Category Archives: Αφηγήσεις

Αγγίγματα του αδιανόητου

Ο τόπος: μία από τις μουσειακές εκθέσεις της documenta.

Ο χρόνος: δύο περιστροφές ακόμα του λεπτοδείκτη πριν το σούρουπο.

Οι πρωταγωνιστές: σεκιουριτάς με αυτοπεποίθηση ο οποίος φλερτάρει μέρες τώρα τριτοετή νεαρά της καλών τεχνών η οποία ξεκινά να συντάσσει το βιογραφικό της αμφιταλαντευόμενη με το ποιά λέξη πρέπει να προηγείται, «invigilator» ή «documenta14». Ρητορική η κατάληξη.

Η στιχομυθία: μετά τη λήξη της βάρδιας τί θα κάνεις; / έχω μια μικρή υποχρέωση… / ξέρεις για το βράδυ… / μμμ… / κοίτα, εμείς εδώ, κάποια βράδια συνηθίζεται να ανεβαίνουμε στην ταράτσα του μουσείου και να χορεύουμε γυμνοί / … / είναι… αφορά τους εργαζόμενους εδώ του μουσείου, ξέρεις, για να ερχόμαστε πιο κοντά, να ξεδίνουμε από την δουλειά, να χαλαρώνουμε / αλήθεια; … ε, ωραία, τότε να έρθω, ναι… / θα σε περιμένω πάνω, λοιπόν, μετά τη λήξη της βάρδιας.

Και τελικά η documenta άγγιξε κάθε αδιανόητη σκέψη και πράξη; Ξεγυμνωμένους χορούς στις ταράτσες των μουσείων της πόλης, σκοινάκι στις ράγες του ηλεκτρικού, ακόμα και σεκιουριτάδες να φλερτάρουν καλοτεχνίτισσες…;

Advertisements

Για την πεζότητα της άμμου

Υπερεκτιμημένη η άμμος. Φιλόξενη επιφάνεια για να αραδιάσεις ή να θάψεις καλοκαιρινές αναμνήσεις και προσμονές. Αλλά μπορείς να την δεις και από την άλλη. Απλά ως ένα σύνολο από πέτρες. Πολλές πέτρες. Στο πιο προχωρημένο στάδιο της διάσπασής τους. Και να θέσεις το ερώτημα έπειτα. Στα νταμάρια γιατί ποτέ κανείς και καμιά δεν εμπνεύστηκε, δεν ερωτεύθηκε, δεν συνδέθηκε; Γιατί καμία αφήγηση δεν ξεκινάει με την ακινησία και αγριότητα της εικόνας τους; Ούτε καν αυτές εδώ οι γραμμές. Είχε μία μικρή πεποίθηση ότι γράφοντας για την άμμο, ήταν σα να γράφει για τα νταμάρια. Ότι η άμμος ήταν προϊόν μίας κατάρρευσης με πάταγο. Η πρώτη ύλη βιωματικών και φανταστικών ιστοριών. Γι΄αυτό την επόμενη φορά, σκέφτηκε, θα σε πάω σε ένα νταμάρι. Αλλά θα καταλήξουμε στην άμμο. Να κυληστούμε, να φιληθούμε, να ψάξουμε τον ουρανό, να αμηχανέψουμε κάμποσα λεπτά έπειτα βγάζοντας κόκκους από τα μαλλιά και τα ρούχα μας.

Του έλειπε. Ένα νταμάρι πέτρες να τις εναποθέτει με στοργή, ταπεινότητα και τα γνώριμα δάκρυα. Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Όπως εκείνο τον Φλεβάρη. Εκείνον τον τελευταίο, συλλογικό, Φλεβάρη.

Μείναμε στην άμμο, τελικά.

Ήχος.

* από το #2 της Σεμπριάς.

Σχέδιο πόλης

Σε λίγες ώρες ξημέρωνε και εκεί στην άκρη του μπαρ, ίσιωνε λέξεις σε ένα απελπιστικά τσαλακωμένο χαρτί που βρήκε στην τσέπη του. Το φως ήταν αχνό και αμυδρά διακοπτόμενο, σαν παριζιάνικο μετρό της δεκαετία του ’50 που παραμένει ανοιχτό όλη τη νύχτα, μετά το τέλος της κυκλοφορίας των συρμών. Σκέφτηκε εκείνον τον ανώνυμο λεττριστή του ’53 που βαριόταν στην πόλη και έψαχνε να βρει κάποιο μυστήριο στις επιγραφές των δρόμων, αυτό το έσχατο στάδιο του χιούμορ και της ποίησης. Με παρηγορητική για το δράμα του διάθεση, τον φαντάστηκε εχθές το μεσημέρι στον σταθμό της Καλλιθέας να βλέπει εκείνον τον τυπάκο που έκανε σχοινάκι στις ράγες του τρένου διακόπτωντας τα δρομολόγια. Εναγωνιωδώς επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο για μία περφόρμανς της ντοκουμέντα. Μπροστά του έβλεπε το ρήμα, το «κάνω» και όχι να τίθενται οι όροι για μία μετέπειτα επεξήγησή του. Μέσα σε αυτήν την συναρπαστικά αποκλίνουσα ατμόσφαιρα ο Βολμάν τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αφτί το επιπρόσθετο ενδεχόμενο, εκεί, τώρα, να διαγραφούν ή να παραποιηθούν αυθαίρετα όλες οι ενδείξεις σχετικά με τις αναχωρήσεις, τους προορισμούς και τα δρομολόγια των τρένων, για να ενθαρρυνθεί η περιπλάνηση στην πόλη. Κοίταξε ψηλά τους φωτεινούς πίνακες. Άνοιξε τον ταλαιπωρημένο ψυχογεωγραφικό του χάρτη και άφησε επάνω του ακόμη ένα σημάδι των περιπάτων του. Στην επιστροφή για το σπίτι του φάνηκε ότι οι φανοστάτες στο δρόμο είχαν διακόπτες, ότι ο φωτισμός ήταν μία επιλογή στη διάθεσή του. Ένα σχέδιο ορθολογικών εξωραϊσμών της πόλης ξεκίνησε να υφαίνεται αυτή τη νυχτιά.

Ήχος.

Προλέτ νύχτες

Αυτή η νυχτιά, κουρασμένη μάλλον από τις συνήθειές της, έψαχνε για κάποιες παραξενιές. Τις έντυσε με τις μυρωδιές των πρωτοβρόχιων μιας άλλη εποχής και τους ήχους νιόβγαλτων σταλών που σκουντούσαν περιπαιχτικά τις ανθισμένες νεραντζιές. Οι τελευταίες παρέες μοιάζανε με τον επιθανάτιο ρόχγο μίας ερημωμένης πλατείας, στο τέλος μίας ημέρας που από το πρωί προειδοποιούσε για τα τροπικά της ενδεχόμενα. Τα δύο, συνήθη ύποπτα, μισοσκότεινα παγκάκια βαστούσαν και από ένα ζευγάρι. Μάγουλα τεντωμένα, μάτια κοκκινισμένα, βλέφαρα βαριά από τις κουβέντες που προηγήθηκαν, με μία μικρή ανησυχία γι΄αυτές που θα έρθουν. Η σιωπή της πλατείας ήταν δηλωτική των καταστάσεων. Έθετε όρια, επανεκιννούσε το χρόνο, ενέκρινε ή απέρριπτε παρουσίες. Το είχε νιώσει αυτό και προχθές, όταν δύο μπατσάκια του τοπικού τμήματος φύγανε ανεπιθυμήτοι προτού ακόμα πείσουν τους εαυτούς τους ότι ανεβήκανε στην πλατεία για να κοζάρουνε.

Τώρα, το σάουντρακ ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο μοτεράκι πίσω από τις γρίλιες που υποσχόταν σταθερή θερμοκρασία στο αλκοόλ του περιπτέρου. Ανασήκωσε την κουκούλα για να προφυλαχτεί από τα ορνιθοσκαλίσματα που είχε αρχίσει να γράφει η βροχή στο μέτωπό του και κίνησε προς την Καλλισθένους. Ένιωθε μία ανησυχία, αλλά τον ησύχαζε η σκέψη ότι χωρίς περίπτερο και αλκοόλ οι φάρυγγες σύντομα θα στέγνωναν και τη θέση των λόγων θα έπαιρναν ανακουφιστικές κινήσεις εκατέρωθεν λίπανσης των χειλιών. Από εδώ και έπειτα συντρόφεψε με την ρουτίνα. Ανεβαίνοντας για τα πέτρινα, μύρισε ψάρι και σάπια χόρτα μαζί, προφανώς απότοκο χρονικής παλινδρόμησης καθώς οι λαϊκατζήδες τώρα στήνανε. Ο λουλουδάς με την συντροφιά του σκύλου χωρίς ουρά, ο πατατάς μπροστά από το δεκαεννιά νούμερο να προσπαθεί μάταια να βολέψει την κοιλιά του σε μία σπιθαμή πρεβάζι για να προλάβει τον ύπνο, αποκαμωμένα ανακουφισμένοι πακιστανοί που βρίσκονται μακρυά από τα καταλύματα του Ασπρόπυργου, ο καντινιέρης που σε εννέα λεπτά θα σηκώσει το τηλέφωνο για αφιέρωση στον ντέρτι εφ εμ. Απέναντι, ένας άλλος πακιστανός, εσώκλειστος στο μαγειρείο ενός ντόπιου μπίζνεσμαν, με μπλαζέ προφίλ πίσω από την τζαμαρία καθαρίζει δύο σακιά πατάτες, ίσως στην πιο ενεργητική στάση που θα μπορούσες να τον πετύχεις τέτοια ώρα.

Στο δωμάτιο, αραδιάζοντας τις σημειώσεις του σαν την μαύρη θάλασσα του weeping song, ένιωσε μια ακαταμάχητη ηρεμία που μία ακόμα ιστορία για την αγαπημένη του γειτονιά ήταν κενή από χίπστερ καλλιτέχνες και εναλλακτικές υποκουλτούρες.

Μόνο προλέτ έρωτες, λούμπεν συναναστροφές και πραγματικές αντιφάσεις.

Πετραλωνίτικα ξημερώματα.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Βιτρώ αντανακλάσεις

mpenakiΜε τα χίλια ζόρια κατάφερε και βρήκε μία μισοσπασμένη ομπρέλα αφημένη ποιός ξέρει από πότε κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Όχι ότι δεν ήταν σίγουρη ότι κάπου-εκεί-ήταν, αλλά το πέρασμα από την υπόθεση στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν μία διαδικασία αγχωτική. Η καταιγίδα ήταν ξαφνική, όχι μόνο γιατί ήμασταν στις πρώτες μέρες ενός καλοκαιριού που είχε μπει βδομάδες τώρα, αλλά και γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό να ρίξει μία ματιά στην μετεωρολογική πρόβλεψη της ημέρας. Η ομπρέλα διόλου δεν τη βοήθησε να διασχίσει στεγνή την Πειραιώς και να φτάσει στην είσοδο του μουσείου. Τουλάχιστον από το γόνατο και κάτω. Το φουστάνι της ήταν σαν ένα βιτρώ. Μία πανδαίσια ζεστών χρωμάτων ταιριασμένα μεταξύ τους που σε άφηναν να διαπερνάς την ομορφιά του κορμιού της και το άγχος του βλέμματός της.

Τελευταίες ματιές λεπτομέρειας στο έργο που βρίσκοταν σε μία γωνιά της έκθεσης. Τυπώματα και απομεινάρια μίας εγκατάστασης που κρατούσε ζεστή μέσα της την ανάμνηση της γιαγιάς που σκοτώθηκε στην πορεία των Χιλιών Αμάχων. Λίγο σίδερωμα του πανιού στην κάτω δεξιά άκρη, η σπαζοκεφαλιά της τοποθέτησης μίας Σίνγκερ στο χώρο. Όλα φαίνοταν έτοιμα. Περιμένανε τους πολιτιστικούς φίλους του Μπενάκη. Αυτούς που είχαν ξοδέψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο χρόνο μπροστά στο καθρέπτη για το τί ρούχο να φορέσουν, ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό. Και τώρα τριγυρνούσαν με ύφος εκατό καρδινάλιων της τέχνης ανάμεσα στα έργα. Και πού και πού έβρεχαν με λίγο λευκό κρασί το ύφος τους, για να μοιάζουν δροσεροί και βλοσυροί.

Βαβούρα. Δεν της αρέσανε τα εγκαίνια των εκθέσεων. Καθωσπρεπισμοί. Άσε που τώρα θα έπρεπε να επιχειρηματολογήσει και για τον εμφύλιο. Τουλάχιστον να ήξερε ότι δεν θα είχε απέναντί της απλά φλύαρες γλώσσες, πάει και έρχεται.

Τις προηγούμενες μέρες, κατά τη διάρκεια του στησίματος, η αίθουσα είχε μία άλλη ζωντάνια. Δεν ήταν απλά η χαρά που κρυφοέπαιζε με την κούραση όταν κοιτούσες τα μάτια της. Ήταν τα ψαλίδια και οι κλωστές αραδιασμένα στο ξύλο του πατώματος. Οι καφέδες που πήγαιναν και έρχοταν. Οι αρπαχτές για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, το οποίο συνήθως έμενε μισό γιατί κάτι θα προέκυπτε να γίνει εκείνη τη στιγμή. Η σιδερώστρα που επέφερε μία διακριτική ανησυχία στους επιμελητές του μουσείου. Καλά-καλά δεν είχαν χωνεύσει την παρουσία στο χώρο μίας ραπτομηχανής. Τα προβληματισμένα βλέμματα, τα συνοφρυωμένα φρύδια, τα φουσκωμένα χείλη, τα διαπεραστικά γέλια.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε με μία σέπια γεύση στα χείλη της. Αναλογίστηκε τη ζωντάνια που κουβαλάει το απρόβλεπτο στη διαδικασία του κάθε στησίματος και κατέληξε -χωρίς να είναι και απόλυτη, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν ένα χαρακτηριστικό της- ότι η κίνηση είναι αυτή που την κρατάει ζωντανή και όχι η κατάληξη, το αποτέλεσμα. Αυτό το λογάριαζει πάντα σα μία σύντομη στάση, για να ξαποστάσει και να συνεχίσει. Γι΄αυτό και ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Γιατί βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μπορούσε να συνεπάρει και εσένα μαζί.

Γι΄αυτό.

Ανύποπτες διευθύνσεις.

anyp_dieuthΟι παραγγελίες ερχόντουσαν σωρηδόν. Ήταν μία από εκείνες τις βροχερές ημέρες που δε δίσταζε να κορδώνεται γεμάτος αντικοινωνικότητα σε κάθε πόρτα που άνοιγε και η θαλπωρή της ζέστης -μαζί με διάφορα άλλα οικογενειακά σύνδρομα- τον έπαιρνε από τα μούτρα. Στα δρομολόγια πάνω στο παπί είχε μάθει να μετράει έναν-έναν τους σπόνδυλούς του. Από τον πόνο. Σήμερα είχε και έναν αφόρητο πονοκέφαλο. Στο μαγαζί το αφεντικό είχε πάρει το ύφος καρδινάλιου, χωρίς βέβαια αυτό να τον κάνει λιγότερο αντιπαθή απ΄όταν είχε το ύφος του αφεντικού. Στην τσίτα όλη η γραμμή παραγωγής. Η κουζίνα, τα σκαμπό γύρω από το τηλέφωνο, τα παπιά που προτού κρυώσουν μάρσαραν ήδη για το επόμενο δρομολόγιο. Η γαλότσα είχε τρυπήσει και δεν το είχε καταλάβει παρά μόνο όταν άφησε μία αριστοκρατική πατημασιά σε μία γούρνα στο δρόμο. Και εκεί, εκείνη τη στιγμή, εναπόθεσε και τη στεγνή του κάλτσα για το υπόλοιπο της βάρδιας. Μέσα στα νεύρα γιατί ήταν μέσα στα νερά, από την πατούσα μέχρι τις στάλες που κυκλώνανε τη μύτη του, ετοιμαζόταν για την επόμενη παραγγελία. Τάδε διεύθυνση, στο τάδε κουδούνι. Έψαχνε στις τσέπες του να βρει ένα 10ευρω για να πληρώσει το ταμείο. Ένα σωρό άχρηστα χαρτιά και χαρτάκια είχαν γίνει μία υγρή άμορφη μπάλα που διαλύοταν σιγά-σιγά σε χίλια, ξεβαμμένα από το μελάνι, κομματάκια. Τα ακουμπούσε στον πάγκο μπροστά του, εξαντλώντας την υπομονή του μαζί με τις πιθανότητες να ψάχνει το 10ευρω στη σωστή τσέπη. Το αφεντικό άπλωσε το χέρι στην χαρτούρα που είχε αραδιάσει. Απήγγειλε: Λεωνίδου και Θερμοπυλών, Μεταξουργείο. Ξεδοντιάστηκε γελώντας: τί είναι εκεί, ρε; κανένα μπουρδέλο που θα πας μετά τη δουλειά; Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε γκαζώνοντας. Οδηγούσε για κανα 10λεπτο αμίλητος. Πέρασε τη διεύθυνση που ήταν ο προορισμός του. Συνέχισε. Ένα μειδίασμα ζωγραφίστηκε τριγύρω από το πρόσωπό του. Μουρμούρισε: ναι ρε, θα πάω μετά τη δουλειά και όταν έρθει η ώρα θα κάνω μπουρδέλο την επιχείρησή σου.

Την επομένη το πρωί η βροχή είχε κοπάσει. Καλύτερα. Είχε να πάει να γραφτεί στο σωματείο του. Λεωνίδου και Θερμοπυλών. Μεταξουργείο.

Η επιθυμία γδυτή.

Erwin BlumenfeldΤο χαλί ήταν σα να είχε μόλις αδειάσει απάνω του η μισή ντουλάπα. Ή, για να αποφύγουμε τις υπερβολές, τα πιο ευκολόβγαλτα υφάσματα της φορεσιά τους. Κάμποσες αποχρώσεις του γκρι είχαν ταξινομηθεί στα συμμετρικά κουτάκια ενός, ραμμένου στο χέρι, καρό παλτού. Παραδίπλα, το μαύρο λινό φόρεμα δεν ήταν ακριβώς εκείνο το κομμάτι ύφασμα που θα μπορούσε να «ντύσει» μία ιστορία σαν αυτή εδώ. Σίγουρα, το άλλο που ήταν μέσα στην ντουλάπα, το λουλουδένιο, θα τραβούσε μία περισσότερο ρομαντική περιγραφή. Αλλά αυτός επέμενε στο μαύρο λινό. Απόψε δεν είχε ρομάντσα. Είχε κολλήσει η σκέψη του στον αισθησιασμό που έβγαζε όταν τύλιγε το κορμί της. Το είχε προσέξει μόλις πριν λίγα βράδυα. Το τυρκουάζ πλεκτό της είχε ακόμα το σημάδι από τη σιλικόνη των κατασκευών της προηγούμενης ημέρας. Κάπως έτσι είχαν ξεμείνει και διάφορα χρωματιστά κομμάτια χαρτονιού, συμμετρικά ή όχι δεν έχει σημασία, από ‘δώ και από ‘κει, σε διάφορες γωνιές του σπιτιού. Το λιωμένο γκρι υφασμάτινο παντελόνι του, τα μπατζάκια του για την ακρίβεια, φαινόταν η ιδανική κρυψώνα για ένα ζευγάρι καλτσες που είχαν ξεμείνει εκεί. Σαφής ένδειξη του γρήγορου τρόπου με τον οποίο βρέθηκε άδειο στο πάτωμα. Η μακό μαύρη μπλούζα, θύμα μίας σειράς τυχαίων εναποθετήσεων, είχε καταλήξει με τέτοιον τρόπο πλάι στο γκρι παντελόνι, που φαινόταν να σχηματίζουν ένα πτώμα σε μπρούμυτη θέση. Μία μικρή τρύπα στα αριστερά της μπλούζας, ένα ξήλωμα του υφάσματος δηλαδή λίγο πάνω από το σημείο της καρδιάς, θα μπορούσε να υποδηλώνει το αίτιο εάν πράγματι είχαμε ένα πτώμα μπροστά μας.

Ο καναπές ανάκατος. Με τη μυρωδιά της φρέσκιας στάχτης. Το λαμπατέρ τρεμόπαιζε, δεν έκανε καλή επαφή η πρίζα. Δύο χέρια χωμένα ανάμεσα σε δύο πόδια. Και άλλα δύο πόδια μπουρδουκλωμένα με άλλα δύο χέρια. Μία ακίνητη χορογραφία. Τα στριφτά τσιγάρα, από ένα σε κάθε ζευγάρι χεριών, είχαν σβήσει. Περίπου στο ίδιο μήκος. Τέσσερα μάτια κάρφωναν με επιμονή το ένα το άλλο. Το δεξί μάγουλό της είχε γύρει επάνω στο στήθος του. Και το αριστερό του μάγουλο επάνω στο κεφάλι της. Απροθυμία κίνησης. Στιγμιαίες εκατέρωθεν πιέσεις της στηθιαίας περιοχής μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο ως σκιρτήματα συναισθημάτων που έψαχναν τρόπο να εκδηλωθούν. Τα χείλη είχαν στεγνώσει. Επιζητούσαν ένα μαύρο ρούμι, περισσότερο και από φιλί. Απροθυμία ήχων. Μόνο η ανάσα τους. Μόνο η ανάσα τους. Τί; Τί; Μικρά ψελίσματα. Όχι δεν ήταν ήχοι, ήταν η αναζήτηση του ενός στην άλλη. Και βαθιά στον εαυτό τους.

Οι ματιές συναντήθηκαν στο χαλί. Ένα μωσαϊκό χρωμάτων, υφασμάτων. Θα μπορούσε να είναι μία εμπνευσμένη δουλειά για έναν ή μία σκηνογράφο. Ή ενδυματολόγο. Αλλά και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς κινήσεων που με ερωτική ακρίβεια οδηγούν δύο σώματα τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν η επιθυμία. Λάθος λέξη; Ήταν η επιθυμία. Αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να κερδίσει το χώρο της στα παιχνίδια του μυαλού. Άλλες φορές έβγαινε κερδισμένη, άλλες ηττημένη. Μάλλον είχε ακόμα δρόμο μπροστά της. Αλλά ένιωθε αισιόδοξη. Και πιστεύοντας ότι βλέπει πέρα από τη μύτη της. Ότι βλέπει την επιθυμία.

Προσπέραση.

me to fai ti tha kanoumeΠροχθές του είπαν ότι αδυνάτισε. Τον συμβούλεψαν να τρώει περισσότερο και καλύτερα. Η σκέψη τους προσπέρασε γρήγορα το ενδεχόμενο να μην έχει να φάει. Σωστά. Δεν έμοιαζε με ρακένδυτο σακάτη. Είχε την μπλε ταυτότητα. Δραστήριος κινηματικά. Συμμετείχε σε συλλογικότητες και κατέβαινε στις διαδηλώσεις. Είχε φίλους και φίλες. Είχε φίλους και φίλες που βγαίνανε. Είχε κορίτσι που το αγαπούσε και τον αγαπούσε λίγο. Μιλούσε, τακτικά θα μπορούσαμε να πούμε, με τους γονείς του στο τηλέφωνο. Θα τον έπαιρνε το μάτι σου στα μπαρ, χωρίς τη συντροφιά του αλκοόλ, χωρίς τις προϋποθέσεις δηλαδή να γίνει λογοτεχνικό αφήγημα.

Οπότε δεν μπορεί να μην είχε να φάει. Η Θεωρία δίδασκε ότι είναι αλλιώς αυτός που δεν έχει να φάει. Απογυμνωμένος κοινωνικά. Η Θεωρία δίδασκε ότι ένας που δραστηριοποιείται κινηματικά δεν μπορεί να μην μπορεί να φάει. Γιατί έτσι δεν είναι χορτάτος για να μιλήσει για τους πεινασμένους. Κοίτα πώς μας αρέσει να μιλάμε για τους άλλους.

Γάμα τη θεωρία. Με το φαΐ να δούμε τί θα κάνουμε…

Η ηθική της δυσαρέσκειας

ithiki_dysareskeiaΠερπατούσε αφηρημένος, αφημένος στις σκέψεις που του άφησε μία ακόμη συνέντευξη για δουλειά. Την τελευταία στιγμή απέφυγε το σκουντούφλημα μαζί τους. Κατεβαίνανε δυο-δυο τα σκαλιά του νεοκλασσικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Είχαν την εικόνα πεινασμένων. Όχι του πεινασμένου που έχει μέρες να φάει, αλλά αυτού που ήταν έτοιμος για γαστρονομικές αναζητήσεις στα εστιατόρια του κέντρου της Αθήνας. Το χιούμορ τους κοντοστάθηκε στην μαύρη μερσέντες που ήταν παρκαρισμένη στην είσοδο του κτιρίου. «Αυτό είναι δικό μας;», αναρωτήθηκε η γιάπικη γλώσσα, για να συναντήσει τα κουρδισμένα γέλια των υπολοίπων και να συνεχίσουν όλοι μαζί παρέα το δρόμο τους.

Οι σόλες από οκτώ λούστρινα παππούτσια σέρνανε την ηχό τους πάνω στο μάρμαρο της Αιόλου. Τέσσερα ατσαλάκωτα κουστούμια. Μοντέρνες γραβάτες -στο όριο μίας ασφυκτικής θηλιάς στο λαιμό- και προσεγμένες χωρίστρες πλαγιομετωπικά του κεφαλιού συμπληρώνανε την οπτική αναμόχλευση που είχε ξεκινήσει εδώ και ένα λεπτό.

Όλο αυτό το σκηνικό που έμοιαζε με σενάριο ταινίας η οποία άπτονταν της αισθητικής του ύστερου καπιταλισμού, άξαφνα ντύθηκε με απανωτά φάλτσα από το απέναντι πεζοδρόμιο. «Άχρηστοι», «δεν ξέρετε τί πάει να πει πείνα», «δεν έχετε ιδρώσει για να ζήσετε». Συνοδεία πολλών, μα πολλών, μουρμουρητών. Οι περαστικοί κοντοσταθήκανε. Γύρισαν τα βλέμματά τους. Περιεργάζονταν την πηγή των φάλτσων από πάνω μέχρι κάτω.

Κοντοστάθηκε και εκείνος. Έριχνε ματιές. Μία στο πεζοδρόμιό του, όπου τα τέσσερα μαύρα κουστούμια απομακρύνονταν με εκνευριστική αυτοπεποίθηση και περιπαιχτικά γέλια για τον απέναντι. Και μία στο απέναντι πεζοδρόμιο, στην μεσήλικη λούμπεν φιγούρα, που είχαν ήδη αρχίσει να την κυκλώνουν απανωτοί ήχοι: «έλα, τρελός είναι», «τσ, τσ, τσ…». Και πόσα άλλα ηχοποιημένα σημάδια του μικροαστικού καθωσπρεπισμού.

Ένιωσε μία ζεστασιά για τον τύπο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ίσως επειδή του θύμησε αυτά που συχνά ανεβαίνανε μέχρι τα χείλη του αλλά δεν γινόντουσαν έναρθροι φθόγγοι. Ίσως γιατί τον έβλεπε να κρατάει ζωντανές τις ταξικές κόντρες μέσα στην καθημερινή κίνηση. Ίσως και γιατί τα περίεργα βλέμματα που τον κύκλωσαν ένιωθε σα να τα είχε ξαναδεί κάποιο παλιό καλοκαίρι στην πλατεία Συντάγματος, ένα πολύ πιο πρόσφατο πίσω από την κάλπη του «όχι», στα σίγουρα κάθε βράδυ μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων.

Τελικά σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχει έναν ενδυματολογικός και ηθικός κώδικας για το ποιός ή ποιά μπορεί να εκφράζει το μίσος του, την αγανάκτισή του, δημόσια. Ο «παράταιρος», ο θαμώνας του κοινωνικού περιθωρίου δεν μπορεί να συναντήσει τον «κανονικό» ακόμα και στο πεδίο έκφρασης μίας αφηρημένης δυσαρέσκειας απέναντι σε καταστάσεις οι οποίες, όμως, αποτελούν για τον μεν βίωμα, για τον άλλον «εικόνα από το μέλλον» του. Και μέσα από την «απειλή που φαίνεται να έρχεται» συνέχονται μεταξύ τους. Τη στιγμή που αυτή «η εικόνα από το μέλλον» πάυει να είναι ένα σχήμα λόγου και εμφανίζεται με σάρκα και οστά, τίθεται εκ νέου στο περιθώριο, για να οριοθετήσει και να διαφυλάξει τον «κανονικό», αλλά σταθερά δυσαρεστημένο και αγανακτισμένο με την κοινωνική συνθήκη.

Το είχε ρίξει στην θεωρία χωρίς να το πολυκαταλάβει. Είχε φτάσει στον ηλεκτρικό και οι πόρτες του συρμού άνοιξαν διάπλατα περιμένοντας την είσοδό του. Κούρνιασε σε μια γωνιά, όρθιος, παίζοντας με τις ημιαντανακλάσεις στο τζάμι. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή. Δεν αντέχω. Με έχει γαμήσει». Και χριστοπαναγίες. Πολλές χριστοπαναγίες, σε όλες τις δυνατές παραλλαγές. Η φιγούρα απέναντί του. Πονεμένο βλέμμα. Και δουλεμένο από τα χρόνια δέρμα. Άλλος ένας «παράταιρος». Από αυτούς που δεν το παίζουν θεούσοι στο καφενείο και φορτώνουν με γαμωσταυρίδια τη γυναίκα τους στο σπίτι. Από αυτούς που δεν τους κυνηγάει ο χρόνος. Που ζουν την μεταφορά και δεν τους κυνηγάει ο προορισμός και το στρίμωγμα για να προλάβουν να κατέβουν σε αυτόν. Είναι αυτές οι μικρές συμπεριφορές για τις οποίες θα τους ονοματίσουν «τρελούς»… «Ποια στάση είναι εδώ βρε φίλε»; «Μοναστηράκι»… … … «Μοναστηράκι». Θα πεταχτεί ξαφνικά προς την έξοδο ξεγελώντας την πόρτα που είχε αρχίσει να κλείνει. «Καλό δρόμο», του φώναξε απ΄έξω. Και τον χαιρέτησε ναυτικά.

Τόπου ήχος.

topou_hxosΔεν μπορείς να πεις ότι λυσσομανούσε ο αέρας αυτή τη νυχτιά αλλά το ψοφόκρυό του το είχε. Ή τουλάχιστον είχε αυτό το κρύο που σου επέτρεπε να συνομιλείς με τα χνώτα, που σε κάθε ανάσα ξεκινούσαν μία διαδρομή από βαθιά τα πνευμόνια για να καταλήξουν να κολλήσουν στα μούτρα σου. Ή αλλιώς, αυτό το κρύο, με το οποίο τα ακροδάκτυλα δυσκολεύονταν να στρίψουν αξιοπρεπώς το τσιγαρόχαρτο. Αραιά τα παπούτσια που πάφλαζαν στην λακούβα απέναντι από την είσοδο του ηλεκτρικού. Δεν ήταν μόνο το κρύο. Στην πραγματικότητα ίσως δεν ήταν καν το κρύο. Ήταν το ψιλόβροχο που άπλωνε μία θαμπάδα σε όλη την μέρα και κράμπες στο κορμί του προκαλώντας αλλόκοτους ηλικιακούς συνειρμούς. Έγειρε στο κάγκελο με ύφος αποκαμωμένου θαλασσόλυκου, έπιασε την κασετίνα καρέλια που ήταν πάνω-πάνω στην τσέπη του και άναψε ένα τσιγάρο.

Αυτό το βράδυ δεν σκόπευε να το περάσει σαν γυρολόγος, ούτε των δρόμων της Αθήνας ούτε της ζωής. Απλά έκανε μία βόλτα για να ξελαμπικάρει από την απραξία της ημέρας. Σκεφτόταν ότι μπορείς να γίνεις ένας αδιάφορος τύπος εάν αρχίσεις να χάνεις το ενδιαφέρον σου για την καθημερινότητα. Να σκέφτεσαι, να γεύεσαι, να δημιουργείς. Ακόμα και το άγχος του φαινόταν ενδιαφέρον σαν προοπτική μπροστά στην μονοτονία ενός νερόβραστου πρωινού ξυπνήματος, σαν τον τούρκικο καφέ που συχνά-πυκνά κατέβαζε από το γκάζι. Τώρα, μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή της ημέρας του ήταν να παρακολουθεί αδιάφορους τύπους να περπατούν μπροστά του.

Η ερημιά του μυαλού του είχε απλώσει το βασίλειό της πάνω από τον σταθμό του τρένου. Ένας περίεργα για την ώρα ντυμένος τύπος, κουστουμαρισμένος, έβγαινε από μία καβατζωτή πόρτα. Ο σεκιουριτάς από πίσω, με ένα μυστικοπαθές ύφος αποτυχημένου κρεοπώλη, την κλείδωνε βαριεστημένα. Δύο ξεδοντιασμένες καληνύχτες σκόρπισαν τριγύρω από μία ξαφνική κατεβασιά του αέρα. Πιτσιλίσματα νερού και αλλόκοτες γλώσσες από το σιδηρούν παραπέτασμα συνόδευαν το συνεργείο καθαρισμού που είχε πιάσει δουλειά. Οι τελευταίοι συρμοί είχαν περάσει κάμποση ώρα πριν, τα άσπρα φώτα είχαν ξεμείνει ωσάν ο τελευταίος επιβάτης που ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες να είχε αμελήσει να κατεβάσει τον διακόπτη. Τα μεγάφωνα είχαν βγάλει έναν λυτρωτικό σκασμό. Ούτε απαγορεύσεις, ούτε αφηρημένα «προσοχή».

Τον λαβύρινθο του αυτιού του τον γαργάλησε ένας ήχος. Ερχόταν από τα ακριανά σκοτάδια της αριστερής αποβάθρας. Εκεί το ρολόι είχε σταματήσει στις τέσσερις και είκοσι το ξημέρωμα. Ένα μισοσκισμένο εισιτήριο είχε ξεμείνει όρθιο πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα, πεισματικά κόντρα στα ξεσπάσματα του αέρα, όπως πεισματικά όλη την ημέρα περνούσε από χέρι-σε-χέρι επιβατών που δεν είχαν συνταιριάξει με την κανονικότητα των νόμων. Ανά διαστήματα ο ήχος στροβιλίζονταν γύρω του, έπαιζε κρυφτούλι με τους σκιερούς διαβάτες, επέστρεφε και τρυπούσε το πρόσωπό του προκαλώντας μία διαστολή στις κόρες των ματιών του και χανόταν ακολουθώντας τις μεταλλικές ράγες. Ήταν ο ήχος του τσέλου. Ήταν ο ήχος του βιολιού. Ήταν ο ήχος της εκκωφαντικής σιωπής ενός τόπου που ξαποσταίνει προτού σε λίγες ώρες γίνει ξανά απλά ένα αδιάφορο πέρασμα. Ήταν ο ήχος που άφηνε πίσω του ένα ζευγάρι κίτρινα γάντια τρίβοντας τα πατώματα και χαρίζοντας απλόχερα μηνίσκους στα γόνατα. Ήταν ο ήχος της τρύπιας σόλας ενός ρακένδυτου σακάτη που είχε εντρυφήσει στην ανθρωπολογία-του-κάδου-σκουπιδιών για να βγάλει το μεροκάματο. Ήταν και ο ήχος του 32άρη που περίμενε ανυπόμονος στο ραντεβού την 38αρα, σαν να ήταν η πρώτη φορά που θα της χάριζε τα πιο τρυφερά γυρολόγια.

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν συνέβη γιατί ήταν σε μία τέτοια διάθεση, αλλά του φάνηκε ότι ο ήχος που άκουγε ήταν αυτός του «In the mood for love».