Πείνα

Μέχρι εκείνο το βράδυ ο πεινασμένος αποτελούσε ένα θεωρητικό σχήμα στο κεφάλι του, μία θολή εικόνα που συνόδευε την περαντζάδα του με το παπάκι στο κέντρο της Αθήνας, ένα συναισθηματικό αβαντάζ με το οποίο έντυνε τους λόγους του στη λαϊκή συνέλευση της γειτονιάς.

Εκείνο το βράδυ όμως, όπως πρωτοείπα, όλα άλλαξαν. Τα βλέφαρά του άνοιξαν αλλόκοτα για να αντικρίσει επάνω από το κρεβάτι όπου κοιμόταν ένα άγνωστο πρόσωπο, τα χνώτα του οποίου σε αφήναν να καταλάβεις την οριακότητα της στιγμής. Πιο ψύχραιμος απ’ όσο φανταζόταν και ο ίδιος, σκέφτηκε ενστικτωδώς ότι η σκηνή που εξελισσόταν μπροστά του και επιζητούσε τη συμμετοχή του δοκίμαζε τα μικροαστικά αντανακλαστικά του. Γρήγορα κατάλαβε ότι το «τι κάνεις;» είχε απαντηθεί από τα γεγονότα και προχώρησε στο «τι θέλεις;». Όχι βέβαια ότι η απάντηση ήταν αναμενόμενη. Πόσο μάλλον όταν αυτή άρχιζε και τελείωνε στο «πεινάω». Σηκώθηκε, παραπάτησε στο διάδρομο λίγο παραπάνω από τον πεινασμένο που είχε μπροστά του, έφτασε στην κουζίνα. Ρύζι ανάκατα με διάφορα λαχανικά και ένα μπούτι κοτόπουλο είχαν απομείνει από το μεσημεριανό. Κάθισαν στο τραπέζι, ο ένας αντίκρυ στον άλλον, με βλέμματα αλλόκοτα, με δυσκολία να συνειδητοποιήσουν τη ροή των γεγονότων στα οποία ήταν πρωταγωνιστές. Ο πεινασμένος έπεσε με τα μούτρα στο πιάτο με το φαΐ, και δε σήκωσε το πρόσωπό του από εκεί ούτε όταν με το αριστερό χέρι έβγαλε από την τσέπη του το κινητό τηλέφωνο που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα είχε καβατζώσει από το δωμάτιο. Ντροπή ή εκτίμηση; Η μπέσα μίας δρομίσιας κουλτούρας;

Το πιάτο άδειασε γρήγορα. Ο πεινασμένος σήκωσε το βλέμμα του διστακτικά, ο απέναντι, πλημμυρισμένος από αδρεναλίνη πλέον, αναφωνεί «έλα, πάμε τώρα». Ο πεινασμένος κοντοστέκεται, κατευθύνεται με αργό βήμα στην αυλή και λίγο πριν περάσει το κατώφλι της εξώπορτας βρίσκει το θάρρος (μπορεί και θράσος) να ρωτήσει «μήπως μπορώ και να κοιμηθώ;».

 Κανένα ίχνος ειρωνείας. Μία αίσθηση οικειότητας μέσα στη μοναχική του βραδιά. Η οποία σκόνταψε πάνω στα όρια των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, στα όρια της απρόσμενης εισβολής. Ο ένας κατέβηκε τον δρόμο χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο άλλος πήγε στο δωμάτιο χωρίς να κλειδώσει πάλι την εξώπορτα. Όσα έζησε ήτανε τόσο δυνατά που τα πάντα γύρω του έμοιαζαν ανούσια. Είχε εξάλλου να αναλογιστεί μέχρι τα ξημερώματα θεωρίες και θεωρήσεις, συναισθήματα, την υλική πραγματικότητα αυτού του κόσμου. Μάτι δεν έκλεισε.

Advertisements

One thought on “Πείνα

  1. Κατερίνα 20/08/2012 στο 00:38 Reply

    Την ανθρωπιά μας να μη χάσουμε.. Κρίμα.. κρίμα.. κρίμα..

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.