Ενα αγαλμα στη σκια των ανθρωπων.

Εκείνο το μεσημέρι, εν μέσω χαρτόκουτων και ενός αγχωμένου πακεταρίσματος, πετάχτηκα στο κοντινό βιβλιοπωλείο. Η χαρτοταινία που μόλις είχε τελειώσει ήταν η αρχή μία σειράς τυχαίων γεγονότων η κατάληξη των οποίων με έφερε το απόγευμα της ίδιας μέρας μπροστά από το άγαλμα του στρατηγού Μακρυγιάννη, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Το τέλος εκείνης της δευτεριάτικης εσπερίας μπορώ να πω ότι με βρήκε με λίγες περισσότερες γνώσεις μέσα στο κεφάλι μου.

Καταρχήν -και το πιο χαζό είναι η αλήθεια- έμαθα ότι η σχεδόν καθημερινή διαδρομή μου από το Κουκάκι για την Πλάκα περνάει μέσα από ένα τουριστικό δρομάκι που λέγεται Βύρωνος. Είναι ο δρόμος που προσπαθώ να αποφύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί είναι σίγουρο ότι εάν οι αποχαυνωμένοι και κουφοί τουρίστες δεν τρακάρουν πάνω στο ποδήλατό μου,  η άλλη τουριστική ατραξιόν, το… τρενάκι, θα βρεθεί εκεί, σε μία συνάντηση που τείνω να πιστέψω ότι έχει πάψει να είναι συμπτωματική, σαν έτοιμο από πάντα για να κάνει πειράματα με τις τιμές της μικρής και της μεγάλης πίεσής μου.

Το σημαντικότερο εκείνου του απογεύματος είναι ότι μία ισχυρή υποψία μου (η οποία πηγάζει κατευθείαν από τα βάθη της φιλοτιμίας που αρθρώνεται με το «μα δεν μπορεί να μην…») επιβεβαιώθηκε. Και όταν η λεηλασία αφήνει σύντομες και συνάμα ύπουλες χαρακιές πάνω στο σώμα και την ψυχή, το «μα δεν μπορεί να μην…» βρίσκεται ένα βήμα πριν το διαολοστόλισμα.  Το οποίο αποφεύχθηκε χάρη σε καμιά 35αριά ανθρώπους οι οποίοι κίνησαν για το σημείο συνάντησης όπου καλούσε το χαρτί το οποίο τοιχοκολλήθηκε τις προηγούμενες ημέρες.

Η συζήτηση, η οποία δεν άργησε να ανάψει, μου θύμισε αυτές τις εκθέσεις ιδεών που μου ζητούσαν να γράψω εκεί ,στα τέλη του δημοτικού. Η αφέλεια που συνόδευε τα τότε γραπτά μου, αυτή η αθώα αφέλεια, πλανιόταν και πάνω από αυτήν τη συζήτηση, αν και οι φορείς αυτών των ιδεών δεν ήταν 10χρονα πιτσιρίκια πίσω από κάτι ξύλινα θρανία αλλά άνθρωποι με τον χρόνο χαραγμένο πάνω τους, αναζητώντας τη χαμένη αξιοπρέπεια, κυνηγώντας την επιβίωση. Οι γλώσσες μπερδεύονταν, οι ήχοι πρόδιδαν την ανάγκη του καθενός και της καθεμιάς να ακουστούν. Για τους δημόσιους χώρους, για την ηχορύπανση στα σοκάκια της Πλάκας, για την ένταση της λεηλασίας των ζωών μας και της οικονομικής μας αφαίμαξης με τα νέα χαράτσια, για όλα αυτά μπορούσες να ακούσεις βιώματα ατομικά να αναζητούν συλλογικές διεξόδους.  Σε τι κατεύθυνση;

Ένα ερώτημα, η διατύπωση του οποίου αρκεί για να κριθώ από τον περίγυρο ως ανυπόμονος. Ή -και αυτό επιλέγω- να δοκιμάσω τον εαυτό μου κατά πόσο μπορώ να συγχρονιστώ με αυτό που συμβαίνει μπροστά μου. Και εάν σε εκείνο το πρώτο απόγευμα, μέσα από αυτόν τον καταιγισμό βιωμάτων και επιθυμιών που κατατέθηκαν, είχε εκπληρωθεί το πεπρωμένο αυτής της πρώτης συνάντησης, επτά απογεύματα μετά οι καιροί απαιτούν από όλους μας. Και καταρχήν συνέπεια στο ραντεβού μας με την ιστορία.

Το καινούργιο σε αυτό το εγχείρημα, πέρα από την ίδια του την συγκρότηση ως τέτοιο στη γειτονιά, είναι οι άνθρωποι που το πλαισίωσαν. Και δεν θα το κρύψω ότι ήμουν και είμαι καχύποπτος με όλους αυτούς τους εμπόρους του τουρισμού που βλέπω σαν τις σφίγγες να τριγυρνάνε στην Πλάκα, αναζητώντας το (τουριστικό) μελίσσι. Και βραχυκύκλωσα όταν άκουσα έναν από αυτούς τους εμπόρους να αποδομεί τον μαζικό τουρισμό ,που αναπτύχθηκε στην ελλάδα, από τα γενοφάσκια του, να θέτει υπό διαπραγμάτευση τους ίδιους τους όρους της κοινωνικής του αναπαραγωγής η οποία αρχίζει και τελειώνει στο τουριστικό μαγαζί που διατηρεί στην Ανδριανού. «Μεμονωμένο περιστατικό», σημείο της κρίσης ταυτότητας των καιρών και της ριζικής επαναδιαπραγμάτευσης (ακόμη και) με το κοντινό παρελθόν, ή μονόδρομος για τα μίνιμουμ της καθημερινής επιβίωσης;

Στην σκιά του αγάλματος η συζήτηση χαμηλώνει. Η υγρασία χτυπάει στα κόκαλα. Η πομπή καμιά 50αριά γραφικών θεούσων που σούρνονται πίσω από μία εικόνα που θυμιατίζει ένας ρασοφόρος, μας αφήνει πίσω. Απομένει η μυρωδιά του θυμιάματος στον αέρα να υπενθυμίζει το αλλόκοτο πέρασμά τους. Αυτό τι ήταν τώρα; Ζωντανός σουρεαλισμός ανακατεμένος με θρησκευτικό φονταμενταλισμό; Σίγουρη απάντηση δεν έχω, πανοσιολογιότατος δεν είμαι, άσε που δεν θέλω και μπλεξίματα.

Δεν έχει άλλο. Αυτό ήταν, εικόνες από τις συνελεύσεις κατοίκων του Κουκακίου, του Μακρυγιάννη και της Πλάκας. Και την άλλη Δευτέρα εκεί θα είναι, Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μακρυγιάννη, στις 6 το απόγευμα. Όπως και κάθε Δευτέρα.

υγ: είναι πολύ ωραίο συναίσθημα όταν ο νεκρός ιστορικός χρόνος που αποδίδεται μέσω της σημειολογίας ενός αγάλματος ανταγωνίζεται από ζωντανούς ανθρώπους που προσπαθούν να στήσουν ζωντανές διαδικασίες για να γράψουν τη δικιά τους ιστορία. Και ας ξέρουν -άλλωστε ούτε το φιλοδοξούν, ούτε το επιθυμούν- ότι δεν θα γίνουν αγάλματα κάποτε. Ούτε καν ήρωες.

Advertisements

2 thoughts on “Ενα αγαλμα στη σκια των ανθρωπων.

  1. Rov 29/11/2011 στο 23:22 Reply

    Γεια χαρά! Το μπλογκ έχει καιρό να ενημερωθεί και είμαστε αρκετός κόσμος που περιμένουμε το επόμενο χτύπημα. Γι’ αυτό, και επειδή είναι κάπως απογοητευτικό να το επισκεπτόμαστε χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα, σε παρακαλώ επίσπευσε λίγο τους παραγωγικούς σου μηχανισμούς.
    Ευχαριστώ, Ροβ.

    • sinoikiesfilopappou 29/11/2011 στο 23:50 Reply

      Το blog βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο τουλάχιστον όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι του. Έχουμε να πούμε πολλά φίλοι αναγνώστες και φίλες αναγνώστριες, οπότε υπομονή.

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.