Το καρτοτηλεφωνο.

Το καρτοτηλέφωνο μπορεί να βρίσκονταν απλά στη μέση ενός πεζόδρομου της γειτονιάς, ωστόσο κάποιες φορές ένιωθε σα να αποτελούσε το κέντρο του κόσμου. Το κινητό το είχε αποχωριστεί κάποια χρόνια τώρα, οι λογαριασμοί του οτε συνέχιζαν να έρχονται κάθε δίμηνο (με την προσαύξηση των 50 λεπτών κάθε φορά) παρόλο που το τηλέφωνο ήταν κομμένο κάνα εξάμηνο, οπότε συχνά-πυκνά κατέβαινε από το διαμέρισμα για να κάνει τα τηλεφωνήματά του.

Περίμενε στη σειρά, κρατώντας την τηλεκάρτα επιδεικτικά, ένα ιδιότυπο σινιάλο για να τελειώνει τη συνομιλία του ο προηγούμενος. Σε αυτό το διάστημα περνούσαν από μπροστά του οι περισσότερες φυλές της γειτονιάς. Βλέπεις, σπάνια κάποιος ντόπιος χρησιμοποιούσε αυτή τη δημόσια τηλεφωνική συσκευή. Με αυτά και με αυτά είχε γνωρίσει τους συγγενείς των μεταναστών που είχαν αφήσει πίσω. Είχε μάθει να βρίζει στα αφγανικά και στα πακιστανικά. Είχε μάθει το «σ’ αγαπώ» στα ιρακινά. Τους είχε δει να χαμογελούν αλλά και να οργίζονται όταν προσπαθούσαν να συνεννοηθούν με τον έλληνα αφεντικό «για τα χρωστούμενα». Είχε μπουρδουκλωθεί με τις διάφορες διαλέκτους, είχε τρομάξει στους μεγάλους τσακωμούς.

Και όταν δεν τηλεφωνούσαν, το καρτοτηλέφωνο αποτελούσε εκείνο το σημείο όπου θα συναντιόντουσαν για να πιουν μπύρες και να τα πούνε. Από τις 11 το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Η ζωή-πέρα-από-την-εργασία κάμποσων μεταναστών οργανώνονταν γύρω από εκείνο το καρτοτηλέφωνο. Και εκατοντάδων άλλων τέτοιων σε διάφορα σημεία της Αθήνας.

Το να περιμένει στη σειρά, λοιπόν, για ένα τηλεφώνημα δεν ήταν αγγαρεία γι’ αυτόν. Ήταν μία μορφή κοινωνικοποίησης, μία κατάβαση σε άλλες κουλτούρες.

Αυτό το μεσημέρι οι άνθρωποι του καρτοτηλεφώνου δεν ήταν στη θέση τους. Ίσως κάποιο μεροκάματο να είχε τραβήξει λίγο παραπάνω. Μία παρέα ντόπιων πιτσιρικάδων βρίσκεται σε εκείνο το σημείο, στα νώτα του, όταν σηκώνει το ακουστικό. Σκόρπια λόγια της συζήτησής τους εισβάλλουν στα αυτιά του. Ένα χαρτί και η υποχρέωση μίας παρουσίασης. Ένας τόπος ο οποίος επιβεβαιώνει απλά την υποψία. Υποχρέωση κατάταξης στον ελληνικό στρατό. Μεγάλο Πεύκο. Ο υπόχρεος δε φαίνεται και πολύ ενθουσιασμένος με τις επιταγές των καιρών. Το φλερτ με μία από τις κοπέλες της παρέας μπερδεύεται αλλόκοτα με την προσπάθεια εντυπωσιασμού της που θεωρεί ότι εμπεριέχει η παρουσίασή του στον τόπο όπου εκπαιδεύονται οι ειδικές δυνάμεις. Και ας διακρίνεις μία έκφραση φόβου και αγωνίας στα μάτια του η οποία χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη της εφηβικής μαγκιάς. Αλλά στο στρατώνα θα ξέρουν καλά πώς να διαχωρίσουν την εφηβεία από τη μαγκιά. Εφηβικά συναισθήματα δε χωράνε στη πολεμική μηχανή. Η μαγκιά στη χακί γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε «θάρρος» και «θυσία για την πατρίδα».

Το αμήχανο χαμόγελο του κοριτσιού δε μπορεί να κρύψει το κενό που νιώθει και βλέπει μπροστά της. Εννιά μήνες μακριά του. Και έπειτα ένας έφηβος που θα γυρίσει «άντρας».

Από το ακουστικό ακούγεται ένας ρυθμικός ήχος. Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν είναι κανείς.

Κράτα το

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.