ο λόφος που τις συνέχει χωροταξικά απαλλαγμένος από το εμπόρευμα, ανοιχτός σε όσους αναζητούν τη συντροφιά του.

«Ωράριο, εισιτήριο…», δύο λέξεις που ξεχωρίζουν. Και γυροφέρνουν πάνω από το κεφάλι μου μαζί με τα νέα φυλάκια που τοποθετήθηκαν στο λόφο της Πνύκας, από τη μεριά των Άνω Πετραλώνων. Πριν από τα Χριστούγεννα έπεσαν οι τσιμεντένιες βάσεις και πριν από κάποιες ημέρες πράσινα κουβούκλια μπαστακώθηκαν από επάνω. Σειρά ίσως θα έχει το κοτετσόσυρμα -όπως το λέγαμε τότε-, οι πόρτες, το ωράριο, το εισιτήριο. Παλιά σχέδια που επανέρχονται σε χαλεπούς -και οικονομικά- καιρούς;

Εκείνο το απόγευμα οι δύο μεσήλικες που κάθονται στο παγκάκι δίπλα από το φυλάκιο απαντούν με σιγουριά στην ερώτηση της επισκέπτριας: «Όχι καλέ, δεν έχει εισιτήριο, ελεύθερα πέρνα». Ακολουθούν ερωτήσεις διερευνητικές για το λόγο της εμφάνισης του φωτογραφικού φακού. «Από πού είσαι, για ποιον τα βγάζεις φωτογραφίες; Και από που το ξέρεις εσύ ότι θέλανε να βάλουνε εισιτήριο»; Η γλώσσα λύνεται μετά τις πρώτες κοφτές απαντήσεις. «Δικό μας είναι το παιδί, ρε. Μαζί θα ήμασταν τότε που ρίχναμε τα κάγκελα». Θυμούνται.

Κάθε κίνηση των αρχαιολόγων στο λόφο μας δεν είναι αποκομμένη από το παρελθόν. Τουλάχιστον για όσους θυμούνται.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Ενα αγαλμα στη σκια των ανθρωπων.

Εκείνο το μεσημέρι, εν μέσω χαρτόκουτων και ενός αγχωμένου πακεταρίσματος, πετάχτηκα στο κοντινό βιβλιοπωλείο. Η χαρτοταινία που μόλις είχε τελειώσει ήταν η αρχή μία σειράς τυχαίων γεγονότων η κατάληξη των οποίων με έφερε το απόγευμα της ίδιας μέρας μπροστά από το άγαλμα του στρατηγού Μακρυγιάννη, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Το τέλος εκείνης της δευτεριάτικης εσπερίας μπορώ να πω ότι με βρήκε με λίγες περισσότερες γνώσεις μέσα στο κεφάλι μου.

Καταρχήν -και το πιο χαζό είναι η αλήθεια- έμαθα ότι η σχεδόν καθημερινή διαδρομή μου από το Κουκάκι για την Πλάκα περνάει μέσα από ένα τουριστικό δρομάκι που λέγεται Βύρωνος. Είναι ο δρόμος που προσπαθώ να αποφύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί είναι σίγουρο ότι εάν οι αποχαυνωμένοι και κουφοί τουρίστες δεν τρακάρουν πάνω στο ποδήλατό μου,  η άλλη τουριστική ατραξιόν, το… τρενάκι, θα βρεθεί εκεί, σε μία συνάντηση που τείνω να πιστέψω ότι έχει πάψει να είναι συμπτωματική, σαν έτοιμο από πάντα για να κάνει πειράματα με τις τιμές της μικρής και της μεγάλης πίεσής μου.

Το σημαντικότερο εκείνου του απογεύματος είναι ότι μία ισχυρή υποψία μου (η οποία πηγάζει κατευθείαν από τα βάθη της φιλοτιμίας που αρθρώνεται με το «μα δεν μπορεί να μην…») επιβεβαιώθηκε. Και όταν η λεηλασία αφήνει σύντομες και συνάμα ύπουλες χαρακιές πάνω στο σώμα και την ψυχή, το «μα δεν μπορεί να μην…» βρίσκεται ένα βήμα πριν το διαολοστόλισμα.  Το οποίο αποφεύχθηκε χάρη σε καμιά 35αριά ανθρώπους οι οποίοι κίνησαν για το σημείο συνάντησης όπου καλούσε το χαρτί το οποίο τοιχοκολλήθηκε τις προηγούμενες ημέρες.

Η συζήτηση, η οποία δεν άργησε να ανάψει, μου θύμισε αυτές τις εκθέσεις ιδεών που μου ζητούσαν να γράψω εκεί ,στα τέλη του δημοτικού. Η αφέλεια που συνόδευε τα τότε γραπτά μου, αυτή η αθώα αφέλεια, πλανιόταν και πάνω από αυτήν τη συζήτηση, αν και οι φορείς αυτών των ιδεών δεν ήταν 10χρονα πιτσιρίκια πίσω από κάτι ξύλινα θρανία αλλά άνθρωποι με τον χρόνο χαραγμένο πάνω τους, αναζητώντας τη χαμένη αξιοπρέπεια, κυνηγώντας την επιβίωση. Οι γλώσσες μπερδεύονταν, οι ήχοι πρόδιδαν την ανάγκη του καθενός και της καθεμιάς να ακουστούν. Για τους δημόσιους χώρους, για την ηχορύπανση στα σοκάκια της Πλάκας, για την ένταση της λεηλασίας των ζωών μας και της οικονομικής μας αφαίμαξης με τα νέα χαράτσια, για όλα αυτά μπορούσες να ακούσεις βιώματα ατομικά να αναζητούν συλλογικές διεξόδους.  Σε τι κατεύθυνση;

Ένα ερώτημα, η διατύπωση του οποίου αρκεί για να κριθώ από τον περίγυρο ως ανυπόμονος. Ή -και αυτό επιλέγω- να δοκιμάσω τον εαυτό μου κατά πόσο μπορώ να συγχρονιστώ με αυτό που συμβαίνει μπροστά μου. Και εάν σε εκείνο το πρώτο απόγευμα, μέσα από αυτόν τον καταιγισμό βιωμάτων και επιθυμιών που κατατέθηκαν, είχε εκπληρωθεί το πεπρωμένο αυτής της πρώτης συνάντησης, επτά απογεύματα μετά οι καιροί απαιτούν από όλους μας. Και καταρχήν συνέπεια στο ραντεβού μας με την ιστορία.

Το καινούργιο σε αυτό το εγχείρημα, πέρα από την ίδια του την συγκρότηση ως τέτοιο στη γειτονιά, είναι οι άνθρωποι που το πλαισίωσαν. Και δεν θα το κρύψω ότι ήμουν και είμαι καχύποπτος με όλους αυτούς τους εμπόρους του τουρισμού που βλέπω σαν τις σφίγγες να τριγυρνάνε στην Πλάκα, αναζητώντας το (τουριστικό) μελίσσι. Και βραχυκύκλωσα όταν άκουσα έναν από αυτούς τους εμπόρους να αποδομεί τον μαζικό τουρισμό ,που αναπτύχθηκε στην ελλάδα, από τα γενοφάσκια του, να θέτει υπό διαπραγμάτευση τους ίδιους τους όρους της κοινωνικής του αναπαραγωγής η οποία αρχίζει και τελειώνει στο τουριστικό μαγαζί που διατηρεί στην Ανδριανού. «Μεμονωμένο περιστατικό», σημείο της κρίσης ταυτότητας των καιρών και της ριζικής επαναδιαπραγμάτευσης (ακόμη και) με το κοντινό παρελθόν, ή μονόδρομος για τα μίνιμουμ της καθημερινής επιβίωσης;

Στην σκιά του αγάλματος η συζήτηση χαμηλώνει. Η υγρασία χτυπάει στα κόκαλα. Η πομπή καμιά 50αριά γραφικών θεούσων που σούρνονται πίσω από μία εικόνα που θυμιατίζει ένας ρασοφόρος, μας αφήνει πίσω. Απομένει η μυρωδιά του θυμιάματος στον αέρα να υπενθυμίζει το αλλόκοτο πέρασμά τους. Αυτό τι ήταν τώρα; Ζωντανός σουρεαλισμός ανακατεμένος με θρησκευτικό φονταμενταλισμό; Σίγουρη απάντηση δεν έχω, πανοσιολογιότατος δεν είμαι, άσε που δεν θέλω και μπλεξίματα.

Δεν έχει άλλο. Αυτό ήταν, εικόνες από τις συνελεύσεις κατοίκων του Κουκακίου, του Μακρυγιάννη και της Πλάκας. Και την άλλη Δευτέρα εκεί θα είναι, Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μακρυγιάννη, στις 6 το απόγευμα. Όπως και κάθε Δευτέρα.

υγ: είναι πολύ ωραίο συναίσθημα όταν ο νεκρός ιστορικός χρόνος που αποδίδεται μέσω της σημειολογίας ενός αγάλματος ανταγωνίζεται από ζωντανούς ανθρώπους που προσπαθούν να στήσουν ζωντανές διαδικασίες για να γράψουν τη δικιά τους ιστορία. Και ας ξέρουν -άλλωστε ούτε το φιλοδοξούν, ούτε το επιθυμούν- ότι δεν θα γίνουν αγάλματα κάποτε. Ούτε καν ήρωες.

48 ώρες μετά.

Μία μελαγχολική διαπίστωση. Το φάντασμα που απλωνόταν πάνω από τα κεφάλια των διαδηλωτών στο κέντρο της Αθήνας ήταν το φάντασμα του παλιού, του σάπιου κόσμου. Του κόσμου των συμβάσεων και των ατομικοτήτων ο οποίος έχει ακόμα πολλά αποθέματα και ακόμα περισσότερες εφεδρείες.

Ένα βήμα εμπρός, ένα βήμα πίσω, στην καλύτερη περίπτωση. Και αφού το πλήθος παραμένει σταθερό στην αμυντική του θέση, τα αφεντικά αυτού του τόπου συνεχίζουν την προέλασή τους επάνω στη ζωή μας, επανακαθορίζουν τους κανόνες της κοινωνικής αναπαραγωγής μας  με τους αυστηρούς όρους που υποδηλώνει η λέξη λεηλασία.

Είναι θεαματικό ένα πλήθος ανθρώπων που καταλαμβάνει την Πατησίων, την Σταδίου, την Πανεπιστημίου, την πλατεία Συντάγματος. Είναι θεαματικό για το ελικόπτερο του Σκάι που πετάει από πάνω, είναι αρκετό για να βάλουμε ένα αριστερό πρόσημο μπροστά από τα αναμενόμενα λογύδρια που έχουν στον πυρήνα τους την επίκληση στο συναίσθημα. Και έπειτα; Εάν η επιλογή απέναντι σε έναν καταρρέοντα καπιταλισμό είναι η προσπάθεια να γαντζωθούμε από αυτόν και να αποκομίσουμε ότι μπορούμε μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους, τότε το πλήθος των προηγούμενων ημερών αποτελεί την απόλυτη ζωντανή αντιστοιχία αυτής της επιλογής.

Μετρημένα τα βήματα, νωχελικά και αποσπασματικά, ο καθένας και η καθεμιά για τον κλάδο του, για το μαγαζί του, για τη θέση του. Κινητοποιήσεις σε κλάδους που το μόνο κοινό που τις διαπερνά είναι η κοινή αναφορά τους στο απεργιακό δελτίο της ημέρας από τα blog και τις εφημερίδες.

Το κράτος πρόνοιας πέθανε. Το βλέπουμε, το βιώνουμε κάθε μέρα, αλλά εξακολουθούμε να το αναπολούμε. Το αναπολούμε και δεν το αναζητούμε. Αναπολούμε μία πρόνοια γαντζωμένη πάνω στο κράτος και δεν αναζητούμε τους τρόπους να φτιάξουμε εκείνες τις προνοιακές δομές, εκείνες τις δομές αλληλεγγύης, χωρίς τη διαμεσολάβησή του. Ποιος μπορεί να ξέρει καλύτερα τις ανάγκες μας από εμάς τους ίδιους;

Και έχουν μείνει οι λαϊκές συνελεύσεις. Ή καλύτερα συνελεύσεις γειτονιάς, το «λαϊκές» βολτάρει στους γύρω δρόμους περιφέροντας τη μιζέρια του για λύπηση, την παραίτησή του για καύσιμο σε κάθε επίδοξο πολιτικάντη, σε κάθε θιασώτη της αντιπροσώπευσης, σε κάθε μασκαρά που ενίοτε φοράει το προσωπείο της αυτοοργάνωσης. Πώς κινούμαστε και τι επιδιώκουμε μέσα από τις συνελεύσεις γειτονιάς; Ερωτήματα, η συνεχής απάντηση των οποίων είναι σημάδι ότι δεν παραμένουμε στατικοί σε μία κοινωνία που συνεχώς μεταβάλλεται, από μέρα σε μέρα, άλλες φορές κάνοντας ένα βήμα εμπρός και άλλες φορές κάνοντας ένα βήμα πίσω.

Σκιάχτρο, ίσως, δεν είναι η δύναμη του κράτους και του καπιταλισμού, όπως έγραφε μία από τις αφίσες που τοιχοκολλήθηκαν αυτές τις ημέρες, αλλά ο ίδιος ο εαυτός της κοινωνίας η οποία αποφασίζει να πολεμήσει. Η οποία αποφασίζει…

Η μονόπολη του δήμου Αθηναίων.

Εντάξει, ότι τα οικονομικά του δήμου Αθηναίων πάνε κατά διαόλου λίγο-πολύ και ο τελευταίος αδιάφορος κάτοικος αυτής της πόλης το έχει ακούσει και το έχει δει. Οπότε και το χθεσινό δημοσίευμα της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, απ’ αυτήν την άποψη, δεν έχει να μας πει και πολλά. Έχει ενδιαφέρον, όμως, ο τρόπος με τον οποίον βάζει από τα πλάγια δύο θεματάκια: 1ον, τη συμβολή της άρνησης ή αδυναμίας πληρωμής των λογαριασμών της ΔΕΗ στο έλλειμμα του δημοτικού ταμείου και 2ον την παρουσίαση του συστήματος ελεγχόμενης στάθμευσης ως του μόνου εναπομείναντος σταθερού εσόδου του δήμου.

Ρίξτε μία πιο προσεκτική ματιά στην ροή και τον τρόπο διάρθρωσης του άρθρου. Και επειδή η συγγραφέας είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος τίποτε δεν είναι τυχαίο! Αφού στο πρώτο μισό περιγράφεται αριθμητικά η οικονομική καθίζηση του δήμου, ξαφνικά το ύφος αλλάζει και απέναντι σε αυτή τη μίζερη εικόνα αντιπαραβάλλεται, ως το μόνο σταθερό έσοδο, το σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης. Το οποίο μάλιστα έχει παρουσιάσει αύξηση εσόδων το πρώτο 8μηνο του 2011 κατά 40%.

Αλλά διαβάζοντας και τις δηλώσεις του αντιδημάρχου Αβραντίνη δεν μπορεί, λέω, κάτι λείπει. Λείπουν αυτές οι περίτεχνες αναφορές, που ακούστηκαν και σε πρόσφατη συνέλευση των κατοίκων του Θησείου, ότι το σύστημα έχει στόχο να εξασφαλίσει θέσεις στάθμευσης στους μόνιμους κατοίκους και να προωθήσει τη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς. Ανάμεσα στους αριθμούς, ανάμεσα στα λεφτά, δεν χωράει ούτε μία αναφορά (για τα μάτια του κόσμου) στις κοινωνικές ανάγκες στις οποίες υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται το σύστημα. Στους ισολογισμούς των δημοτικών υπηρεσιών η γειτονιά μετατρέπεται σε ένα πεδίο κερδοφορίας, σε μία ιδιότυπη μονόπολη η οποία αναζητά τους παίκτες της ανάμεσα σε δημοτικούς συμβούλους, δημοτόμπατσους, επιχειρηματίες και διάφορους πρόθυμους «μόνιμους κατοίκους» που πάντα καραδοκούν. Επιτέλους, η γλώσσα της αλήθειας: το σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης (τουλάχιστον όσον αφορά το Θησείο) είναι καθαρά εισπρακτικό.

Και αφού τα ταμεία είναι μείον, σε διπλανό άρθρο πληροφορούμαστε ότι, μεταξύ διαφόρων άλλων δημοτικών έργων που δε θα γίνουν, συμπεριλαμβάνεται και το Σεράφειο κολυμβητήριο. Και μόνο αυτό δεν έχουν πει ακόμη κατάμουτρα: ότι δεν θα γίνει το κολυμβητήριο γιατί οι κάτοικοι του Θησείου δε δέχονται το σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης με αποτέλεσμα να μην γεμίζουν τα ταμεία του δήμου Αθηναίων. 6 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο είναι αυτά…