Πολύγλωσσος έρωτας.

Καθόταν κάποια ώρα στην πλατεία Βικτωρίας και η ορατή συνέπεια μίας συνάντησης που είχε καθυστερήσει ήταν ένα, μάλλον καθυστερημένο, γαργαλητό που είχε αρχίσει να νιώθει στο φάρυγγά του. Είχε επιλέξει αυτό το παγκάκι που ήταν αντίκρυ από την έξοδο του ηλεκτρικού σταθμού. Προς Πειραιά. Παρατηρούσε τους αφηρημένους περιπατητές της πόλης. Δοκίμαζε το μυαλό του με σπαζοκεφαλιές από ποιό κτίριο να έρχονται και σε ποιό κτίριο να πηγαίνουν. Κολλούσε με τις λεπτομέρειες των ρούχων τους. Μία κλωστή κρεμόταν εκεί, ένα μισοραμμένο κουμπί λίγο παραπάνω. Αλλά πεισματικά δεν έβαζε τον σκούφο του, ούτε σήκωνε τον γιακά του παλτού του. Δεν ήθελε να δώσει μια εικόνα «οχύρωσης» από τους πολύγλωσσους τύπους που κυκλοφορούσαν γύρω του. Θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα αντιρατσισμού. Τον έβλεπαν εξάλλου, έστω και φευγαλέα, τόσα μάτια που έβγαιναν από τις σκάλες του τρένου.

Δίπλα του καθόταν ένας τέτοιος πολύγλωσσος τύπος, με όχι πολύ περισσότερη εμπειρία από 20 χρόνια ζωής, και που δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Κρατιόταν ζεστός από τα ακραία-καιρικά-φαινόμενα για τα οποία μας είχαν ζαλίσει τις προηγούμενες ημέρες οι μετεωρολόγοι και ας μην είχε ακούσει αυτός τίποτε γι΄ αυτά. Κοιτούσε αφηρημένος στο βάθος, προς το άλλο παγκάκι όπου είχαν στριμωχτεί πέντε γερόντια και ας υπήρχαν θέσεις άδειες δίπλα μας. Δεν φανταζόταν να του περνούσε από το μυαλό ότι τα πέντε γερόντια μπορεί να ήταν λίγο ρατσιστές. Εκείνου ήταν το πρώτο πράγμα που του πέρασε βλέποντάς τους να στριμοκωλιάζονται λες και απέναντι από εκείνο το παγκάκι να ήταν η μόνη ανοιχτή τηλεόραση που θα έπαιζε το «καλημέρα ζωή».

Μετά από κανα 20λεπτο που ο καθένας τους κοιτούσε εκεί που ήθελε να κοιτάξει και μόνο κάτι εκατέρωθεν μισολοξές ματιές θυμίζανε ότι καθόντουσαν δίπλα-δίπλα, μία κοπέλα πλησίασε την πολύγλωσση μεριά του παγκακίου. Είχαν την οικειότητα του κοινού τόπου και της κοινής μοίρας. Είχαν την αυτοπεποίθηση των κοινών βιωμάτων. Η απαλή γκρίζα μαντήλα της χώθηκε κάτω από τον σκούφο του νεαρού. Έγειρε το κεφάλι της στον λαιμό του, ξετύλιξε με φιδίσεις κινήσεις το κασκόλ και άρχισε να του ψιθυρίζει τραγουδιστά τα πιο όμορφα αραβικά ερωτόλογα που είχαν ακούσει ποτέ τα παγκάκια της πλατείας. Τί κι αν δεν καταλάβαινε τη γλώσσα; Ένιωσε να γίνεται ραβασάκι των σχολικών χρόνων στις τσέπες πιτσιρικάδων που μόλις είχαν δει στο σινεμά το «A girl walks home alone at night». Του φάνηκε ότι είδε τους επιβάτες του ηλεκτρικού να στήνουν αυτοτελείς χορογραφίες στους ρυθμούς των ψιθύρων. Τα περιστέρια της πλατείας κυκλώνανε τη μουσική, και η μουσική τετραγώνιζε τις γωνίες όπου θα πηγαίνανε να θορυβήσουν. Έγινε ένα faber castell 2Β που μισοσκάλιζε στο χαρτί τους φθόγγους που γίνοταν εκείνος ο υπέροχος ήχος που άκουγε. Είδε τα παιδιά που καθόντουσαν δίπλα του να σβήνουν το τραγούδι αγγίζοντας τα χείλη τους, μπερδεύοντας τα ακροδάκτυλά τους και καταλήγοντας σε μία τρυφερή, τρυφερή αγκαλιά.

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s