Ο Γκόρτσος στα Πετράλωνα.

Απόγευμα Τρίτης και σε κάθε μετρημένο του βήμα προς το σπίτι έσταζε και μία στάλα κούρασης από το οκτάωρο της δουλειάς. Η Τρώων ήσυχη συνήθως αυτήν την ώρα, κάπου στο μετέχμιο μεταξύ γειτονιάς και μίας θορυβώδους βραδινής πιάτσας διασκέδασης. Η μπουκαμβίλια περήφανη εκεί στη γωνία με την Κυδαντιδών, η καρέκλα του «ρεμπέτη» άδεια και προχειροκλειδωμένη. Πρωινά συνήθως τον πετύχαινες, έτοιμος να σου μοιραστεί την ίδια ιστορία σε μία άλλη εκδοχή της. Αλλά πάντα σίγουρος για τον εαυτό του: ο τελευταίος ρεμπέτης που έχει μείνει στην Αθήνα. Γύρισε ενστικτωδώς το κεφάλι να χαιρετήσει την Άσπα, πάντα τέτοια ώρα ανάμεσα σε ευμεγέθεις κατσαρόλες. Και εκεί απ΄έξω σκόνταψε το βλέμμα στον δήμαρχο και στην ομήγυρή του. Δεν ήταν από τους τύπους που περπατούσαν με χαμηλό το βλέμμα, οπότε από την προηγούμενη γωνία είχε παρατηρήσει δύο καθωσπρέπει γυμναστηριακούς με σφίξιμο μπανάνας στη μέση να μετράνε τις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Τους προσπέρασε με τη σκέψη ότι πάλι κάποιος αγαπημένος πολιτικός θα γευματίζει στον Οικονόμου ή στον γάλλο. Αλλά η απρόσμενη εικόνα που έλαχε μπροστά του, τον ανάγκασε να σβήσει το φλας και να αναβάλει την προσπέραση. Σε δύο δεκάλεπτα της ώρας διάφορος κόσμος είχε μάθει και είχε κατευθυνθεί προς τον δήμαρχο και την ομήγυρη. Πάντα τα νέα σε μία γειτονιά ταξιδεύανε με αδιανόητες ταχύτητες. Το ρολόι έδειχνε οκτώ και τέταρτο το απόγευμα.

Δεν ήταν απλά ένας δήμαρχος, δεν ήταν απλά μία ομήγυρη. Και αυτό το καταλάβαινες στις κάτι παραπάνω από τέσσερις ώρες που σταθήκανε εκεί. Ήταν ένα σόι δεκαετιών, ένα σόι που τη λέξη ένσημο και μεροκάματο την έχει γράψει συλλαβιστά μόνο στα πολιτικά του προγράμματα, ένας κρίκος από ένα σόι που συνοδεύει σε μακάβρια ευφυολογήματα τις λαϊκές μαζώξεις στα καφενεία και στις πλατείες, ένα σόι που το γενεολογικό του δέντρο φτάνει μέχρι και τα κιτάπια της δημαρχίας της Αθήνας.

Οι τοπικοί και όχι μόνο σύμβουλοι γέμιζαν τις θέσεις του τραπεζιού. Διάφοροι καλοθελητές ψηφοφόροι ή κάποιοι που εδώ και χρόνια βγάζουν οικογενειακό ψωμάκι από τον δήμο περνούσαν και χαριεντίζονταν ή στέκονταν και το έκαναν 50 μέτρα πιο δίπλα για να κρατήσουν τις «αποστάσεις» από τα «γεγονότα».

Το Γεγονός βρισκόταν σε εξέλιξη στη γειτονιά. Οι «καταληψίες της πλατείας Μερκούρη», όπως θα χαρακτηρίζονταν από κάποια ώρα και μετά στα μήντια, άνοιξαν τις πρώτες μπύρες που προμηθεύτηκαν από το διπλανό ψιλικατζίδικο, στρώνοντας το έδαφος για το πώς θα μένανε, μετά από εκείνο το βράδυ, στο πάνθεον της δημοσιογραφίας. Γειτόνισσες στήσανε ένα αυτοσχέδιο μπασκετάκι στο δρόμο, μπροστά στην ομήγυρη. Κόσμος περνούσε, έστεκε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, έφευγε, επέστρεφε, ξαναέφευγε. Οι συντονισμένες φωνασκίες όλου αυτού του ετερόκλητου πλήθους υπενθύμιζαν στον-άνθρωπο-που-δεν-δούλεψε-ποτέ ότι εάν θέλουν να πάνε κυριακή για δουλειά αυτοί να είναι οι υπουργοί, οι δήμαρχοι και τα αφεντικά. Δηλαδή όλο του το σόι. Πως -μιας και ήταν επισκέπτης σε αυτή την πολύ όμορφη γειτονιά όπως δήλωνε την επομένη σε ένα αποστειρωμένο φιλικό ραδιοφωνικό στούντιο- η Τρώων, οι λόφοι του Φιλοπάππου δεν είναι εμπόρευμα. Και ότι τα «τζάκια» και τα οικογενειακά τους κληρονομικά δίκαια δεν είναι αναγκαία στις ζωές μας. Ναι κύριέ μου. Και πώς να τα τραυλίσεις αυτά στον δημοσιογράφο που του στέλνεις την πληροφορία (και μία φωτογραφία, έτσι για το καλό) του γεγονότος, πόσο μάλλον όταν αυτός είναι του Πρώτου Θέματος; Πώς να τα αφομοιώσεις σε αυτό το έρμο το δημοκρατικό πολιτικό προφίλ σου; Δε χρειάζεται αγαπητοί μου επικοινωνιακός σύμβουλος σε αυτή τη περίπτωση, πετάς το όνομα ενός Κουφοντίνα και η δουλειά έχει γίνει. Ο δήμαρχος, δακρύβρεχτος όσο χρειάζεται, ψύχραιμος και θρασύς, αυτά που ένα βράδυ ψελίζει σε ένα εστιατόριο της Τρώων ανάμεσα σε οπλισμένους ασφαλίτες, μπορεί να τα μετουσιώσει σε υποκοριστικές λεξούλες την επομένη, σε μία συνέντευξη βουτηγμένη στην ιδεολογία του φόβου.

Οι ώρες περνούσαν, οι ερωτήσεις έβρισκαν τις απαντήσεις στους στραβολαιμιασμένους συμβούλους της ομήγυρης που κάθονταν με πλάτη στον δρόμο, οι χακί ματάδες κάνανε δύο ώρες και τριανταεπτά λεπτά για να εμφανιστούν στη γειτονιά, ήταν οι μόνοι που λείπανε από αυτό το αστυνομικό φυτολόγιο που συντάχθηκε από νωρίς-νωρίς στα Άνω Πετράλωνα. Οι κοινωνικές πολώσεις εκδηλώθηκαν με ένα πλούσιο γλωσσικό ανθολόγιο, ένθεν και ένθεν. Μετά από μία απρόσμενη τροπική μπόρα η σοδειά των συλλογικών αγώνων, των συνελεύσεων γειτονιών, των αυτοοργανομένων εγχειρημάτων εκτέθηκε αυτό το βράδυ έτσι όπως έχει μάθει εδώ και δεκαέξι χρόνια σε αυτά τα μέρη, ενπρόσωπη, με σαφήνεια, αυτόνομη και χωρίς καθόλου την ανάγκη της φωταγώγησης από πυροτεχνήματα.

Περασμένα μεσάνυχτα με τον λεπτοδείκτη να έφτανε τις ενενήντα περίπου στροφές γύρω από τον εαυτό του, έβαλε σε κίνηση ένα ανυπόμονο σχέδιο που θα κατέληγε σε έναν απαραίτητο ύπνο, για να αντέξει έναν νέο κύκλο εργασίας την επομένη το πρωί. Στο διάβα του συνάντησε έναν τυπάκο να ψάχνει την πλατεία Μερκούρη για να κάνει ρεπορτάζ. Στην Τρίτωνος η πινακίδα του στοπ ήταν στραπατσαρισμένη από το αστυνομικό τζιπ της οπκε που πριν λίγη ώρα είχε παρκάρει στο στενό αγχωμένο. Τα τελευταία τραπέζια της Κυδαντιδών μαζεύοταν από κουρασμένα γκαρσόνια που είχαν γεμίσει τις μνήμες των κινητών τους με μπόλικα γιγαμπάιτς τραβηγμένων βίντεο. Σε κάποια πιεστήρια τα εκδοτικά φύλλα ενός μουσάτου επιχειρηματία δε θα νοιάζονταν και τόσο πολύ αλλά όλο και κάπου θα έχωναν την είδηση με έναν πηχαίο τίτλο, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι. Τα σόσιαλ μήντια ήδη είχαν στήσει τις ετυμηγορίες τους. Τελικά ποιός έχασε; Ποιός έφυγε πρώτος; Τί να σου πω ρε φίλε, εγώ εδώ έμενα, εδώ μένω και εδώ θα είμαι και αύριο. Εδώ θα με ρωτάνε και εδώ θα τους ρωτώ. Ήξερε ότι κατά βάθος δεν ήταν το επίδικο αυτό. Οι λογαριασμοί που ανοίγουν και κάνουν τους καλούς αγώνες θα έχουν έναν ορίζοντα τετραετίας μπροστά. Και είναι σε αυτά τα χρόνια που οι αυτόνομοι αγώνες στις γειτονιές, για την πόλη μας, θα τεθούν απέναντι σε ένα καινούργιο πολιτικό περιβάλλον επενδεδυμένου με «δημοκρατικό πλουραλισμό» και αφομοίωση. Ας αφήσουμε τους γενναίους βρεγμένους με τις βροχές τους. Και εμείς να μάθουμε να ζούμε τις τροπικές καταιγίδες.

Advertisements

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5.

Κουκάκι, #05

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος στις γειτονιές μας από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5. Και από το ροζ φωτεινό χρώμα σε αυτό της απλής φωτοτυπίας, του άσπρου και του μαύρου. Το πρώτο αφισάκι εμφανίστηκε χρωματιστό, με αισθητική και αυτοπεποίθηση πριν το περασμένο καλοκαίρι. Μήνα με το μήνα, καθώς γειωνόταν στην πραγματικότητα της γειτονιάς έμεινε μισό σε μέγεθος, το βρήκε ο χειμώνας και ξεθώριασε από τις βροχές, προσπάθησε να διατηρήσει επίκαιρο το μήνυμά του πατώντας τον ίδιο του εαυτό όπου είχε παλιώσει, για να καταλήξει σε κάποιες φτωχές φωτοτυπίες και σε χωροταξικές υπαναχωρήσεις.

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος στις γειτονιές μας από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5. Και από το ροζ φωτεινό χρώμα σε αυτό της απλής φωτοτυπίας, του άσπρου και του μαύρου. Το πρώτο αφισάκι εμφανίστηκε χρωματιστό, με αισθητική και αυτοπεποίθηση πριν το περασμένο καλοκαίρι. Μήνα με το μήνα, καθώς γειωνόταν στην πραγματικότητα της γειτονιάς έμεινε μισό σε μέγεθος, το βρήκε ο χειμώνας και ξεθώριασε από τις βροχές, προσπάθησε να διατηρήσει επίκαιρο το μήνυμά του πατώντας τον ίδιο του εαυτό όπου είχε παλιώσει, για να καταλήξει σε κάποιες φτωχές φωτοτυπίες και σε χωροταξικές υπαναχωρήσεις.

Μία παραποτάμια ιστορία.

Κουκάκι, #04

Απόψε θα σου πω μία ιστορία σχεδόν παραποτάμια, πνιγμένη στην υγρασία του ρέματος της Καλλιρρόης, εκεί λίγο πριν τα νερά του αλλάξουν όνομα. Την ιστορία τεσσάρων οικογενειών. Τεσσάρων διαμερισμάτων. Τεσσάρων πακεταρισμάτων. Τεσσάρων αναγκαστικών μετακομίσεων μέσα σε κάποιες λίγες ημέρες. Την ιστορία ενός επενδυτή και του πάντα πρόθυμου που θα πιάσει τον παλμό της εποχής. Το κτηματομεσιτικό ειδύλλιο. Το ισόγειο έγινε το στρατηγείο της επένδυσης. Αρχιτέκτονες, μηχανικοί, κάποιοι κάπως πιο καλοντυμένοι. Οι εργάτες ανακυκλώνουν τις σκόνες τους πάνω-κάτω στα 67 σκαλιά του γιαπιού. Τα στόματα κλειστά. Και τα βλέμματα καχύποπτα. Πώς, οι επενδύσεις δεν λαλούνται πια; Να είναι οι χαμηλοί τόνοι που απαιτεί η αγορά; Την ίδια μέρα πάντως στο μανάβη η συζήτηση είχε προσπεράσει αυτή την πρώτη επένδυση και μιλούσε για την δεύτερη των ιδίων προσώπων, εκεί που κάποτε ήταν το πολυόροφο γκαράζ του πεζόδρομου της Γ. Ολυμπίου…

Πρωινοί ήχοι.

Κουκάκι, #03
Ήταν κάποτε εκείνα τα πρωινά που δεν είχες προλάβει να πιεις καφέ και ο ήχος του σουρσίματος των ροδών σου θύμιζε ότι ήταν Παρασκευή και είχες να πας λαϊκή…

Εργοτάξιο.

Κουκάκι, #02
Η γειτονιά-εργοτάξιο. Μετρώντας μπαζοκάδους.

Μεσοτοιχίες.

Κουκάκι, #01
Ζώντας μεσοτοιχία με το gentrification.

 

Η Αλίκη στις γειτονιές της τουριστικοποίησης (διαδρομή πρώτη)

Σε αυτόν τον τόπο, ο λόγος των μήντια και της δημόσιας τάξης έχει χτίσει τα δικά του θέσφατα, έχει σκιαγραφήσει σίγουρες διαδρομές, έχει φτιάξει μία αστείρευτη πηγή πρώτων υλών. Όλα αυτά, μεστά και επαναλήψιμα είναι σε θέση να τα ξεδιπλώσει μετά από το Γεγονός. Και με μεγαλύτερο θράσος όταν το γεγονός αγγίζει την ακραία συνθήκη του θανάτου, μέσα στην πληροφοριακή ερημιά του Αυγούστου.

Οι λόφοι του φιλοπάππου βρίσκονται στην καρδιά της πόλης, στην τουριστική καρδιά της πόλης. Είναι (και) αυτοί που δημιουργούνε την Αθήνα σαν τέτοια, σαν πόλο έλξης κάποιων δεκάδων χιλιάδων τουριστών κάθε ημέρα. Αλλά είναι και μία ελεύθερη έκταση 700 στρεμμάτων στην καρδιά όχι της τουριστικής Αθήνας, αλλά της μητροπολιτικής Αθήνας, αυτής που τον τελευταίο χρόνο στις τριγύρω γειτονιές έχουμε αρχίσει να την ξεχνάμε σαν τέτοια. Μίας Αθήνας με τις αντιφάσεις της, τα λούμπεν στοιχεία της, την μικροεγκληματικότητά της, τους δικούς της διαχειρίσιμους κινδύνους. Διαχειρίσιμους γιατί την ίδια στιγμή που βάλουν αυτήν, γεννιούνται και μέσα απ΄αυτήν. Και έχουν την αντανακλαστική συναίσθηση ενός αυτοάνοσου. Οι λόφοι του Φιλοπάππου είναι χώρος κοινωνικής αναπαραγωγής για τους ανθρώπους αυτής της πόλης που τραβάνε τα ζόρια τους, τους έρωτές τους, τα τσιγάρα τους, τις μοναξιές τους. Για τους ανθρώπους της πόλης που μένουνε εδώ, φτιάχνουν αυτή την πόλη, τις σχέσεις της, τους θορύβους της, τις εκρήξεις της. Οι λόφοι του Φιλοπάππου είναι και ένας καθρέπτης του μαζικού τουρισμού αυτής της πόλης. Οι τουρίστες κινούνται ωσάν ένα ξενικό, καταναλωτικό σώμα, εκτεθειμμένοι στην πραγματικότητα μίας πόλης την οποία δεν βρίσκονται εδώ να την γνωρίσουνε αλλά να την φωτογραφίσουνε και να την περιφέρουν πίσω σαν ανάμνηση.

Ας μην είμαστε αφελείς. Αυτό που λέγεται εγκληματικότητα δρόμου και τη συναντούσες σε διάφορα σημεία της πόλης φυσικά και περνούσε και μέσα από τους λόφους εφόσον αποτελούν οργανικό κομμάτι αυτής της πόλης -ούτε καν προέκτασή της. Όχι μόνο τον τελευταίο χρόνο, όλα τα χρόνια. Οι ματάκηδες στις σκοτεινές καβάτζες του Κουκακίου, οι φέρμες (και από έλληνες) πιτσιρικάδες, ακόμα και τα περιστατικά βιασμών (ή απόπειρών τους) που είτε καταγγέλονταν είτε όχι, ήταν εκεί. Άλλα σαν βιώματα, άλλα σαν ιστορίες. Η πιθανότητα του θανάτου γυροφέρνει στους λόφους δεδομένου της απόκρυμνης γεωγραφίας τους σε αρκετά σημεία σε συνδυασμό με το συχνό άραγμα κόσμου σε αυτά. Η απαίτηση των ημερών ένα φυσικό τοπίο -αν δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένο και το κάθε ενδεχόμενο σε αυτό αυστηρά υπολογισμένό- να μην υπάρχει σαν τέτοιο, προέρχεται από τα βάθη του καπιταλιστικού τρόπου οροθέτησης της ζωής στην πόλη.

Η Αθήνα κατατέμνεται σε ζώνες, χωροταξικά και κοινωνικά, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι. Τα εκατοντάδες airbnb διαμερίσματα και τα hostel στις γειτονιές γύρω από τους λόφους του Φιλοπάππου είναι μία χωροταξική εκδοχή της τουριστικοποίησης. Η έξωση από τη γειτονιά, η αδυναμία να βρεις διαμέρισμα να μείνεις ή ακόμα και να καλύψεις τα διαρκώς αυξανόμενα ενοίκια, οι τουρίστες που γυροφέρνουν ακόμα και στα ξεχασμένα από τον μπαρμπαμήτσο στενά των Πετραλώνων, είναι μία κοινωνική εκδοχή αυτής της τουριστικοποίησης. Τουρίστες που κυκλοφορούν με χρήμα και γκατζετάκια, μαζικά, σε άγνωστα γι΄ αυτούς μέρη, είναι δεδομένο ότι θα μετατοπίσουν προς τα εκεί τη διάσπαρτη μικροεγκληματικότητα. Η οποία μέσα από τον χωροταξικό της περιορισμό θα γίνει πιο έντονα ορατή, επαναλαμβανόμενη και σε διαρκής ένταση. Η βάση συγκρότησης της μικροεγκληματικότητας οριοθετεί την ασκούμενη βία. Και τα θυματά της. Τα οποία εξαρχής δεν πρέπει να εμπεριέχουν την πιθανότητα (πιθανότητα, όχι τη δυνατότητα) αντίδρασης. Ωστόσο και αυτού του είδους η βία παραμένει άσκηση βίας που μπορεί να καταλήξει στο θάνατο ενός παιδιού.

Το να μιλάς για τους φορείς της μικροεγκληματικότητας και όχι για την ίδια ως συνθήκη είναι σαν να εθελοτυφλούμε, ότι τώρα ανακαλύπτουμε την πόλη μας και ξαφνιαζόμαστε. Τρία στενά παρακάτω από τους λόφους, στον αστικό ιστό των Πετραλώνων και του Κουκακίου, την μικροεγκληματικότητα δεν θα της βάζαμε απαραίτητα πολυεθνικό πρόσημο μπροστά. Το να μιλήσεις για το πώς και το γιατί αλληλεπιδρά αυτή η μικροεγκληματικότητα με τη δημιουργία τουριστικών ζωνών μέσα στην πόλη, είναι μία κουβέντα που μάλλον την λοξοκοιτάζουμε γιατί αγγίζει την καρδιά της διαδικασίας της αλλαγής αυτής της πόλης. Όσο δεν κάνουμε αυτή τη συζήτηση με την πόλη μας τόσο θα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τα παράγωγά της. Ας είμαστε ρεαλιστές. Οι συμπεριφορές κρίνονται ανεξαρτήτου χρώματος και γλώσσας. Είτε σε έναν λόφο, είτε σε μία γειτονιά, είτε σε ένα διαμέρισμα. Είναι συμπεριφορές που συντίθενται (και γίνονται αποδεκτές ή όχι) κοινωνικά και όχι φυλετικά. Και το κοινωνικό είμαστε όλοι εμείς που ζούμε και δουλεύουμε αυτόν τον τόπο, με τα διαφορετικά μυαλά, τις κουλτούρες, τις γλώσσες και τα χρώματα. Πάνε σχεδόν 30 χρόνια απ΄τις αρχές των ΄90s όταν άρχισε αυτή η ιστορία και ακόμα γύρω μας οι περισσότεροι και οι περισσότερες ψάχνονται για ξενοφοβικές αφορμές. Και δεν είναι δύσκολο να τις βρεις αν είσαι τέτοιος. Είναι πιο εύκολο αυτό απ΄το να καθίσεις να μιλήσεις και να σκεφτείς πάνω στην κοινωνία σου. Εδώ. Τώρα.

Ας σωπάσουμε.


Από χθες το μεσημέρι όταν το χρώμα της πόλης άρχισε να γίνεται σέπια μία ανησυχία τον κύκλωσε. Τα σήματα καπνού κάλυψαν γρήγορα τις αποστάσεις αλλά δεν προμήνυαν για τους δεκάδες νεκρούς του ξημερώματος. Είναι τα θέσφατα που έχει φτιάξει ο καθένας και η καθεμιά για τους εαυτούς τους, από μικρά παιδιά, και την σίγουρη απάντηση που είχαμε τότε στην ερώτηση εάν μπορούσαμε να φανταστούμε να καίγεται μία μικρή πόλη, δίπλα σε ένα μεσαίο λιμάνι, παραδίπλα από μία σχετικά μεγάλη πρωτεύουσα. Δε φανταζόμασταν τότε ότι η μικρή πόλη μπορεί να είχε χτιστεί μέσα σε ένα δάσος, ότι το μεσαίο λιμάνι θα γινόταν ο τόπος συνταιριάσματος των απολιωμένων κομματιών ενός ναυαγίου της στεριάς και ότι η σχετικά μεγάλη πρωτεύουσα είχε μείνει ξεδιάντροπα ολόγυμνη καθώς τα αέρινα φορέματά της τα είχαν κατασπαράξει τα διαολάκια της ατομικής ιδιοκτησίας και της ανάπτυξης.

Και από το πρωί τι; Λεκτικές ασκήσεις της εξουσίας, θα λέμε το ακριβές νούμερο ή θα ξεκινάμε τις προτάσεις με το «πάνω από…»; Το συντακτικό τον από-τα-πάνω κάνει τις απαραίτητες διευκρινήσεις στο λήμμα «πρωτοφανής τραγωδία» συγκρίνοντας τους αριθμούς των χθεσινών νεκρών με τους αντίστοιχους των φωτιών της Πελλοπονήσου. Τα νούμερα συναθρίζονται, καταγράφονται, μοιράζουν ευθύνες και χτίζουν πολιτικές καριέρες. Ο κόσμος μας έχει γίνει αριθμητικός, και εμείς μοιάζουμε με μηχανές πράξεων. Οι κινηματικοί λογαριασμοί στα social media θα πληκτρολογήσουν για το κεφάλαιο, τον καπιταλισμό, την λεηλασία της φυσης, τις δολοφονίες. Οι αντίστοιχοι συριζαίικοι θα πληκτρολογήσουν για τη προβοκάτσια, την αποσταθεροποίηση, τη ασύμμετρη απειλή, οριακά, σα χτικιά, θα ανταλλάξουν κοπλιμέντα με τις δεξιές αποστροφές του λόγου του 2007. Σχεδόν αλγόριθμοι.

Έχει την θλίψη του να ξεκινάς την πρότασή σου λέγοντας ότι δεν είναι ώρα για ευθύνες και στην κατακλείδα της να μιλάς μόνο για ευθύνες. Έχει την θλίψη του, όμως, να μην μπορούμε να δώσουμε τον χρόνο, έστω για μία μέρα, να αναλογιστούμε, να αφουγκραστούμε, να στεναχωρηθούμε -ατομικά ή συλλογικά- για όσα είδαμε, διαβάσαμε, μας περιγράψανε οι άθρωποί μας. Να σταθούμε βουβοί και σιωπηλοί, να συνδιαλλαγούμε με ένα τερατώδες δέος προτού το ορθολογικοποιήσουμε μέσα από τα πολιτικά μας εργαλεία και την τέχνη της γραφής. Να δώσουμε τον χώρο στις καρδιές και στο μυαλό μας να τεντωθεί, να τσιτωθεί, προτού βρούμε παρηγοριά στις αναλύσεις μας. Να μας βγει μια αγκαλιά για το κορίτσι ή το αγόρι μας που να εκκινά όχι από το “εμείς” της σχέσης αλλά από το “εμείς” του κόσμου ολάκερου. Και να κοιταχτούμε το μεσημέρι στην κουζίνα και να μην βγει σε κανέναν από τους συγκατοίκους να μαγειρέψει σήμερα. Στην τελική να αφήσουμε ανεξέλεγκτες τις συγχορδίες του συναισθήματος να συναντήσουν τα φάλτσα του μιλιταρισμού που θα μας πληροφορήσει για τις φρεγάτες του πολεμικού ναυτικού που έσπευσαν στα ανοιχτά της Ραφήνας αλλά όχι ότι την δουλειά -φυσικά- την έβγαλαν τα ευέλικτα μικρά ψαράδικα. Να συναντήσουν τα φάλτσα εκείνου του ιδιοκτήτη που το πρωί στο ραδιόφωνο προσπαθούσε να ξεπλύνει τον αυθαίρετο μαντρότοιχό του που έκλεινε την πρόσβαση προς την παραλία στο Μάτι, επιθυμώτας άφεση (ποινικών) αμαρτιών καθώς με την πόρτα του που την άνοιξε κάποια στιγμή σώθηκαν και κάποιοι. Αλλά κάποιοι άλλοι όχι.

Ας σωπήσουμε, λοιπόν, για μία μέρα. Και έχουμε άλλες 364 να μιλήσουμε για τον καπιταλισμό. Ας μην φοβηθούμε. Όσα λέμε, όσα γράφουμε τις υπόλοιπες μέρες, θα ισχύουν και για αυτή τη βουβή μέρα.

Και μου το είπε εκείνη η φίλη το πρωί να μην ανοίξω τα ειδησεογραφικά, ότι θα μου γαμηθεί η μέρα. Αλλά είχε γίνει ήδη από χθες το απόγευμα. Και χωρίς νεκρούς ακόμα.

Της εποχής.

«ο ιπποπόταμος περπατάει κάτω απ΄το νερό κι εκεί από κάτω κάνει τις συνελεύσεις του / στον πάτο του ποταμού αποφασίζει αυτό που πρέπει να κάνει στην στεριά / εκεί από κάτω είναι πιο ελαφρός και του ΄ρχονται οι καλύτερες ιδέες…»

Erri De Luca, τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια

Γλάστρα.

Ας μην υποθέσουμε. Η πόλη είναι σχέσεις. Σχέσεις που δομούνται και αναδομούνται, αποκτούν ορατότητα κάθε φορά στον τόπο και τον χρόνο της στιγμής. Αυτή η πολεοδομική σκηνογραφία των μητροπόλεων, των ίδιων των γειτονιών μας, συμπεριλαμβάνει καμπόσα χέρια, πόδια και χείλια, αλλά και ένα σωρό αντικείμενα. Αντικείμενα ίσως αδιάφορα και απαρατήρητα στην καθημερινότητα, αλλά που συμπυκνώνουν κοινωνικές σχέσεις και στη Στιγμή γίνονται ορατά. Όχι στην υλική τους μορφή, αλλά σαν κοινωνικότητα.

Κάμποσες γλάστρες, λοιπόν, ένα σούρουπο μίας φθινοπωρινής Κυριακής του Ιούνη, σε τσιγκλάνε να ξετρυπώσεις και να βάλεις σε κάποια σειρά καρέ δεκαεπτά χρόνων στη γειτονιά. Τις κουβέντες που ξεχαστήκανε, τις αφίσες που ξεθωριάσανε, τις φάτσες που μεγαλώσανε και τις προσπέρασες στο δρόμο γιατί δεν τις αναγνώρισες, τις δομές που κλείσανε και ξανανοίξανε, τους τσαμπουκάδες που γνώρισες και σε γνώρισαν. Εκείνες οι γλάστρες, λοιπόν, που φεύγανε από τα μπαλκόνια και τρέχανε να προλάβουνε το σπιντ των ναζί, υπενθύμισαν ότι οι κουβέντες όλων αυτών των χρόνων δεν ξεχάστηκαν και τόσο, ότι οι αφίσες αποτυπώθηκαν εκεί που έπρεπε, ότι οι φάτσες μπορεί ίσως να μην αναγνωριζόμαστε μεταξύ μας αλλά σε εκείνη την έκτακτη στιγμή, όλα αυτά είναι εκεί. Και θα συναντηθούν αντανακλαστικά, νοσταλγικά, θυμωμένα, αποφασισμένα, κουβαλώντας από πίσω όλα αυτά τα χρόνια γνωριμίας, συναναστροφής και τριβής. Και ας έχουν ανασκουμπωθεί προσωρινώς σε διαμερίσματα, σε ανήλιες μονοκατοικίες ή σε νέες οικογενειακές συμβάσεις.

Το στοίχημα των -αντί συνεχίζει να είναι ανοιχτό και να μας καλεί κάθε μέρα, κάθε ώρα να φτάσουμε και λίγο πιο κοντά του. Αντιρατσισμός, αντισεξισμός, αντιμιλιταρισμός, αντιδομές. Στις γειτονιές εδώ, και σε κάθε γειτονιά.