Μέχρι και το γκρέμισμα του τελευταίου τοίχου των φυλακών

leuteria

Η πόρτα έκλεισε πίσω του με έναν συρόμενο γδούπο. Κουρασμένη από το βάρος του ακατέργαστου σιδήρου και τα εμφανή μπαλώματα, ποτισμένη από τη μυρωδιά της μούχλας, ανακατωμένη με κάτουρα και ιδρώτα. Λίγο νωρίτερα ένα τριγωνικό κομμάτι μάρμαρο, από τα καλά εκείνου του γωνιακού ξενοδοχείου, βρέθηκε στα χέρια του και σκέφτηκε να το ξεφορτωθεί στην πρώτη διαθέσιμη γωνία. Η όποια διακριτικότητα υπήρχε στην πράξη του ακυρώθηκε αυτομάτως όταν σε εκείνη τη γωνία διαπίστωσε ότι είχαν αράξει κάμποσα γουρούνια που μόλις είχαν απαλλαγεί από τον εξοπλισμό που κουβαλούσαν. Δεν πρόλαβε να δει το ανοιγμένο κεφάλι, ούτε τη μηχανή του ρόμποκοπ που τον πρόλαβε δύο στενά παρακάτω, ούτε τί ήταν αυτό που τον ξάπλωσε. Τα έβαλε κάπως σε μία πρώτη σειρά όταν τον κάθισαν κάτω στο πεζούλι, παραδίπλα από εκεί όπου ξεφορτώθηκε το αναθεματισμένο μάρμαρο, και είδε ότι το πλακόστρωτο εκεί είχε βάψει ένα ζωντανό κόκκινο χρώμα. Και τα έβαλε σε μία καλύτερη σειρά όταν βρέθηκε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, περιμένοντας «τα προβλεπόμενα».

Τράβα προς τα εδώ, σύρε λίγο προς τα εκεί, οι σκέψεις του άρχισαν να αποκτούν μία κάποια αρχή και τέλος. Βιαζόταν να κάνει τον προσωπικό του απολογισμό, τί πήγε στραβά, τί άλλο να κάνει εκεί όπου βρισκόταν, έπρεπε να κρατήσει το μυαλό του στην τσίτα. Δεν είχε προσέξει τη σκοτεινή φιγούρα που έστεκε καθισμένη αντίκρυ σε έναν σιδερένιο πάγκο, όπου σου πιανόταν ο κώλος. Μέχρι που σάλεψε και περπάτησε για να τον πλησιάσει. Ήδη στην πρίζα από τις σκέψεις του, σκάναρε γρήγορα το πρόσωπο που είχε απέναντί του. 1,90 ύψος, ξυρισμένο κεφάλι για απάντηση στην επεκτεινόμενη φαλάκρα, φρύδια σμιχτά, αυτιά μικρά και πεταχτά. Κάμποσα παραπανίσια κιλά που δεν πρέπει να ενδιαφερόταν και ιδιαίτερα να τα κρύψει, το άσπρο μπλουζάκι -σίγουρα ένα νούμερο μικρότερο- δεν ήταν η καλύτερη στυλιστική επιλογή. Ένα γομάρι γύρω στα 50.

«Εσύ είσαι από αυτούς που έκαναν φασαρία έξω»; Κοφτές κουβέντες. Βλέμμα βλοσηρό. Δε σηκώνει διαφορετική απάντηση από αυτή που περιμένει. «Ναι». «Είσαι αναρχικός»; Οι μυς στα μπράτσα συσπώνται. Το πρόσωπό του γίνεται ακόμα πιο άσχημο. Ανυπομονεί για το αναμενόμενο. Ας μην το καθυστερούμε. «Ναι». Δεν πρόλαβε να καταλάβει πώς έγινε, αλλά άρχισε να τον ανησυχεί γιατί ήταν η δεύτερη φορά την ίδια μέρα που εμφάνιζε κενό μνήμης. Θυμάται το γομάρι να κατεβαίνει στο ύψος του, να τον τυλίγει σε μία ανέλπιστη τρυφερή αγκαλιά και ένα δυνατό χτύπημα στην ωμοπλάτη να τον τραντάζει και να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Χείμαρρος οι επόμενες κουβέντες:«την πρωτοχρονιά, στον Κορυδαλλό, ήσασταν εκεί απ’ έξω, να φωνάζετε για εμάς. Για μένα. Την πρωτοχρονιά, στον Κορυδαλλό, εγώ ήμουνα από μέσα. Οι γονείς μου δεν έχουν έρθει ποτέ εκεί για μένα. Εσύ ήρθες. Ευχαριστώ».

Τράβηξε και κάθησε πάλι στη θέση του. Έμεινε να τον κοιτάει.

Μέχρι και το γκρέμισμα του τελευταίου τοίχου των φυλακών.

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.