Η επιθυμία γδυτή.

Erwin BlumenfeldΤο χαλί ήταν σα να είχε μόλις αδειάσει απάνω του η μισή ντουλάπα. Ή, για να αποφύγουμε τις υπερβολές, τα πιο ευκολόβγαλτα υφάσματα της φορεσιά τους. Κάμποσες αποχρώσεις του γκρι είχαν ταξινομηθεί στα συμμετρικά κουτάκια ενός, ραμμένου στο χέρι, καρό παλτού. Παραδίπλα, το μαύρο λινό φόρεμα δεν ήταν ακριβώς εκείνο το κομμάτι ύφασμα που θα μπορούσε να «ντύσει» μία ιστορία σαν αυτή εδώ. Σίγουρα, το άλλο που ήταν μέσα στην ντουλάπα, το λουλουδένιο, θα τραβούσε μία περισσότερο ρομαντική περιγραφή. Αλλά αυτός επέμενε στο μαύρο λινό. Απόψε δεν είχε ρομάντσα. Είχε κολλήσει η σκέψη του στον αισθησιασμό που έβγαζε όταν τύλιγε το κορμί της. Το είχε προσέξει μόλις πριν λίγα βράδυα. Το τυρκουάζ πλεκτό της είχε ακόμα το σημάδι από τη σιλικόνη των κατασκευών της προηγούμενης ημέρας. Κάπως έτσι είχαν ξεμείνει και διάφορα χρωματιστά κομμάτια χαρτονιού, συμμετρικά ή όχι δεν έχει σημασία, από ‘δώ και από ‘κει, σε διάφορες γωνιές του σπιτιού. Το λιωμένο γκρι υφασμάτινο παντελόνι του, τα μπατζάκια του για την ακρίβεια, φαινόταν η ιδανική κρυψώνα για ένα ζευγάρι καλτσες που είχαν ξεμείνει εκεί. Σαφής ένδειξη του γρήγορου τρόπου με τον οποίο βρέθηκε άδειο στο πάτωμα. Η μακό μαύρη μπλούζα, θύμα μίας σειράς τυχαίων εναποθετήσεων, είχε καταλήξει με τέτοιον τρόπο πλάι στο γκρι παντελόνι, που φαινόταν να σχηματίζουν ένα πτώμα σε μπρούμυτη θέση. Μία μικρή τρύπα στα αριστερά της μπλούζας, ένα ξήλωμα του υφάσματος δηλαδή λίγο πάνω από το σημείο της καρδιάς, θα μπορούσε να υποδηλώνει το αίτιο εάν πράγματι είχαμε ένα πτώμα μπροστά μας.

Ο καναπές ανάκατος. Με τη μυρωδιά της φρέσκιας στάχτης. Το λαμπατέρ τρεμόπαιζε, δεν έκανε καλή επαφή η πρίζα. Δύο χέρια χωμένα ανάμεσα σε δύο πόδια. Και άλλα δύο πόδια μπουρδουκλωμένα με άλλα δύο χέρια. Μία ακίνητη χορογραφία. Τα στριφτά τσιγάρα, από ένα σε κάθε ζευγάρι χεριών, είχαν σβήσει. Περίπου στο ίδιο μήκος. Τέσσερα μάτια κάρφωναν με επιμονή το ένα το άλλο. Το δεξί μάγουλό της είχε γύρει επάνω στο στήθος του. Και το αριστερό του μάγουλο επάνω στο κεφάλι της. Απροθυμία κίνησης. Στιγμιαίες εκατέρωθεν πιέσεις της στηθιαίας περιοχής μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο ως σκιρτήματα συναισθημάτων που έψαχναν τρόπο να εκδηλωθούν. Τα χείλη είχαν στεγνώσει. Επιζητούσαν ένα μαύρο ρούμι, περισσότερο και από φιλί. Απροθυμία ήχων. Μόνο η ανάσα τους. Μόνο η ανάσα τους. Τί; Τί; Μικρά ψελίσματα. Όχι δεν ήταν ήχοι, ήταν η αναζήτηση του ενός στην άλλη. Και βαθιά στον εαυτό τους.

Οι ματιές συναντήθηκαν στο χαλί. Ένα μωσαϊκό χρωμάτων, υφασμάτων. Θα μπορούσε να είναι μία εμπνευσμένη δουλειά για έναν ή μία σκηνογράφο. Ή ενδυματολόγο. Αλλά και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας σειράς κινήσεων που με ερωτική ακρίβεια οδηγούν δύο σώματα τόσο κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν η επιθυμία. Λάθος λέξη; Ήταν η επιθυμία. Αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να κερδίσει το χώρο της στα παιχνίδια του μυαλού. Άλλες φορές έβγαινε κερδισμένη, άλλες ηττημένη. Μάλλον είχε ακόμα δρόμο μπροστά της. Αλλά ένιωθε αισιόδοξη. Και πιστεύοντας ότι βλέπει πέρα από τη μύτη της. Ότι βλέπει την επιθυμία.

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.