Category Archives: Κίνημα

_κολλημένοι στον βάλτο

afisa_kafeneio_xrwma

Η εθνική ενότητα γράφεται με το ζερβό και τυλίγεται με γλώσσες ακροδεξιές. Ένας ακροδεξιός υπουργός άμυνας που ρίχνει στεφάνια σε βραχονησίδες στο Αιγαίο, ένας υφυπουργός άμυνας που τη δεκαετία του ΄90 πόζαρε με τη στρατιωτική του στολή στο προπύργιο του φασίστα Κάρατζιτς στην Βοσνία, ένας υπουργός εξωτερικών που ανάγει τον πατριωτισμό σε πολιτιστικό ζήτημα και ένας υπουργός της αστυνομίας που ετοιμάζεται να αμολήσει 1500 ένστολους στις γειτονιές της Αθήνας. Και οι ταξικές κόντρες; Πνίγηκαν σε έναν βάλτο όπου όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός των προσμονών θα αντικρύσουμε ανθρώπους γυρτούς. Και μόνο.

Advertisements

Απολογιστικό κείμενο για το κλείσιμο του Συλλογικού χώρου για την τροφή

by jean jullienΌπως αναφέρεται και στο κείμενο παρουσίασης, η απόφαση για την δημιουργία του χώρου πάρθηκε από την Λαϊκή Συνέλευση Κατοίκων Θησείου-Κουκακίου-Πετραλώνων όταν αυτή αποφάσισε να ασχοληθεί πιο συγκεκριμένα με τους βασικούς άξονες της διαβίωσης: υγεία, τροφή, στέγη και άλλα. Η επιτυχημένη λειτουργία του «Κοινωνικού Χώρου για την Υγεία» στο κατειλημμένο ΠΙΚΠΑ των Άνω Πετραλώνων αποτέλεσε έμπνευση για την δημιουργία ενός παρόμοιου εγχειρήματος σε σχέση με την τροφή. Ταυτόχρονα, ξεκίνησαν ανάλογες συζητήσεις για τη δημιουργία και άλλων εγχειρημάτων στην περιοχή που θα κάλυπταν τις υπόλοιπες ανάγκες (λχ στέγη) και θα έδιναν το στίγμα της ΛΣ στην περιοχή.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το γενικό πολιτικό πλαίσιο και τα προτάγματα προέκυπταν από τον λόγο, τη δράση και τις αποφάσεις της Λαϊκής Συνέλευσης. Οι αρχές λειτουργίας ήταν ο συλλογικός τρόπος λήψης αποφάσεων βάσει σύνθεσης, η αντίθεση σε κάθε εξουσία, καταπίεση, έλεγχο, διάκριση και ιεραρχία και η αυτονομία απέναντι σε κράτος, θεσμούς, πολιτικές συλλογικότητες και κόμματα. Επιπρόσθετα, ο κόσμος που πλαισίωσε το εγχείρημα στην έναρξη λειτουργίας του αντικατόπτριζε την ποικιλομορφία πολιτικών πεποιθήσεων, αντιλήψεων και χαρακτήρων που υπήρχε και στην ΛΣ. Έτσι, λόγω των ετερόκλητων χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων και των απόψεών τους, από την μία υπήρξε ένας πλουραλισμός, εξωστρέφεια και διάθεση απεύθυνσης προς την γειτονιά ενώ από την άλλη έγινε εμφανής η δυσκολία συνεννόησης και συνεργασίας.

Την ίδια περίοδο που το εγχείρημα έκανε τα πρώτα του βήματα, άρχιζαν να εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια κόπωσης στο κίνημα των λαϊκών συνελεύσεων μεταξύ των οποίων και η συνέλευση της γειτονιάς μας. Ο προσδιορισμός των αιτιών που οδήγησαν σε αυτή την παρακμή είναι αντικείμενο μιας ευρύτερης συζήτησης που ξεπερνάει τα όρια αυτού του κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, η κούραση οδήγησε σε φθορά αρκετών δομών που είχαν δημιουργηθεί και σε μεγάλο βαθμό σε τάσεις εξατομίκευσης.

Συνέπεια όλων των προηγουμένων ήταν να δημιουργηθεί μια απόσταση μεταξύ του εγχειρήματος και της ΛΣ – απόσταση που οδήγησε σε εντάσεις και διχογνωμίες στην τελική φάση ύπαρξης της ΛΣ. Με την οριστική παύση λειτουργίας της ΛΣ ωστόσο αναδείχθηκε ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που ταλαιπώρησε τον ΣΧγΤ για όλο το διάστημα λειτουργίας του: η απουσία του συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου που πρόσφερε η ύπαρξη της ΛΣ οδήγησε σε αποπροσανατολισμό και εσωστρέφεια που από πολλούς ερμηνεύτηκε ως γενικότερη απονοηματοδότηση και έλλειψη προτάγματος και πολιτικού στίγματος.

Μιας και στόχος του παρόντος κειμένου είναι να αποκρυσταλλωθεί η εμπειρία της συμμετοχής στον ΣΧγΤ, για να διευκολύνουμε την ανάγνωση, έχουμε χωρίσει τα συμπεράσματά μας σε τρεις ενότητες:

  • Θετικά όπου αναλύουμε τα σημεία για τα οποία συμφωνήσαμε ότι αποτελούν κατακτήσεις του εγχειρήματος
  • Αρνητικά όπου κάνουμε αυτοκριτική για όσους τομείς κρίνουμε πως οφείλαμε να πορευτούμε διαφορετικά
  • Προβληματισμοί όπου παραθέτουμε τα θέματα για τα οποία δεν καταφέραμε να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα μαζί με το σύνολο των απόψεων που εκφράστηκαν σχετικά με αυτά

Θετικά

Η προσπάθεια να λειτουργήσει μια συλλογική κουζίνα σε (σχεδόν) καθημερινή βάση αποτελεί ένα πρωτοποριακό εγχείρημα που απ” όσο ξέρουμε δεν απαντάται στην μέχρι τώρα ιστορία του «από τα κάτω» κινήματος στην Ελλάδα. Αυτή η έλλειψη πρότερης εμπειρίας, μας ανάγκασε να βαδίσουμε ουσιαστικά στα τυφλά, να πειραματιστούμε με λύσεις για τα προβλήματα που ανέκυπταν και να δοκιμάζουμε συνέχεια νέους τρόπους και μεθόδους για να εξασφαλίσουμε την συνέχεια του εγχειρήματος. Παρόλα αυτά, καταφέραμε να είμαστε συνεπείς στα βασικά χαρακτηριστικά που, όπως προαναφέραμε, κληροδοτήθηκαν από την ΛΣ δηλαδή το τρίπτυχο αντίσταση-αλληλεγγύη-αυτοοργάνωση καθώς και στον ανοιχτό χαρακτήρα του εγχειρήματος.

Η προφανέστερη επιτυχία σε αυτά τα δυόμιση χρόνια ήταν ότι καταφέραμε σε μεγάλο βαθμό να καλύψουμε τις διατροφικές μας ανάγκες με τους δικούς μας όρους. Εξ αρχής αποφασίσαμε ότι θα λειτουργούμε με ελεύθερη συνεισφορά χωρίς καθορισμένο αντίτιμο και διατηρήσαμε αυτό τον χαρακτήρα μέχρι τέλους ακόμα και στα γλέντια, τις γιορτές και τις προβολές ταινιών που οργανώσαμε. Η απόφαση πάρθηκε ακροβατώντας ανάμεσα στον ρεαλισμό της οικονομικής πραγματικότητας και στον προταγματικό μας ιδεαλισμό και γι” αυτό εξάλλου υπήρξαν αρχικά αντιδράσεις λόγω του φόβου περί βιωσιμότητας ενός εγχειρήματος που θα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο. Παρόλα αυτά, ο ΣΧγΤ κατάφερε να λειτουργήσει δίχως αντίτιμο για δυόμιση χρόνια βασιζόμενος στην αρχή του «ο καθένας σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Βέβαια, χωρίς αυτό να αποτελεί οριστικό συμπέρασμα, εκφράστηκε και η άποψη ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας συνάντησε τα όριά του λόγω των δεδομένων πάγιων εξόδων (ενοίκιο, λογαριασμοί). Το περιβάλλον ανεργίας και οικονομικής στενότητας και κυρίως η μειωμένη συμμετοχή είχαν το τίμημά τους στην οικονομική ευρωστία του εγχειρήματος.

Ανακαλύψαμε επίσης ότι ο καταμερισμός εργασιών, όταν γίνεται υπό τις κατάλληλες συνθήκες, δημιουργεί ελεύθερο χρόνο και απελευθερώνει την δημιουργικότητα του καθενός.

Ένα χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου εγχειρήματος στο οποίο θέλουμε να σταθούμε είναι ότι, λόγω της καθημερινής μεσημεριανής λειτουργίας, όσοι στήριζαν τον χώρο μοιράστηκαν σε δύο κατηγορίες. Από την μία πλευρά ήταν οι συμμετέχοντες καθημερινά (κυρίως άνεργοι, συνταξιούχοι και εργαζόμενοι με ελαστικά ωράρια) που σε γενικές γραμμές είχαν μειωμένες οικονομικές δυνατότητες. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που ναι μεν συνέβαλλαν περισσότερο οικονομικά αλλά δεν είχαν ούτε τη δυνατότητα ούτε την εμπειρία της καθημερινής συμμετοχής. Παρά την φαινομενική αυτή αντίφαση, σε πολύ μεγάλο βαθμό καταφέραμε να συνυπάρχουμε αρμονικά σεβόμενοι την καθημερινότητα και τις δυνατότητες του καθενός.

Αν και κάποιοι γνωριζόμασταν και πριν τις διεργασίες της ΛΣ, οι περισσότεροι γνωριστήκαμε είτε μέσα σε αυτές είτε μέσα στον ΣΧγΤ. Το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων χωρίς παραδοσιακές σχέσεις (φιλία, οικογένεια) επιχείρησαν να «διευρύνουν» το περιεχόμενο του όρου σύντροφοι μαγειρεύοντας και τρώγωντας συλλογικά έχει μια αυταξία και για αρκετούς από εμάς αποτελεί πράξη με ρηξιακο περιεχόμενο.

Σύντροφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό ήρθαν σε επαφή μαζί μας, συζήτησαν πάνω στην δομή που ακολουθήσαμε, αναφέρθηκαν στον ΣΧγΤ σε κείμενά τους και, το κυριότερο, προσπάθησαν να αναπαράγουν το παράδειγμά μας με τον δικό τους τρόπο. Αυτό   μας έδειξε ότι ο ΣΧγΤ υπήρξε σε κάποιο βαθμό σημείο αναφοράς και έμπνευση γενικότερα για τον κόσμο του αγώνα.

Αρνητικά – Αυτοκριτική

Αν και οι άνθρωποι που πλαισίωσαν το εγχείρημα στην αρχική του φάση είχαν διαφορετικά (αν και όχι αντιθετικά μεταξύ τους) κίνητρα ωστόσο διακρίνονταν από μια ειλικρινή διάθεση για σύνθεση και την διαμόρφωση ενός κοινού οράματος και πλαισίου. Σε τελική ανάλυση όμως αυτή η επιθυμία έμεινε λειψή: παρόλο που στα βασικά θέματα καταλήξαμε σε συμφωνία, οι προεκτάσεις που έδινε ο καθένας έμειναν σχετικά αγεφύρωτες. Το όραμα για έναν κοινό τόπο συνάντησης, συζήτησης και δράσεων εξαντλήθηκε στα της κουζίνας και δεν έγινε ποτέ το επιθυμητό άνοιγμα προς το «πολιτικό». Αναλωθήκαμε στα πρακτικά ζητήματα του μαγειρέματος και χάσαμε τα χαρακτηριστικά του στεκιού· παρόλο που σε κάθε σχετική συζήτηση υπήρχε συμφωνία στο ότι το εγχείρημα θα έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από μια συλλογική κουζίνα. Αυτή η αδυναμία να μεταλαμπαδεύσουμε τον προταγματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος ήταν πιο εμφανής κάθε φορά που ένα νέο άτομο προσέγγιζε τον χώρο. Δυστυχώς, αυτό δεν το πετύχαμε παρά σε μικρό βαθμό και κυρίως σε ήδη πολιτικά συνειδητοποιημένους συναγωνιστές.

Έτσι, αναπτύχθηκε ένα κλίμα γκρίνιας σχετικά με διάφορα θέματα όπως η έλλειψη σαφούς πολιτικής στόχευσης, η μη ολιστική αντιμετώπιση του ζητήματος της τροφής και η έλλειψη δράσεων. Παράλληλα, δεχτήκαμε κριτική περί αποσύνδεσης από το ευρύτερο κίνημα για την συνολική ανατροπή και υπήρξαν φαινόμενα αποξένωσης από τον πολιτικοποιημένο κόσμο της γειτονιάς.

Σε κάθε περίπτωση, η επιθυμία μας να σταθούμε «ως παράδειγμα για όσους σκέφτονται να κάνουν το βήμα προς την συλλογικοποίηση» δεν ευδοκίμησε. Η συμμετοχή του κόσμου της γειτονιάς, και κυρίως της νεολαίας, στην ζωή του ΣΧγΤ ήταν μικρή σε βαθμό που κάποιοι θεωρούν ότι η κοινωνία δεν αγκάλιασε το εγχείρημα. Χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να απολογηθούμε για την συνολική στάση του κόσμου της περιοχής και της κοινωνίας, αναλαμβάνουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί για το γεγονός ότι δεν καταφέραμε να μεταδώσουμε το πρόταγμα της αυτοοργάνωσης μέσα από το παράδειγμα.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες ενός εγχειρήματος με καθημερινή λειτουργία και τα οικονομικά ζητήματα που αναπόφευκτα προέκυψαν λόγω της ελλιπούς συμμετοχής συνεισέφεραν στη δημιουργία ενός κλίματος μιζέριας και γκρίνιας κατά περιόδους. Ένα απαιτητικό εγχείρημα όπως αυτό χρειάζεται αρκετό κόσμο που θα δεσμεύεται ως προς τον χρόνο που θα ασχολείται/συμμετέχει. Αυτό δεν το πετύχαμε και τελικά μείναμε λίγοι να κάνουμε τα πάντα.

Επειδή αυτό το κείμενο γράφεται με ειλικρινή διάθεση για αυτοκριτική, αναπόδραστα θα πρέπει να αναφερθούμε σε ένα θέμα για το οποίο φέρουμε ακέραια την ευθύνη. Αυτό δεν είναι άλλο από την κατά καιρούς αδυναμία μας να υλοποιούμε αποφάσεις που λαμβάνονταν. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η αυτοοργάνωση υπονομεύεται όταν δεν υλοποιεί τις αποφάσεις της και αναγνωρίζουμε ότι σε αυτό συντελεί σημαντικά και η έλλειψη διάθεσης για δέσμευση, χαρακτηριστικό που υπήρξε εγγενές από την αρχή λειτουργίας του ΣΧγΤ.

Προβληματισμοί

Γεννιέται ένας σοβαρός προβληματισμός που απορρέει από την σχέση του εγχειρήματος με τη Λ.Σ. και την μετεξέλιξη αυτής. Εφόσον το εγχείρημα στήθηκε ως ομάδα εργασίας μιας συνολικότερης πολιτικής διαδικασίας, είχε συγκεκριμένες αρμοδιότητες (το ζήτημα της τροφής)∙ η ανάγκη για συνεύρεση και οργάνωση στην γειτονιά σχετικά με ευρύτερα ζητήματα απαντιόταν στην Λ.Σ. Καθώς όμως διαφαινόταν η φθίνουσα πορεία της βρεθήκαμε σε αμηχανία ως προς τον ρόλο μας, τη πολιτική μας στόχευση, το αν και πώς θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε αυτόνομα. Σήμερα που αναγνωρίζουμε πλέον ότι η απουσία της Λ.Σ. μας άφησε σε ένα σχετικό πολιτικό κενό, προβληματιζόμαστε ως προς τον χαρακτήρα ενός επιμέρους εγχειρήματος συγκεκριμένα για την τροφή και ειδικά του ΣΧγΤ, ο οποίος δεν μπόρεσε να εξελιχθεί σύμφωνα με τις νέες συνθήκες και να επανεφεύρει το πολιτικό του πλαίσιο.

Ένα ακόμη ζήτημα γύρω από το οποίο ταλανιστήκαμε επί μακρόν είναι το ζήτημα της “ανοιχτότητας”. Ως «ανοιχτότητα» ορίζουμε τον ανοιχτό χαρακτήρα του εγχειρήματος που επέτρεπε την συμμετοχή οποιουδήποτε σεβόταν τις αρχές λειτουργίας του χώρου. Βάσει της λογικής της ΛΣ πορευτήκαμε με άξονα τον ανοιχτό χαρακτήρα του εγχειρήματος. Σχεδόν ταυτόχρονα με την παύση της ΛΣ, άνοιξε μια συζήτηση σχετικά με το «εύρος της ανοιχτότητας» που συνεχίστηκε καθ” όλη τη διάρκεια λειτουργίας του ΣΧγΤ. Τέθηκαν προβληματισμοί για τον τρόπο λειτουργίας του χώρου (σύμφωνα πάντα με τους όρους που εμείς είχαμε βάλει εξαρχής), τον βαθμό συμμετοχικότητας και εύρεσης πολιτικών συμφωνιών. Ακόμη και στον τελικό απολογισμό στάθηκε αδύνατο να συμφωνήσουμε σε αυτό το θέμα. Σε γενικές γραμμές, υπήρξαν τρεις προσεγγίσεις. Η μία άποψη επικεντρώνεται στη δυσκολία λήψης αποφάσεων, η οποία ερμηνεύεται ως αδυναμία σύνθεσης των διαφορετικών και ετερόκλητων αντιλήψεων που συνυπήρχαν. Η άλλη άποψη ρίχνει το βάρος όχι στην ετερόκλητη σύνθεση μιας ομάδας σε κάθε περίπτωση αλλά κυρίως στην δυναμική της συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων που βρέθηκαν να συνδιαμορφώσουν και λειτουργήσουν τον χώρο. Τέλος, υπάρχει μια τρίτη άποψη που θεωρεί ψευδές το δίλημμα περί «ανοιχτότητας» και εντοπίζει το πρόβλημα στην έλλειψη δεσμεύσεων.

Τέλος, κατά καιρούς δεχτήκαμε κριτική για ελλιπή παρουσία στη γειτονιά και εναλλακτισμό. Ήμασταν θετικοί σε κάθε κριτική αλλά σε μεγάλο βαθμό την θεωρούμε άδικη για ένα σύνολο από λόγους. Όσον αφορά την κριτική περί ελλιπούς παρουσίας στη γειτονιά, αν και λίγο καθυστερημένα, τα αντανακλαστικά μας λειτούργησαν· από ένα σημείο και έπειτα αποπειραθήκαμε να αποκτήσουμε σταθερή παρουσία στη γειτονιά ενημερώνοντας για την ύπαρξη και τη λογική του χώρου (μπροσούρα αυτοπαρουσίασης, αφίσες με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα κλπ.). Όσον δε αφορά τις αιτιάσεις περί εναλλακτισμού, θεωρούμε ότι η πληρέστερη απάντηση δίνεται από το παρόν κείμενο. Πάντως, μετά την διάλυση της ΛΣ ο χώρος αποτέλεσε σημείο αναφοράς (αν και προφανώς άτυπο) για τους ανένταχτους συντρόφους της περιοχής. Αρκετά είναι τα παραδείγματα όπως δράσεις στην γειτονιά (πορείες, διαμαρτυρίες, στένσιλ και συζητήσεις) καθώς και προσυγκεντρώσεις για πορείες στο κέντρο.

Επίλογος

Όπως ειπώθηκε, σκοπός του κειμένου δεν ήταν να δώσει οριστικές απαντήσεις σε ζητήματα που συλλογικά και στην πράξη δεν καταφέραμε να απαντήσουμε μέσα σε δυόμιση χρόνια λειτουργίας. Ελπίζουμε ωστόσο τα βήματα που κάναμε και οι θετικές εμπειρίες που αποκομίσαμε να βοηθήσουν τα υπάρχοντα εγχειρήματα και, ιδανικά, να γίνουν έμπνευση για την δημιουργία ανάλογων εγχειρημάτων στο μέλλον. Στο κάτω-κάτω, χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δόθηκε πότε!

Μην μου μιλήσεις ξανά για ειρήνη

8c6f9350197f6e98ff6b08cf606fc536

Οι καιροί μας είναι τόσο κυνικοί που ακόμα και μετά από τρεις θανάτους στρατιωτών δεν μυρίζει τριγύρω μας φορμόλη, αλλά σαπίλα. Η σαπίλα του εθνικού καθήκοντος. Ο υπουργός εθνικής άμυνας Αβραμόπουλος, ο αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού Μανωλάς, ένα πολεμικό ανακοινωθέν που βγαίνει από τα στόματά τους.«Αυτά τα παιδιά έπεσαν στο βωμό του καθήκοντος. Γιατί το καθήκον δεν εκτελείται μόνο στον πόλεμο αλλά και καθημερινά».

Ο πόλεμος είναι εδώ, μέσα στην καθημερινότητά μας, μέσα στις κοινωνίες μας, σε «περίοδο ειρήνης». Ένας πόλεμος διαρκής, χαμηλής έντασης, στα μετ΄όπισθεν. Δεν απαιτούνται συγκεκριμένα πολεμικά μέτωπα, το ανοιχτό κοινωνικό πεδίο είναι το ίδιο εμπόλεμο. Και πλέον το κάθε θύμα δεν το συνοδεύουν δακρύβρεχτες δικαιολογίες, αλλά κυνικές αιτιολογήσεις.

Ο πολιτικός προϊστάμενος δε χρειάζεται να επεκταθεί παραπάνω στα όσα ξεστομίζει. Ευνουχισμένα μυαλά τριγύρω μας, μυαλά βολικά, μυαλά εθνικά που δεν θα ζητήσουν «διευκρινήσεις». Η ιδεολογία παράγεται και γύρω από τον θάνατο. Ο αρχηγός του ΓΕΣ θα μας πει ότι πριν από κάποιες ημέρες η ίδια άσκηση είχε γίνει με απλούς «πολίτες» που κάθε τόσο καλούνται για μετεκπαίδευση στα όπλα. Και εφόσον θεωρεί ότι ήταν ένα τυχαίο γεγονός που συμβαίνει εάν «παίζεις με τα όπλα», κλείνει το μάτι σε εκείνους τους τυχερούς «πολίτες». Και προειδοποιεί: θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι και όταν η τύχη δεν θα είναι με το μέρος τους. Βρισκόμαστε σε συνεχή πόλεμο είπαμε. Και ολόκληρη η κοινωνία θα μοιάζει με ένα στρατόπεδο, υλικά και συναισθηματικά. Και θα πρέπει να μπορεί να σηκώσει και τους θανάτους κάποιων «πολιτών». Εάν η τύχη (δεν) το θέλει.

Μην μου μιλήσεις, λοιπόν, ξανά για ειρήνη…

Γιατί να χαρώ που σας βλέπω;

afisa-thisseas

Μέσα Σεπτέμβρη, Άνω Πετράλωνα. Η μέρα ξεκινάει με σιχτίρισμα. Από το πρωί τα αστυνομικά περίπολα έχουν ξεχυθεί στη γειτονιά, στέκονται σε κάθε γωνία από τη στιγμή που μπάινεις στην Τριών Ιεραρχών. Οι εφημερίδες την επομένη θα γράψουν για την «επιχείρηση Θησέας» και τα «θαυμαστά» αποτελέσματά της. Εκείνη την ημέρα, όμως, ένα μηχανάκι με έναν ηλιοκαμμένο οδηγό, με τη φρίκη των χιλιομέτρων πάνω στο μέτωπό του και το άγχος της επόμενης παράδοσης στο βλέμμα του θα σταματήσει δίπλα σε έναν τέτοιο περίπολο. «Έχει συμβεί κάτι;», ρωτάει. «Γιατί;» του απαντάει ένας ένστολος. «Γιατί είστε σε κάθε γωνία, έχει κάποια παρέλαση;», συνεχίζει. «Δεν χαίρεσαι που μας βλέπεις, ε;», συμπεραίνει ο ένστολος. «Γιατί να χαρώ που σας βλέπω; Θα χαιρόμουν αν έβλεπα σε κάθε γωνία κούριερ και ντελιβεράδες». Και σηκώνεται και φεύγει. Δεν είμαι και πολύ σίγουρος εάν κατάλαβε ο μπάτσος την ταξική αφετηρία της σκέψης του προλετάριου στο παπί. Σίγουρα κατάλαβε, όμως, ότι κάποιοι δε γουστάρουν και πολύ να τους αντικρύζουν στο δρόμο τους. Ίσως το καταλάβουν αυτό και λίγο περισσότερο όταν στην επόμενη περιπολία τους αντικρύσουν και την παραπάνω αφίσα που έχει κολληθεί εδώ και κάποιες μέρες στις γειτονιές μας. Για την αστυνομία και τους φίλους της. Και για όσους πειραματίζονται γύρω από την κοινωνική μας αναπαραγωγή με στρατιωτικούς όρους.

Κράτα το

Κράτα το

Αυτοπεποίθηση ρε!

diadilosi12012013-fotoindymedia

Η κορυφαία στιγμή εκείνης της διαδήλωσης του προηγούμενου Σαββάτου ήταν εκεί, κάτω από τη γέφυρα της Μουστοξύδη. Εκεί τα λαρύγγια έκλεισαν, εκεί τα μάτια άστραψαν, εκεί έβλεπες πώς είναι η μορφή του προσώπου που είναι γεμάτο έκπληξη και χαμόγελο μαζί. Σε εκείνα τα 200 μέτρα ένιωθες ότι ο καθένας και η καθεμιά, δίπλα, φώναζε για τον εαυτό του και για τους άλλους. Για να τον ακούσει και να τον ακούσουμε. Ότι είμαστε εδώ, αποφασισμένοι. Ότι το κουράγιο δεν μας εγκατέλειψε ακόμη. Ότι είναι μακριά η στιγμή που θα λυγίσουμε. Γιατί έχουμε δίπλα ο ένας την άλλη. Και ήταν ωραία. Αυτοπεποίθηση ρε!

Σημειώσεις για μία μπούκα σε ένα υπόγειο

apagor-anysix-pliroforΕάν έγραφα σε εφημερίδα το σχήμα λόγου θα ήταν ήδη κλειδωμένο: «Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι από την εισβολή στη Βίλα Αμαλίας, μπλα, μπλα, μπλα…». Αλλά τα χαρτιά και τα μελάνια είναι για τους φτασμένους.

Σειρά, λοιπόν, της ΑΣΟΕΕ.

Έφτανε ένα πρόσχημα, βγαλμένο από τα βάθη της ρατσιστικής ρητορείας που βγαίνει μπροστά με το όνομα παραεμπόριο. Ας μη γελιόμαστε. Το ζητούμενο δεν είναι η «απασχόληση» των μεταναστών, αλλά οι ίδιοι οι μετανάστες. Την ίδια αντίδραση επιφυλάσσουν -οι ίδιοι ρατσιστές- στους μετανάστες που ξεροσταλιάζονται (για 15 ευρώ το 6ωρο) γύρω από την Ομόνοια να μοιράζουν φυλλάδια φροντιστηρίων! Σε τούτα τα χώματα ο ρατσισμός δεν θα πολεμηθεί με συναισθηματισμούς του τύπου «θα προτιμούσες μήπως να πουλάνε ναρκωτικά στην Μενάνδρου;».

Έφτανε μία καλή επιλογή της συγκυρίας. Η θεσμική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου δε σημαίνει και αυτόματα βόλτες για τα όργανα της τάξης στα ιδρύματα. Και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο το φαντασιακό με το οποίο έχει γαλουχηθεί το ελληνικό φοιτηταριάτο (και όχι μόνο), αλλά και τα κενά στα εγχειρίδια της ελληνικής αστυνομίας. Τί θα σήμαινε και τί θα παρήγαγε σαν αποτέλεσμα (υλικό και πολιτικό) μία επιχείρηση ειδικών δυνάμεων σε κλειστό χωροταξικό περιβάλλον όπου είναι συσσωρευμένος ένας διόλου αμελητέος αριθμός νεολαίων; Άσχετα εάν πρόκειται για ριζοσπάστες ή όχι. Η επιλογή, λοιπόν, της χρονικής περιόδου των εορτών όπου το πανεπιστήμιο παραμένει κλειστό ήταν η καλύτερη δυνατή. Για να επιχειρηθεί μία νίκη στα σημεία αλλά και σε επίπεδο ιδεολογίας.

Είναι η δεύτερη φορά όπου οι μετανάστες (και οι αγώνες τους) αποτελούν την αφετηρία για εισβολή της αστυνομίας σε πανεπιστημιακό χώρο. Η πρώτη ήταν η Νομική με τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας. Εδώ έχουμε εκείνους που προσπαθούν να επιβιώσουν με έναν πάγκο στο πεζοδρόμιο της Πατησίων. Και που κάθε φορά που τους την έπεφτε η αστυνομία ανταπαντούσαν, στέλνοντας στα κεφάλια τους κάμποσα κιλά μάρμαρο και γυαλί. Αυτή τη φορά, αυτοί οι άνθρωποι ήταν χωρίς τα μετόπισθεν, εύκολη λεία στα χέρια του εχθρού.

Προφανώς και η όλη ιστορία ήταν σκηνοθετημένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Ένα κοινότοπο μεσημέρι στην Πατησίων, οι πάγκοι αραδιασμένοι, το πέσιμο της αστυνομίας, η ανταπάντηση των μεταναστών, η (δια)φυγή στο προαύλιο του ιδρύματος, το έτοιμο εισαγγελικό ένταλμα, οι ένστολοι φορτσάτοι για το υπόγειο της σχολής, η μπούκα στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι, η «ανακάλυψη» του ραδιοφωνικού σταθμού.

Αυτοί που σχεδίασαν την επιχείρηση ήξεραν ότι οι μετανάστες έπειτα από λίγες ημέρες θα βρίσκονται και πάλι εκεί γιατί δεν έχουν άλλες επιλογές. Ήξεραν ότι οι 17 σάκοι εμπορεύματα που κατέσχεσαν δεν αποτελούν αυτό που θα λέγανε «πλήγμα στο παραεμπόριο». Ήξεραν την ύπαρξη του αυτοδιαχειριζόμενου στεκιού και ότι δεν μπορούν να «πάρουν» τον χώρο και να αποτρέψουν την εκ νέου λειτουργία του. Ήξεραν, όμως, και την ύπαρξη του ραδιοφωνικού σταθμού στο υπόγειο της σχολής. Και ήξεραν ότι το ξήλωμά του (μαζί και της κεραίας από την ταράτσα) ήταν το βασικό πλήγμα που θα μπορούσαν να επιφέρουν με το σχέδιο που έβαλαν σε εφαρμογή.

Ποιος ήταν ο στόχος αυτής της επίθεσης; Και πάλι, η «κοινωνική αναπαραγωγή» του αντιεξουσιαστικού κινήματος. Δεν απασχολεί τόσο το πόσοι εκατοντάδες ή χιλιάδες μπορεί να συντονίζονταν στη συχνότητα του 98 fm, όσο η επιλογή της αυτοοργάνωσης και του πειραματισμού πάνω σε ένα εγχείρημα που απαιτεί τους δικούς του κόπους. Και αρκετά χρήματα για υλικοτεχνικό εξοπλισμό. Και αυτό θεώρησαν ως ένα αδύνατο σημείο που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν και να χτυπήσουν.

Κράτα το

Το Σπίτι της Αχαρνών

villa-amalias-squatΟ καθένας και η καθεμιά έχουν τις δικές τους αναμνήσεις από την Βίλα Αμαλίας.

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, ένα σάπιο καλοκαίρι, κάπου στη μέση του, τότε είναι που πέρασα πρώτη φορά τη σιδερένια αυλόπορτα της Αχαρνών. Αυτή τη σιδερένια αυλόπορτα που τα ξημερώματα της περασμένης Πέμπτης οι ένστολοι εισβολείς την βαρούσαν για κάνα εικοσάλεπτο αλλά δεν έλεγε να τους ανοίξει. Ήξερε να αναγνωρίζει τους φίλους από τους εχθρούς.

Μία ήρεμη καλοκαιρινή αυλή, φώτα να παιχνιδίζουν με τις φυλλωσιές, οι ξύλινοι πάγκοι στη θέση τους,  μία κρύα μπύρα να σβήσει ο ιδρώτας. Τα ξημερώματα της περασμένης Πέμπτης η αυλή έγινε εκείνος ο χώρος όπου συγκεντρώθηκαν τα πειστήρια ενός σκηνοθετημένου εγκλήματος. Κάποιες εκατοντάδες άδεια μπουκάλια μπύρας, χιλιάδες είπαν αυτοί. Και τέσσερα από ουίσκι. Παραδίπλα, το πρωινό αγιάζι σφύριζε από το μισάνοιχτο παράθυρο του συναυλιάδικου. Αποκαμωμένο και αυτό, περίμενε να έρθει το βράδυ για ένα ακόμη -ζεστό- πανκ καφενείο. Το πρόλαβε όμως η εξουσία. Παραμένει σκοτεινό και σκυθρωπό.

Στην Αχαρνών, στο απέναντι πεζοδρόμιο, τα πόδια μου έχουν ξεπαγιάσει.

Οι εισβολείς μοντάρανε και ένα βιντεάκι για να το προσφέρουν στο τηλεοπτικό κοινό. Και φρόντισαν να ενεργοποιήσουν τις άκρες τους στο δημοσιογραφικό σινάφι για να το ντύσουν με τις κατάλληλες αφηγήσεις. Μετά τον ωχαδερφισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό βρήκα πιο είναι το καινούργιο φρούτο που ευδοκιμεί σε τούτα τα μέρη: ο σουρεαλισμός. Να ακούς για την «βία Αμαλίας» και να βλέπεις πλάνα από το σαλόνι, το καφενείο, το συναυλιάδικο και το βιβλιοπωλείο της κατάληψης. Σε τούτα τα μέρη γίνονται και θαύματα: πάνω στο σώμα του εσωτερικού εχθρού η δημοσιογραφική πλέμπα άρπαξε την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως κυνηγός της αλήθειας και υπερασπιστής των κοινωνικών συμφερόντων. Κοντόφθαλμη κοινωνική μνήμη.

Θυμάμαι εκείνο το πρωί, σχεδόν χαράματα, που κομμάτι-κομμάτι βάζαμε μέσα την τυπογραφική μηχανή. Το πρωί της Πέμπτης τα φορτηγά του δήμου που φτάνανε στην Χέυδεν είχαν σκοπό να πάρουν κομμάτι-κομμάτι τα πράγματα από μέσα. Εκείνο το βράδυ που είχαμε στηθεί όλοι γύρω από τη ξυλόσομπα του καφενείου και ακούγαμε για την αστυνομική εισβολή στο δημαρχείο Κερατσινίου. Εκείνα τα βράδια που αφουγκραζόμασταν σπιθαμή με σπιθαμή τα πεζοδρόμια της Χέυδεν γιατί μέσα οι πανκ ήχοι δεν μας ψήνανε και πολύ. Εκείνη τη γωνία, κάτω από τις σκαλωσιές, που δεν άδειαζε ποτέ από την περιφρούρηση. Το μαύρο που τύλιξε τους τοίχους από τη μεριά της Αχαρνών μετά απ’ την παρακρατική επίθεση τον Μάιο του  2008. Την αγωνία μέχρι να σταθεί και πάλι το καφενείο στα πόδια του. Και στάθηκε, από το εργοτάξιο της αλληλεγγύης. Το τρέξιμο στους φασίστες. Τα γέλια των πιτσιρικάδων του παιδικού στεκιού που μουτζουρώνανε τις τσιμεντένιες μπάλες του πεζόδρομου, το πάθος των θεατρικών παραστάσεων, τα νέφη καπνού στις συνελεύσεις, την προσήλωση στις βιβλιοπαρουσιάσεις, τους προβληματισμούς στις εκδηλώσεις, τις αναζητήσεις στο βιβλιοπωλείο, την αναμονή για να έρθει η σειρά σου στο ποδοσφαιράκι, την καρτερικότητα στην ουρά για το κατούρημα, το μπασκετάκι στην αυλή.

Η εκκένωση της Βίλας Αμαλίας είναι ένα χτύπημα με πολιτικές προεκτάσεις που γειώνονται χωροταξικά. Είναι το σύνορο με τη βαρβαρότητα του Αγίου Παντελεήμονα, το ανάχωμα προτού αυτός ο κανιβαλισμός εξαπλωθεί και στην πλατεία Βικτωρίας (κάτι που αποτελεί διακαή πόθο των διαφόρων ρατσιστικών επιτροπών κατοίκων που εμφανίζονται κατά καιρούς). Είναι, όμως, και κάτι άλλο. Είναι ένα χτύπημα στην «κοινωνική αναπαραγωγή» του αντιεξουσιαστικού κινήματος. Όλων αυτών των χιλιάδων ανθρώπων που όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε αυτόν τον χώρο χάρηκαν, έκλαψαν, φλέρταραν, ερωτεύτηκαν, γνώρισαν, πειραματίστηκαν, έχτισαν φιλίες. Όλων αυτών των χιλιάδων που μέσα από αυτόν τον χώρο εκφράστηκαν, οργανώθηκαν και πραγμάτωσαν ψηφίδες αυτού του κόσμου που ονειρευόμαστε.

6 μέρες χωρίς την Βίλα Αμαλίας. Και είναι πολλές.

Κράτα το

Ο νομος του μαγαζιου.

Δε θέλει μεγενθυντικό φακό. Τα πράγματα είναι απλά…

Πριν από κάποια χρόνια το αφεντικό της καφετέριας Gauloise στο Κουκάκι (πεζόδρομος Γεωργίου Ολυμπίου και Βεΐκου) όταν έφευγαν και οι τελευταίοι πελάτες αναλάμβανε την μουσική επένδυση με την οποία έκλεινε η βραδιά. Η κασέτα έπαιζε διάφορα χουντικά άσματα, ενώ η σερβιτόρα έβγαζε πέρα τη φασίνα της ημέρας. Ο σιδερένιος ιππότης στο παράθυρο είναι το σήμα κατατεθέν του μαγαζιού. Όπως και τα μικρά άσπρα χαρτάκια τα οποία είναι κολλημένα εδώ και εκεί στους τοίχους του Κουκακίου, σε μία διαρκή αναζήτηση σερβιτόρας. Γιατί όμως το αφεντικό αναζητά συνεχώς σερβιτόρα; Ανοίξανε οι δουλειές ή συμβαίνει κάτι άλλο;

«Εδώ ισχύει ο νόμος του μαγαζιού ήταν η απάντηση της εργοδοσίας του Gauloise όταν η εργαζόμενη διεκδίκησε τα δικαιώματά της. Η συναδέλφισσα εργαζόταν από τον Σεπτέμβριο του 2011 έως τον Μάιο του 2012 σε καθεστώς επισφαλούς μαύρης εργασίας με ημερομίσθιο 25 ευρώ το 8ωρο, πολύ κατώτερο του θεσμοθετημένου. Για δώρα, επιδόματα, αργίες, νυχτερινά ούτε λόγος από την εργοδοσία του Gauloise που θέλει τον εργαζόμενο αναλώσιμο, πολυπαραγωγικό και υπάκουο στις επιταγές του κέρδους που φυσικά εισπράττει πατώντας πάνω στην υπεραξία των εργαζομένων. Οι υπάλληλοι στο εν λόγω μαγαζί τελούν χρέη μπουφετζή, σερβιτόρου και καθαριστή ταυτόχρονα».1

«Και σε αυτή που δουλεύει τώρα σερβιτόρα, για πες μας της κολλάς ένσημα και δώρα;» είναι ένα από τα συνθήματα που ακούγονται στην απογευματινή παρέμβαση του σωματείου σερβιτόρων-μαγείρων. Ο δίσκος που πέφτει, τα σπασμένα ποτήρια, και ξανά ο δίσκος που πέφτει είναι μία ακόμη επιβεβαίωση της πραγματικότητας που αναφέρθηκε και παραπάνω. Η σιωπή της εργαζόμενης -η οποία επιβάλλεται από το συνεχή υπεροπτικό βλέμμα του αφεντικού-, σπάει μπροστά στην ευθύτητα της συναδελφικής αλληλεγγύης που εκφέρεται από την απέναντι μεριά.

«Το σωματείο σερβιτόρων, μαγείρων και λοιπών εργαζομένων στον κλάδο του επισιτισμού προέβει σε σύσταση στον εργοδότη για την διευθέτηση των οφειλών προς την συναδέλφισσα. Η απάντηση του ιδιοκτήτη ήταν ψευτονταηλίκια, βρισιές, χυδαιότητες, σεξιστικοί χαρακτηρισμοί και απαξιωτικά σχόλια για το σωματείο και τους εργαζόμενους».2

Το τραπεζάκι της τοπικής οργάνωσης του κκε μετακινείται λίγα μέτρα παραπέρα από το σημείο της παρέμβασης. Πρέπει να είναι διακριτές οι γραμμές. «Με ταξικούς αγώνες αλλάζει η ιστορία, ενάντια σε κράτος και εργοδοσία». Και αυτή η στιγμή της ταξικής αντιπαράθεσης με ένα μικρό(μεσαίο) αφεντικό προκαλεί αν μην τι άλλο αμηχανία. Το άνοιγμα του Κόμματος στα μικρομεσαία στρώματα σκοντάφτει στη βιωματική πραγματικότητα.

 

Σημειώσεις

1. Απόσπασμα από το κείμενο που μοίραζε το σωματείο σερβιτόρων, μαγείρων και λοιπών εργαζομένων στον κλάδο του επισιτισμού σε παρέμβαση που έγινε έξω από την καφετέρια το απόγευμα της Τετάρτης.

2. ο.π.

Ολα ειναι ομορφα στα ποδια της Ακροπολης;

Από την βορειοδυτική άκρη της συνοικίας του Μακρυγιάννη και προς τους πρόποδες της Ακρόπολης αναπτύσσεται μία από τις πιο βαριές και επιθετικές βιομηχανίες της Ελλάδας, η τουριστική. Η ανέγερση και λειτουργία από το 2009 του νέου μουσείου της Ακρόπολης πλάι στον σταθμό του μετρό της περιοχής και η πεζοδρόμηση της οδού Μακρυγιάννη έκανε τότε το περιοδικό «Αθηνόραμα» να πανηγυρίζει ότι η περιοχή «έχει τα φόντα να γίνει μια ζωντανή piazza». Και πράγματι λίγα χρόνια αργότερα ο πεζόδρομος αποκαλείται και «μικρός Σηκουάνας»1, τα διάφορα free press και τα ιντερνετικά site της πόλης παρουσιάζουν τις γαστρονομικές πανδαισίες των εστιατορίων, τα εναλλακτικά μπαράκια της περιοχής κερδίζουν όλο και περισσότερο τον χώρο τους στο αθηναϊκό life style.

Σε όλες αυτές τις αναφορές, σε όλα αυτά τα αφιερώματα οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες έχουν τη θέση του ντεκόρ, από αυτούς και από αυτές απαιτείται απλά να χαμογελούν για να είναι πετυχημένες οι φωτογραφίες που θα πλαισιώσουν το ανάλογο άρθρο. Οι εργασιακές συνθήκες αποτελούν ένα αυστηρά ατομικό βίωμα το οποίο πρέπει να παραμείνει αόρατο πίσω από τις πόρτες της κουζίνας, πίσω από τον πάγκο του μπαρ. Οι απλήρωτες υπερωρίες, η μαύρη και ελαστική εργασία, οι εξευτελιστικοί μισθοί βασιλεύουν, η εργασιακή ειρήνη επιβάλλεται, οι αντοχές και η αξιοπρέπεια των εργαζομένων δοκιμάζονται.

Συνέχεια