Η θρασυτητα μιας ερωτησης.

Μία νεαρή μητέρα κλειδώνεται έξω από το αυτοκίνητό της. Μέσα σε αυτό βρίσκεται το, κάποιων μηνών, μωρό της, το οποίο κλαίει και οδύρεται. Γείτονες προσπαθούν με μία ξεχαρβαλωμένη κρεμάστρα να πιάσουν από το μικρό άνοιγμα του παραθύρου την τσάντα της γυναίκας όπου βρίσκονται τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Και τελικά τη λύση θα δώσει η πυροσβεστική (!) με το σπάσιμο του τζαμιού του αμαξιού.

Όχι, δεν είναι το σενάριο κάποιου διαφημιστικού σποτ για την… απρόσεκτη μητέρα! Αυτό το σουρεαλιστικό σκηνικό που στήθηκε Κυριακή μεσημέρι σε μία σπιθαμή δρόμου ήταν μία καλή ευκαιρία γνωριμίας με τη νέα γειτονιά, τους νέους γείτονες. Τα κίνητρά μου θα μπορούσαν σαφέστατα να χαρακτηριστούν ιδιοτελή. Από τη μία η αγωνία των συγκεντρωμένων και της μητέρας, από την άλλη το αναγνωριστικό και διεισδυτικό βλέμμα. Είναι πράγματι εκπληκτικό το πώς σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ο απέναντι, ο διπλανός, ξεπερνάει τις αναστολές και τις φοβίες του και αναζητά ένα αποκούμπι στον γείτονά του. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη ακόμη και οι πιτσιρικάδες-χουλιγκάνια του ημιυπόγειου, που τους κοιτούν με μισό μάτι οι μεσήλικές των διπλανών διαμερισμάτων, εντάχθηκαν γρήγορα και εύκολα σε αυτή την κοινή κατάσταση η οποία απαιτούσε κοινή προσπάθεια για λύση.

Η οποία λύση θα έρθει από την βαριά. Το τζάμι θα ραγίσει, το μωρό θα βρεθεί στην αγκαλιά της μητέρας. Μιας και δόθηκε η ευκαιρία, τα πηγαδάκια που έχουν στηθεί θα μεταπηδήσουν γρήγορα από τη θεματολογία του συγκεκριμένου στην θεματολογία του «μιας και βρεθήκαμε». Μιας και βρεθήκαμε ας επικοινωνήσουμε -ίσως και να γνωριστούμε. Μπορεί να είχαμε να το κάνουμε μέρες, εβδομάδες, ίσως και να μην το κάναμε ποτέ.

Σούρουπο και η πρωινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης τείνει να αποτελέσει μία παράξενη ανάμνηση μίας παράξενης ημέρας. Στο ίδιο στενό, ένα αμάξι έχει διαρρηχτεί. Ο ιδιοκτήτης προσπαθεί να επισκευάσει τη ζημιά. Στη θέα ενός διερχόμενου μετανάστη, η σύζυγος του ιδιοκτήτη, από το μπαλκόνι, του κάνει νόημα: «μήπως ήταν αυτός;». Αρκούσε το λάθος χρώμα, τη λάθος στιγμή, στο λάθος τόπο. Η ερώτηση δεν περίμενε απάντηση, δεν αναζητούσε τον φυσικό ένοχο, αλλά επιζητούσε, μέσα από την επιβεβαίωση της στιγμής, την επικύρωση του διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού. Γι’ αυτό και η θρασύτητά της εκστόμισής της μπροστά στα μούτρα του ανθρώπου. Η υποτίμηση μπορεί και να εκδηλωθεί απλά με ένα βλέμμα, με μία φράση που μπορεί ο μετανάστης και να μην κατάλαβε ποτέ.

Επιστροφή στην κανονικότητα. Οι φοβίες είναι ξανά η μόνιμη συντροφιά στα διαμερίσματα. Και το κουτί. Αυτό πάντα. Μέχρι την επόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Χρειάζονται και αυτές, για να μην πεθάνει κανείς από ασφυξία.

Advertisements

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.