Η γερο-αντάρτισσα

Η ημέρα προμηνύονταν υγρή και ζεστή. Το κατέβασμά του στο κέντρο της Αθήνας τον έκανε να ασφυκτιεί. Ένιωθε ήδη ένα-ένα τα αιωρούμενα σωματίδια να φωλιάζουν στον λαιμό του, να πνίγουν τη φωνή του, την αναπνοή του. Μπορεί να έφταιγε που μόλις είχε ακούσει στο ράδιο έναν καθηγητή πανεπιστημίου να μιλάει για τις ανεβασμένες τιμές του αζώτου τις προηγούμενες ημέρες. Γρήγορα έσπευσε να δικαιολογήσει τη ζαλάδα εκείνων των ημερών και ξεαγχώθηκε που δεν ήταν προϊόν του άγχους του. Αλλά και για την εγκυρότητα του κυρίου καθηγητή δεν μπορούσε να πάρει όρκο. Ούτε και για του παρουσιαστή. Είναι εύκολο νομίζεις, η ίδια σταθερή και στομφώδης φωνή που μιλάει για τους νόμους της φυσικής και του περιβάλλοντος στη συνέχεια να σου περιγράφει το στραγγιστό γιαούρτι-χορηγό της εκπομπής και τις ευεργετικές συνέπειές του στην επιδερμίδα; Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να απαξιώσει για ακόμη μία φορά την επιστήμη της φυσικής. Του είχε καθίσει στραβά από το λύκειο, με τελικό βαθμό μαθήματος 7,6 το είχε τελειώσει.

Το ραντεβού με την Φανή ήταν στην πλατεία Βικτωρίας. Είχε καιρό να περπατήσει σε εκείνα τα μέρη. Στεκόταν μπροστά από την έξοδο του ηλεκτρικού σταθμού. Οι επιβάτες, μία άοσμη (μάλλον επειδή ήταν πρωί ακόμα) αλλά έντονα χρωματισμένη μάζα ανέβαιναν δυο-δύο τα σκαλιά και τραβούσαν ο καθένας για τον προορισμό του. Από την άκρη του πεζοδρομίου, κολλητά στον τοίχο, ακολουθώντας τη γραμμή της σκιάς που διαγραφόταν. Κάποιοι ξέμπαρκοι μετανάστες κάτω από τις φυλλωσιές της πλατείας. Ένας από αυτούς τον πλησιάζει. «Έχεις ώρα»; Η απάντηση ξερή, αφού πρώτα έριξε μία ματιά στο ρολόι χειρός. «Δέκα και κάτι». Ήταν μία παράξενη ερώτηση. Στους χρόνους της καθημερινότητας των μεταναστών ο χρόνος των λεπτοδεικτών είναι κενός νοήματος. Και ιδίως των φιγούρων των μεταναστών που κυκλοφορούν στο κέντρο της Αθήνας. Πώς ο χρόνος θα μπορούσε να συμβάλλει στην οργάνωση μίας ζωής παρανομοποιημένης εργασίας, θα μπορούσε να μεταβάλλει τους όρους κυκλοφορίας (ή της απαγόρευσή της) στα γύρω στενά της πλατείας; Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Το μπλαζέ του βλέμμα σκοντάφτει στην φιγούρα της Φανής που ξεπροβάλλει στο βάθος. «Καλημέρα. Έλα, πάμε, αργήσαμε». Ο χρόνος επανέρχεται. Η κυρά-Αγγελική, η ηλικιωμένη αντάρτισσα που είχε φάει κάμποσους μήνες στο Βίτσι, τους περίμενε για τον πρωινό καφέ. Και είχε αρχίσει τα τηλέφωνα γιατί είχαν καθυστερήσει. Για αυτές τις ηλικίες με αυτά τα βιώματα η αγωνία είναι κοινή. Να μην ξεχαστούν, να βρεθούν έστω και για λίγες ώρες στο κέντρο μίας συζήτησης. Αλλά και αυτοί δεν σκόπευαν να κλωτσήσουν την ευκαιρία. Την ευκαιρία της συνάντησης με μία αντάρτισσα, μαχόμενη στην πρώτη γραμμή, μέσα σε μία αντροκεντρική αφήγηση εκείνων των χρόνων του εμφυλίου.

Η κυρά-Αγγελική είχε πάντοτε τη διάθεση να μοιραστεί πράγματα μαζί τους. Ξεκινούσε τη διήγηση με το παραμικρό τσίγκλισμα και με άσχετες αφορμές. Ο καφές κατέβαινε σχεδόν μονορούφι, σαν αναψυκτικό, το στόμα ξεράθηκε από το σάλιο. «Δεν ξέρω να πίνω καφέ, τον κατεβάζω μονοκόμματο» δικαιολογήθηκε, περισσότερο για να κερδίσει μία στιγμή ανάπαυλας από την αφήγησή της. Η ομάδα της, η στρατηγίνα, η ομαδάρχισσα, τα δύσβατα μονοπάτια οι βόμβες ναπάλμ, οι τραυματισμοί, ένας βράχος που την έσωσε από όλμο και το γαϊδουράκι που την έφερε πίσω στους συντρόφους της. Δικοί της άνθρωποι που σκοτώθηκαν, κάποιοι ακόμα και στην αγκαλιά της. Το πρόσωπό της αποφεύγει να προδώσει συναισθήματα. Ίσως να είναι η προετοιμασία που έχει κάνει για σήμερα, ίσως να είναι οι τόσες φορές που τα έχει διηγηθεί, ίσως να κρατά τα συναισθήματά της να τα αραδιάσει σε εκείνο το περιβάλλον που θα νιώθει πιο ασφαλής.

Αυτός μοιάζει με συσκευή βραχυκυκλωμένη. Είναι τόσες οι πληροφορίες και τόσα τα ερεθίσματα που όποτε προσπαθεί να πει κάτι τραυλίζει. Θα πιει μια γουλιά καφέ, αυτού που αρχικά αρνιούνταν πεισματικά. Τα μάτια του έχουν χαθεί βαθιά μέσα στα μάτια της κυρά-Αγγελικής. Νιώθει σαν αυτούς τους τύπους που στις σχολές δημοσιογραφίας τους δασκαλεύουν να μην ξεκολλάνε τα μάτια τους επάνω από τον συνομιλητή τους όταν παίρνουν μία συνέντευξη. Να κάνουν νεύματα κατανόησης, ακόμη και εάν δεν καταλαβαίνουν τίποτα. «Όχι, δεν είμαι σαν τα μούτρα τους», καταλήγει. Ήταν σίγουρος ότι καταλάβαινε πολλά. Αλλά πώς να τα μοιραστεί; Έπλαθε στο κεφάλι του μονοπάτια και βουνά, σαν και αυτά που αυτός είχε περπατήσει και είχε ανέβει. Έβλεπε σώματα να αιμορραγούν σαν και αυτά που συναντούσε σε φωτογραφίες βιβλίων της εποχής. Αναζητούσε πίσω από τις φιγούρες που τραβούσαν με το όπλο παρά πόδας, τους ανθρώπους από το χωριό του που ήξερε ότι τότε είχαν βρεθεί αντάρτες και αντάρτισσες σε κάποια άλλα βουνά, στα Άγραφα. Όλα αυτά πίστευε ότι μπορούσε κάπως να τα ταξινομήσει μέσα στο κεφάλι του, να ντύσει τα λόγια της κυρά-Αγγελικής με σάρκα και οστά.

Μάλλον δεν θα μιλούσε ξανά για εμφύλιο ταξικό πόλεμο με ελαφρά την καρδία. Όχι επειδή είχε αμφιβολίες για την πολιτική αφετηρία της σκέψης ή για την αναγκαιότητα των καιρών. Περισσότερο επειδή ένιωθε ότι εκείνο το δυάρι του Αγίου Παντελεήμονα όπου καθόταν αντίκρυ με την γριά αντάρτισσα μετατράπηκε σε ένα κουτί όπου η βαρύτητα των λόγων και η ευθύνη των επιλογών έστησαν έναν τρελό, αδυσώπητο χορό. Έναν χορό ο οποίος του προκάλεσε αστείρευτη ζάλη και θολούρα. Μέσα σε αυτό το ντελίριο είδε να ανεβαίνει τα μονοπάτια των Αγράφων με ανθρώπους που δεν του είχε περάσει καν από το μυαλό. Και είδε πολύ λιγότερους απ’ όσους του είχε περάσει από το μυαλό ότι θα ακολουθήσουν, να ακολουθούν. Έψαχνε να δει και το δικό του πρόσωπο, να επιβεβαιώσει ξανά και ξανά ότι ήταν παρών. Έψαχνε να βρει τα όρια των αντοχών του, να και μία καλή δοκιμασία για το θάρρος του. Και τον τρόπο να κρατήσει μακριά του τους μικρούς ήρωες που αναζητούν εναγωνίως οι εποχές. Δεν πίστευε τόσο ότι το χωροταξικό σημείο της μάχης θα ήταν το βουνό. Εξήντα και κάτι χρόνια μετά, εκείνα τα στερεότυπα είχαν αρχίσει να μοιάζουν με ξεθυμασμένο αναψυκτικό.

Κλακ. Η Φανή ανοίγει μία πορτοκαλάδα. «Έλα πιες μια γουλιά, έχεις ιδρώσει». Αρνείται ευγενικά. «Πάρε τουλάχιστον τη βεντάλια». Σιωπή. Για πολλούς και μπερδεμένους λόγους, που περισσότερο έχουν να κάνουν με την αισθητική, τη βεντάλια την εκλάμβανε ως τον υλικό αντικατοπτρισμό της φιγούρας της κυρά-Αγγελικής. Απλώνει το χέρι για να πάρει λίγο από τη δροσιά της. Τη δροσιά των λόγων και των πράξεών της.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.