Βιτρώ αντανακλάσεις

mpenakiΜε τα χίλια ζόρια κατάφερε και βρήκε μία μισοσπασμένη ομπρέλα αφημένη ποιός ξέρει από πότε κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Όχι ότι δεν ήταν σίγουρη ότι κάπου-εκεί-ήταν, αλλά το πέρασμα από την υπόθεση στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν μία διαδικασία αγχωτική. Η καταιγίδα ήταν ξαφνική, όχι μόνο γιατί ήμασταν στις πρώτες μέρες ενός καλοκαιριού που είχε μπει βδομάδες τώρα, αλλά και γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό να ρίξει μία ματιά στην μετεωρολογική πρόβλεψη της ημέρας. Η ομπρέλα διόλου δεν τη βοήθησε να διασχίσει στεγνή την Πειραιώς και να φτάσει στην είσοδο του μουσείου. Τουλάχιστον από το γόνατο και κάτω. Το φουστάνι της ήταν σαν ένα βιτρώ. Μία πανδαίσια ζεστών χρωμάτων ταιριασμένα μεταξύ τους που σε άφηναν να διαπερνάς την ομορφιά του κορμιού της και το άγχος του βλέμματός της.

Τελευταίες ματιές λεπτομέρειας στο έργο που βρίσκοταν σε μία γωνιά της έκθεσης. Τυπώματα και απομεινάρια μίας εγκατάστασης που κρατούσε ζεστή μέσα της την ανάμνηση της γιαγιάς που σκοτώθηκε στην πορεία των Χιλιών Αμάχων. Λίγο σίδερωμα του πανιού στην κάτω δεξιά άκρη, η σπαζοκεφαλιά της τοποθέτησης μίας Σίνγκερ στο χώρο. Όλα φαίνοταν έτοιμα. Περιμένανε τους πολιτιστικούς φίλους του Μπενάκη. Αυτούς που είχαν ξοδέψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο χρόνο μπροστά στο καθρέπτη για το τί ρούχο να φορέσουν, ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό. Και τώρα τριγυρνούσαν με ύφος εκατό καρδινάλιων της τέχνης ανάμεσα στα έργα. Και πού και πού έβρεχαν με λίγο λευκό κρασί το ύφος τους, για να μοιάζουν δροσεροί και βλοσυροί.

Βαβούρα. Δεν της αρέσανε τα εγκαίνια των εκθέσεων. Καθωσπρεπισμοί. Άσε που τώρα θα έπρεπε να επιχειρηματολογήσει και για τον εμφύλιο. Τουλάχιστον να ήξερε ότι δεν θα είχε απέναντί της απλά φλύαρες γλώσσες, πάει και έρχεται.

Τις προηγούμενες μέρες, κατά τη διάρκεια του στησίματος, η αίθουσα είχε μία άλλη ζωντάνια. Δεν ήταν απλά η χαρά που κρυφοέπαιζε με την κούραση όταν κοιτούσες τα μάτια της. Ήταν τα ψαλίδια και οι κλωστές αραδιασμένα στο ξύλο του πατώματος. Οι καφέδες που πήγαιναν και έρχοταν. Οι αρπαχτές για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, το οποίο συνήθως έμενε μισό γιατί κάτι θα προέκυπτε να γίνει εκείνη τη στιγμή. Η σιδερώστρα που επέφερε μία διακριτική ανησυχία στους επιμελητές του μουσείου. Καλά-καλά δεν είχαν χωνεύσει την παρουσία στο χώρο μίας ραπτομηχανής. Τα προβληματισμένα βλέμματα, τα συνοφρυωμένα φρύδια, τα φουσκωμένα χείλη, τα διαπεραστικά γέλια.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε με μία σέπια γεύση στα χείλη της. Αναλογίστηκε τη ζωντάνια που κουβαλάει το απρόβλεπτο στη διαδικασία του κάθε στησίματος και κατέληξε -χωρίς να είναι και απόλυτη, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν ένα χαρακτηριστικό της- ότι η κίνηση είναι αυτή που την κρατάει ζωντανή και όχι η κατάληξη, το αποτέλεσμα. Αυτό το λογάριαζει πάντα σα μία σύντομη στάση, για να ξαποστάσει και να συνεχίσει. Γι΄αυτό και ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Γιατί βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μπορούσε να συνεπάρει και εσένα μαζί.

Γι΄αυτό.

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s