Γιατί σταμάτησα να μισώ τον ήχο από το πρωινό ξυπνητήρι;

Είναι περίεργες αυτές οι μέρες. Οι κάποτε άψυχες εικόνες γίνονται έντονα βιώματα, θεωρήματα αποκτούν μία άκαμπτη υλικότητα μέσα στην καθημερινότητα. Το χρώμα του χρήματος στις τσέπες εξαντλείται στις διάφορες αποχρώσεις του μπλε, το καφετί δεν υπάρχει, έχει διαγραφεί ακόμα και από τις πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες. Όλα δανεικά.

Είναι οι μέρες όπου γίνονται όλο και πιο κοινότυπες οι προϋποθέσεις της ενορίας του αγίου Νικολάου για να ενταχθείς στα καθημερινά συσσίτια για αστέγους και ανέργους. Είναι οι μέρες όπου καταλαβαίνεις ότι οι συλλογικές κουζίνες της λαϊκής συνέλευσης, έχουν συμβολικό μόνο περιεχόμενο, βρίσκονται πολλά βήματα μακριά από τις πραγματικές ανάγκες μίας γειτονιάς, ωστόσο ένα βήμα παραδίπλα από τις πραγματικές δυνατότητες μία μικρής συλλογικότητας ανθρώπων.

Είναι αυτές τις τελευταίες μέρες που όλο και πιο συχνά έρχεται στο μυαλό μου ο Βασίλης. Είναι, μάλλον, το κρύο και η βροχή ο λόγος που δεν τον βλέπω εκεί στη γωνιά του, στην αρχή της Τριών Ιεραρχών. Κάπου θα έχει αναζητήσει τη ζεστασιά των καιρών, στο πατάρι από το διπλανό καφενείο, στο εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, στο απέναντι ψιλικατζίδικο. Όταν ο καιρός ήταν ανοιχτός, μοιραζόμασταν τις αγωνίες, τα αδιέξοδά, ένα μπουκάλι μπύρα στο παγκάκι της πλατείας Μερκούρη. Τώρα το «κάπου θα έχει» υπενθυμίζει και τις (τη) συλλογικές (η) μας (μου) αδυναμίες (α), τα δικά μας (μου) όρια, να είμαστε εκεί.

Και είναι και αυτό το πρωί… Το κατέβασμα της Θησέως ήταν απλά ένας ακόμα τρόπος για να ανοίξει το μάτι. Από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο, με το βλέμμα στραμμένο στις προσόψεις των καταστημάτων, περπατώντας σα ζόμπι, προσμένοντας να δεις εκείνο το μαγικό χαρτάκι που να γράφει «ζητείται…». Βλέμματα όλο περιέργεια, γεμάτα ερωτηματικά, να συναντώνται και να αλλάζουν κατευθύνσεις. Ανάμεσά μας ένα τζάμι. Εργαζόμενοι που θα τη βγάλουν σίγουρα τη σημερινή μέρα ως τέτοιοι, αγνοώντας ή μη θέλοντας να ξέρουν τι τους ξημερώνει. Αρκεί αυτή η στιγμιαία εικόνα για να τους ζηλέψεις. Αρκεί η ανάγκη ενός και μόνο μεροκάματου.

Ένα σκόνταμμα δύο αδιάφορων και άγνωστων μεταξύ τους ώμων, με κοινή ίσως μοίρα, ένα σκαμπανέβασμα, σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Η Θησέως είναι μεγάλη, έλα, κάπου, κάτι θα καθίσει. Αμ δε… Τα χαρτάκια στις προσόψεις είναι αμείλικτα: «ο χώρος παρακολουθείται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης», «με κάθε είδους καφέ ένα μικρό μπουκαλάκι νερού δώρο», «μετά τις 3 το μεσημέρι όλα τα τυροπιτοειδή με 1 ευρώ». Όλοι ξεπουλάνε, τα εμπορεύματα ξεπουλιούνται. Αλλά μήπως και εγώ δεν είμαι εδώ για να ξεπουληθώ όσο-όσο, για να βάλω κάποια φράγκα στην τσέπη, για να εξασφαλίσω τα απολύτως απαραίτητα;

Το όριο έχει μπει. Τηλέφωνα για ληξιπρόθεσμες, για απλήρωτα δάνεια και διάφορα άλλα απλήρωτα, κομμένα. Είναι το μόνο που βρίσκεις σε αφθονία πλέον. Προφανώς γιατί έγιναν άφθονοι οι άνθρωποι που αδυνατούν να πληρώσουν. Οι μισοί θα τηλεφωνούμε στους άλλους μισούς να τους λέμε ότι χρωστάνε και τούμπαλιν. Χτες ένας φίλος με πλησιάζει στο αυτί για να μου πει για μία δουλειά που υπάρχει και την έμαθε μέσα από έναν γνωστό της μάνα του. Εισπρακτική για δάνεια. 720 ευρώ μικτά. Τα όρια παλεύουν να διατηρηθούν ως τέτοια. Αμφιταλάντευση. Αλλά όχι, θα συνεχίσω το ψάξιμο για αλλού. Φτάσαμε στις μέρες όπου ακόμα και για δουλειά σε εισπρακτικές το μαθαίνεις από στόμα σε στόμα. Αρχίζω να πιστεύω ότι μία μέρα θα φτάσει στα αυτιά μου, ως ευκαιρία, η δουλειά στις εισπρακτικές για τους απλήρωτους λογαριασμούς. Έχουν αρχίσει ήδη να δουλεύουν, πριν από κάποιες εβδομάδες σε έναν γείτονα χτύπησε το τηλέφωνο. Και με φαντάζομαι μία μέρα, εκεί μπροστά, ανάμεσα στις καρτέλες που θα πέφτουν στους υπολογιστές, να εμφανιστεί και το δικό μου όνομα, με τη δική μου διεύθυνση. Αλλά δεν θα απαντήσει κανείς… Θα λείπω στη «δουλειά».

Κοίτα να δεις, η Θησέως τελείωσε. Μύρισε θάλασσα. Το απέναντι ρεύμα και η ανάποδη, προς τα πίσω γύρα, είναι παρηγοριά και ελπίδα μαζί. Αλλά ήδη αυτή έχει μείνει μισή. Και λίγη ώρα αργότερα μηδαμινή. Πάει και αυτό το πρωί. Τουλάχιστον δεν έφυγε μπροστά στη «χρυσή ευκαιρία», την «καριέρα» και το sky walker. Αύριο μία άλλη γειτονιά θα έχει σειρά. Πρέπει να προλάβω, έρχεται και απεργία…

Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια γίναμε τόσο φτηνοί και τόσο αναλώσιμοι που ούτε στα καλύτερα όνειρά τους δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν τα ντόπια αφεντικά. Και δεν χρειάζονται αναλύσεις για αυτό. Φτάνουν όλα τα παραπάνω, φθάνει η ζήλια για τον άλλον εργαζόμενο, φθάνει το «όσο-όσο» που ακούω όλο και πιο συχνά γύρω μου, φθάνει που έχει χαθεί το μίσος για τον ήχο του πρωινού ξυπνητηριού… Αλλά ξέρω γιατί έχουν συμβεί όλα τα παραπάνω. Και η μόνη υπόσχεση στον εαυτό μου είναι ότι δεν θα χαθεί ούτε στιγμή το μίσος για τα αφεντικά. Και η προσμονή ότι θα γυρίσει ο τροχός. Έρχεται και απεργία…

Advertisements

One thought on “Γιατί σταμάτησα να μισώ τον ήχο από το πρωινό ξυπνητήρι;

  1. Νικόλαος 18/10/2011 στο 00:22 Reply

    Σ’ ευχαριστώ για μια ακόμα καλή παρέα στο ταξίδι.

    Η οδύνη τείνει να μας κατακλύσει αλλά … ψυχές και μάτια είναι εκεί για να «θρέψουν» την φλόγα της ψυχής μας που τρεμοπαίζει.

    Αρκεί να τα βλέπουμε. Με τ’ άλλα μάτια …

Για πες...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.