Η Αλίκη στις γειτονιές της τουριστικοποίησης (διαδρομή πρώτη)

Σε αυτόν τον τόπο, ο λόγος των μήντια και της δημόσιας τάξης έχει χτίσει τα δικά του θέσφατα, έχει σκιαγραφήσει σίγουρες διαδρομές, έχει φτιάξει μία αστείρευτη πηγή πρώτων υλών. Όλα αυτά, μεστά και επαναλήψιμα είναι σε θέση να τα ξεδιπλώσει μετά από το Γεγονός. Και με μεγαλύτερο θράσος όταν το γεγονός αγγίζει την ακραία συνθήκη του θανάτου, μέσα στην πληροφοριακή ερημιά του Αυγούστου.

Οι λόφοι του φιλοπάππου βρίσκονται στην καρδιά της πόλης, στην τουριστική καρδιά της πόλης. Είναι (και) αυτοί που δημιουργούνε την Αθήνα σαν τέτοια, σαν πόλο έλξης κάποιων δεκάδων χιλιάδων τουριστών κάθε ημέρα. Αλλά είναι και μία ελεύθερη έκταση 700 στρεμμάτων στην καρδιά όχι της τουριστικής Αθήνας, αλλά της μητροπολιτικής Αθήνας, αυτής που τον τελευταίο χρόνο στις τριγύρω γειτονιές έχουμε αρχίσει να την ξεχνάμε σαν τέτοια. Μίας Αθήνας με τις αντιφάσεις της, τα λούμπεν στοιχεία της, την μικροεγκληματικότητά της, τους δικούς της διαχειρίσιμους κινδύνους. Διαχειρίσιμους γιατί την ίδια στιγμή που βάλουν αυτήν, γεννιούνται και μέσα απ΄αυτήν. Και έχουν την αντανακλαστική συναίσθηση ενός αυτοάνοσου. Οι λόφοι του Φιλοπάππου είναι χώρος κοινωνικής αναπαραγωγής για τους ανθρώπους αυτής της πόλης που τραβάνε τα ζόρια τους, τους έρωτές τους, τα τσιγάρα τους, τις μοναξιές τους. Για τους ανθρώπους της πόλης που μένουνε εδώ, φτιάχνουν αυτή την πόλη, τις σχέσεις της, τους θορύβους της, τις εκρήξεις της. Οι λόφοι του Φιλοπάππου είναι και ένας καθρέπτης του μαζικού τουρισμού αυτής της πόλης. Οι τουρίστες κινούνται ωσάν ένα ξενικό, καταναλωτικό σώμα, εκτεθειμμένοι στην πραγματικότητα μίας πόλης την οποία δεν βρίσκονται εδώ να την γνωρίσουνε αλλά να την φωτογραφίσουνε και να την περιφέρουν πίσω σαν ανάμνηση.

Ας μην είμαστε αφελείς. Αυτό που λέγεται εγκληματικότητα δρόμου και τη συναντούσες σε διάφορα σημεία της πόλης φυσικά και περνούσε και μέσα από τους λόφους εφόσον αποτελούν οργανικό κομμάτι αυτής της πόλης -ούτε καν προέκτασή της. Όχι μόνο τον τελευταίο χρόνο, όλα τα χρόνια. Οι ματάκηδες στις σκοτεινές καβάτζες του Κουκακίου, οι φέρμες (και από έλληνες) πιτσιρικάδες, ακόμα και τα περιστατικά βιασμών (ή απόπειρών τους) που είτε καταγγέλονταν είτε όχι, ήταν εκεί. Άλλα σαν βιώματα, άλλα σαν ιστορίες. Η πιθανότητα του θανάτου γυροφέρνει στους λόφους δεδομένου της απόκρυμνης γεωγραφίας τους σε αρκετά σημεία σε συνδυασμό με το συχνό άραγμα κόσμου σε αυτά. Η απαίτηση των ημερών ένα φυσικό τοπίο -αν δεν μπορεί να είναι αποστειρωμένο και το κάθε ενδεχόμενο σε αυτό αυστηρά υπολογισμένό- να μην υπάρχει σαν τέτοιο, προέρχεται από τα βάθη του καπιταλιστικού τρόπου οροθέτησης της ζωής στην πόλη.

Η Αθήνα κατατέμνεται σε ζώνες, χωροταξικά και κοινωνικά, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι. Τα εκατοντάδες airbnb διαμερίσματα και τα hostel στις γειτονιές γύρω από τους λόφους του Φιλοπάππου είναι μία χωροταξική εκδοχή της τουριστικοποίησης. Η έξωση από τη γειτονιά, η αδυναμία να βρεις διαμέρισμα να μείνεις ή ακόμα και να καλύψεις τα διαρκώς αυξανόμενα ενοίκια, οι τουρίστες που γυροφέρνουν ακόμα και στα ξεχασμένα από τον μπαρμπαμήτσο στενά των Πετραλώνων, είναι μία κοινωνική εκδοχή αυτής της τουριστικοποίησης. Τουρίστες που κυκλοφορούν με χρήμα και γκατζετάκια, μαζικά, σε άγνωστα γι΄ αυτούς μέρη, είναι δεδομένο ότι θα μετατοπίσουν προς τα εκεί τη διάσπαρτη μικροεγκληματικότητα. Η οποία μέσα από τον χωροταξικό της περιορισμό θα γίνει πιο έντονα ορατή, επαναλαμβανόμενη και σε διαρκής ένταση. Η βάση συγκρότησης της μικροεγκληματικότητας οριοθετεί την ασκούμενη βία. Και τα θυματά της. Τα οποία εξαρχής δεν πρέπει να εμπεριέχουν την πιθανότητα (πιθανότητα, όχι τη δυνατότητα) αντίδρασης. Ωστόσο και αυτού του είδους η βία παραμένει άσκηση βίας που μπορεί να καταλήξει στο θάνατο ενός παιδιού.

Το να μιλάς για τους φορείς της μικροεγκληματικότητας και όχι για την ίδια ως συνθήκη είναι σαν να εθελοτυφλούμε, ότι τώρα ανακαλύπτουμε την πόλη μας και ξαφνιαζόμαστε. Τρία στενά παρακάτω από τους λόφους, στον αστικό ιστό των Πετραλώνων και του Κουκακίου, την μικροεγκληματικότητα δεν θα της βάζαμε απαραίτητα πολυεθνικό πρόσημο μπροστά. Το να μιλήσεις για το πώς και το γιατί αλληλεπιδρά αυτή η μικροεγκληματικότητα με τη δημιουργία τουριστικών ζωνών μέσα στην πόλη, είναι μία κουβέντα που μάλλον την λοξοκοιτάζουμε γιατί αγγίζει την καρδιά της διαδικασίας της αλλαγής αυτής της πόλης. Όσο δεν κάνουμε αυτή τη συζήτηση με την πόλη μας τόσο θα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τα παράγωγά της. Ας είμαστε ρεαλιστές. Οι συμπεριφορές κρίνονται ανεξαρτήτου χρώματος και γλώσσας. Είτε σε έναν λόφο, είτε σε μία γειτονιά, είτε σε ένα διαμέρισμα. Είναι συμπεριφορές που συντίθενται (και γίνονται αποδεκτές ή όχι) κοινωνικά και όχι φυλετικά. Και το κοινωνικό είμαστε όλοι εμείς που ζούμε και δουλεύουμε αυτόν τον τόπο, με τα διαφορετικά μυαλά, τις κουλτούρες, τις γλώσσες και τα χρώματα. Πάνε σχεδόν 30 χρόνια απ΄τις αρχές των ΄90s όταν άρχισε αυτή η ιστορία και ακόμα γύρω μας οι περισσότεροι και οι περισσότερες ψάχνονται για ξενοφοβικές αφορμές. Και δεν είναι δύσκολο να τις βρεις αν είσαι τέτοιος. Είναι πιο εύκολο αυτό απ΄το να καθίσεις να μιλήσεις και να σκεφτείς πάνω στην κοινωνία σου. Εδώ. Τώρα.

Advertisements

Ας σωπάσουμε.


Από χθες το μεσημέρι όταν το χρώμα της πόλης άρχισε να γίνεται σέπια μία ανησυχία τον κύκλωσε. Τα σήματα καπνού κάλυψαν γρήγορα τις αποστάσεις αλλά δεν προμήνυαν για τους δεκάδες νεκρούς του ξημερώματος. Είναι τα θέσφατα που έχει φτιάξει ο καθένας και η καθεμιά για τους εαυτούς τους, από μικρά παιδιά, και την σίγουρη απάντηση που είχαμε τότε στην ερώτηση εάν μπορούσαμε να φανταστούμε να καίγεται μία μικρή πόλη, δίπλα σε ένα μεσαίο λιμάνι, παραδίπλα από μία σχετικά μεγάλη πρωτεύουσα. Δε φανταζόμασταν τότε ότι η μικρή πόλη μπορεί να είχε χτιστεί μέσα σε ένα δάσος, ότι το μεσαίο λιμάνι θα γινόταν ο τόπος συνταιριάσματος των απολιωμένων κομματιών ενός ναυαγίου της στεριάς και ότι η σχετικά μεγάλη πρωτεύουσα είχε μείνει ξεδιάντροπα ολόγυμνη καθώς τα αέρινα φορέματά της τα είχαν κατασπαράξει τα διαολάκια της ατομικής ιδιοκτησίας και της ανάπτυξης.

Και από το πρωί τι; Λεκτικές ασκήσεις της εξουσίας, θα λέμε το ακριβές νούμερο ή θα ξεκινάμε τις προτάσεις με το «πάνω από…»; Το συντακτικό τον από-τα-πάνω κάνει τις απαραίτητες διευκρινήσεις στο λήμμα «πρωτοφανής τραγωδία» συγκρίνοντας τους αριθμούς των χθεσινών νεκρών με τους αντίστοιχους των φωτιών της Πελλοπονήσου. Τα νούμερα συναθρίζονται, καταγράφονται, μοιράζουν ευθύνες και χτίζουν πολιτικές καριέρες. Ο κόσμος μας έχει γίνει αριθμητικός, και εμείς μοιάζουμε με μηχανές πράξεων. Οι κινηματικοί λογαριασμοί στα social media θα πληκτρολογήσουν για το κεφάλαιο, τον καπιταλισμό, την λεηλασία της φυσης, τις δολοφονίες. Οι αντίστοιχοι συριζαίικοι θα πληκτρολογήσουν για τη προβοκάτσια, την αποσταθεροποίηση, τη ασύμμετρη απειλή, οριακά, σα χτικιά, θα ανταλλάξουν κοπλιμέντα με τις δεξιές αποστροφές του λόγου του 2007. Σχεδόν αλγόριθμοι.

Έχει την θλίψη του να ξεκινάς την πρότασή σου λέγοντας ότι δεν είναι ώρα για ευθύνες και στην κατακλείδα της να μιλάς μόνο για ευθύνες. Έχει την θλίψη του, όμως, να μην μπορούμε να δώσουμε τον χρόνο, έστω για μία μέρα, να αναλογιστούμε, να αφουγκραστούμε, να στεναχωρηθούμε -ατομικά ή συλλογικά- για όσα είδαμε, διαβάσαμε, μας περιγράψανε οι άθρωποί μας. Να σταθούμε βουβοί και σιωπηλοί, να συνδιαλλαγούμε με ένα τερατώδες δέος προτού το ορθολογικοποιήσουμε μέσα από τα πολιτικά μας εργαλεία και την τέχνη της γραφής. Να δώσουμε τον χώρο στις καρδιές και στο μυαλό μας να τεντωθεί, να τσιτωθεί, προτού βρούμε παρηγοριά στις αναλύσεις μας. Να μας βγει μια αγκαλιά για το κορίτσι ή το αγόρι μας που να εκκινά όχι από το “εμείς” της σχέσης αλλά από το “εμείς” του κόσμου ολάκερου. Και να κοιταχτούμε το μεσημέρι στην κουζίνα και να μην βγει σε κανέναν από τους συγκατοίκους να μαγειρέψει σήμερα. Στην τελική να αφήσουμε ανεξέλεγκτες τις συγχορδίες του συναισθήματος να συναντήσουν τα φάλτσα του μιλιταρισμού που θα μας πληροφορήσει για τις φρεγάτες του πολεμικού ναυτικού που έσπευσαν στα ανοιχτά της Ραφήνας αλλά όχι ότι την δουλειά -φυσικά- την έβγαλαν τα ευέλικτα μικρά ψαράδικα. Να συναντήσουν τα φάλτσα εκείνου του ιδιοκτήτη που το πρωί στο ραδιόφωνο προσπαθούσε να ξεπλύνει τον αυθαίρετο μαντρότοιχό του που έκλεινε την πρόσβαση προς την παραλία στο Μάτι, επιθυμώτας άφεση (ποινικών) αμαρτιών καθώς με την πόρτα του που την άνοιξε κάποια στιγμή σώθηκαν και κάποιοι. Αλλά κάποιοι άλλοι όχι.

Ας σωπήσουμε, λοιπόν, για μία μέρα. Και έχουμε άλλες 364 να μιλήσουμε για τον καπιταλισμό. Ας μην φοβηθούμε. Όσα λέμε, όσα γράφουμε τις υπόλοιπες μέρες, θα ισχύουν και για αυτή τη βουβή μέρα.

Και μου το είπε εκείνη η φίλη το πρωί να μην ανοίξω τα ειδησεογραφικά, ότι θα μου γαμηθεί η μέρα. Αλλά είχε γίνει ήδη από χθες το απόγευμα. Και χωρίς νεκρούς ακόμα.

Της εποχής.

«ο ιπποπόταμος περπατάει κάτω απ΄το νερό κι εκεί από κάτω κάνει τις συνελεύσεις του / στον πάτο του ποταμού αποφασίζει αυτό που πρέπει να κάνει στην στεριά / εκεί από κάτω είναι πιο ελαφρός και του ΄ρχονται οι καλύτερες ιδέες…»

Erri De Luca, τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια

Γλάστρα.

Ας μην υποθέσουμε. Η πόλη είναι σχέσεις. Σχέσεις που δομούνται και αναδομούνται, αποκτούν ορατότητα κάθε φορά στον τόπο και τον χρόνο της στιγμής. Αυτή η πολεοδομική σκηνογραφία των μητροπόλεων, των ίδιων των γειτονιών μας, συμπεριλαμβάνει καμπόσα χέρια, πόδια και χείλια, αλλά και ένα σωρό αντικείμενα. Αντικείμενα ίσως αδιάφορα και απαρατήρητα στην καθημερινότητα, αλλά που συμπυκνώνουν κοινωνικές σχέσεις και στη Στιγμή γίνονται ορατά. Όχι στην υλική τους μορφή, αλλά σαν κοινωνικότητα.

Κάμποσες γλάστρες, λοιπόν, ένα σούρουπο μίας φθινοπωρινής Κυριακής του Ιούνη, σε τσιγκλάνε να ξετρυπώσεις και να βάλεις σε κάποια σειρά καρέ δεκαεπτά χρόνων στη γειτονιά. Τις κουβέντες που ξεχαστήκανε, τις αφίσες που ξεθωριάσανε, τις φάτσες που μεγαλώσανε και τις προσπέρασες στο δρόμο γιατί δεν τις αναγνώρισες, τις δομές που κλείσανε και ξανανοίξανε, τους τσαμπουκάδες που γνώρισες και σε γνώρισαν. Εκείνες οι γλάστρες, λοιπόν, που φεύγανε από τα μπαλκόνια και τρέχανε να προλάβουνε το σπιντ των ναζί, υπενθύμισαν ότι οι κουβέντες όλων αυτών των χρόνων δεν ξεχάστηκαν και τόσο, ότι οι αφίσες αποτυπώθηκαν εκεί που έπρεπε, ότι οι φάτσες μπορεί ίσως να μην αναγνωριζόμαστε μεταξύ μας αλλά σε εκείνη την έκτακτη στιγμή, όλα αυτά είναι εκεί. Και θα συναντηθούν αντανακλαστικά, νοσταλγικά, θυμωμένα, αποφασισμένα, κουβαλώντας από πίσω όλα αυτά τα χρόνια γνωριμίας, συναναστροφής και τριβής. Και ας έχουν ανασκουμπωθεί προσωρινώς σε διαμερίσματα, σε ανήλιες μονοκατοικίες ή σε νέες οικογενειακές συμβάσεις.

Το στοίχημα των -αντί συνεχίζει να είναι ανοιχτό και να μας καλεί κάθε μέρα, κάθε ώρα να φτάσουμε και λίγο πιο κοντά του. Αντιρατσισμός, αντισεξισμός, αντιμιλιταρισμός, αντιδομές. Στις γειτονιές εδώ, και σε κάθε γειτονιά.

(δεν) υπάρχει.

Από μικρό, πολύ μικρό, του έλεγαν ότι υπάρχει. Ο οίκος του ήταν απέναντι από το σπίτι του παππού. Τον έβλεπε. Αλλά πάντα είχε την απορία γιατί το δικό σου σπίτι λεγόταν οίκος και το σπίτι του παππού, απλά σπίτι. Ήταν θέμα των πολλαπλών καμπυλοτήτων; Ή εκείνης της οικογένειας πελαργών που είχαν σπιτωθεί στο υψηλότερο σημείο του τρούλου; Και το καπνισμένο δωματιάκι όπου η γιαγιά άπλωνε το φύλλο της πίτας και τακίμιαζε με τις μυρωδιές του είχε μία καμάρα στην είσοδο, τόσο ταπεινή που απαιτούσε μία λεπτή υπόκλιση για να την περάσεις, μα και τόσο μεγαλοπρεπή, μέχρις εκεί όπου οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων ήθελαν να την φτάσουν. Και να την κρατήσουν. Και τα καναρίνια στην αυλή, στην σκιά των πελαργών που σχεδόν όλο το χωριό συγκρατούσε την μέρα που έφευγαν και κρυφοκοιτούσε για το πότε θα ξαναέρθουν -μαζί με την άνοιξη-, πρόβαραν μελωδίες, όσο μάθαινε για τα φυλλοβόλα δέντρα μασουλώντας τα φύλλα της σκαμνιάς που ο αέρας σκορπούσε στην αυλή.

Στον οίκο ξημερώθηκε και ξενύχτησε, ντύθηκε με περίεργες λινές φορεσιές, σήκωσε σύμβολα και συμβολισμούς, άκουσε κάτι που μπορεί να μοιάζει και με τραγούδι, ήπιε το πρώτο του κρασί. Στο σπίτι ξενύχτησε στην αυλή, ξημερώθηκε στην σιταποθήκη, άκουσε τα ξεματιάσματα της γιαγιάς, τσακώθηκε και μάτωσε στην άγαρμπη τσιμεντένια αυλή, βρώμισε τα χέρια και τα ρούχα, στολίστηκε με ανεπεξέργαστες κατσάδες, ήπιε τις πρώτες μυρουδιές τσίπουρου πλάι σε μπαρουτιασμένα καζάνια, κάτω από δυσκολεμένα και πρόχειρα ελενίτ που αγκομαχούσανε να κρατήσουν τις βαριές χειμωνιάτικες σταγόνες. Πείνασε και στερήθηκε για να πάρει μέρος σε μία δωσοληψία μετά-υποσχέσεων με τον ιδιοκτήτη του οίκου. Και τα χρόνια κυλούσαν, και οι περιφερόμενες εικόνες ήταν απλά μία ευκαιρία για πεζοπορία στα ορεινά των αγράφων, και οι αγιογραφίες υψηλές ζωγραφικές λεπτομέρειες, και τα λιωμένα μανουάλια σμιλεύματα ανθρώπων που ήθελε δίπλα σου, και τα κυριακάτικα μοναστήρια εφηβικές επαναλήψεις -όχι πια αθώων- παιδικών παραμυθιών με βασιλιάδες και παλάτια, και οι μυσταγωγικοί εξορκισμοί ψυχωτικές στάσεις αλλοπαρμένων απέναντι σε ανθρώπους επιληπτικούς.

Αν υπήρχε -δεν μπορεί!- κάποια μικρή συμπάθεια θα έδειχνε για εκείνη την άλλη μικρή θεά, την τύχη. Αλλά είτε επειδή είναι μισογύνης, είτε επειδή δεν την παλεύει με τους ανταγωνισμούς έλειπε παταγωδώς. Μάλλον για καλό. Τον άφηνε να θέτει μόνος του τα όριά του και να επανατοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε αυτά. Αν υπήρχε δεν θα έριχνε καρεκλοπόδαρα την ώρα του σχολάσματος από την δουλειά, αργά το βράδυ, ενώ όλες τις προηγούμενες ώρες είχε ξαστεριά. Αλλά από την άλλη τον απάλασσε από οποιαδήποτε υποψία ότι μπορεί να κομμουνιστοφέρνει. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ο κομμουνισμός σαν μία αόρατη υπόσχεση, αλλά σα σχέση που θα την χορογραφήσουμε βήμα με βήμα, άρθρωση με άρθρωση. Κίνηση.

Κοίτα να δεις, όμως, τις τελευταίες ημέρες… Το ξημέρωμα εκείνης της Κυριακής όπου λιγοστέψαμε κατά ένας, πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του η πιθανότητα να υπάρχει. Και ότι εκείνος, ο αόρατος-των-υποσχέσεων, έκανε μία κίνηση τακτικής για να μεταθέσει ακόμα παραπέρα την έφοδο στον ουρανό, να φυλάξει τα μετερίζια του. Μα και το βράδυ εκείνης της Δευτέρας αυτή η πιθανότητα επανήλθε όταν οι πιτσιλιές μίας απρόσμενης καταιγίδας ανακατώθηκαν με τα δάκρυα κάτω από τα μάτια του, αλλοιώνοντας την γεύση που είχαν από την μυρωδιά της ημέρας.

Κοντοστάθηκε. Κοίταξε γύρω του πρώτα και μέσα του πιο μετά. Δεν είχε αμφιβολία. Η έφοδος στον ουρανό επιβάλλοταν (και) από την ανάγκη να ξανανταμώσουμε τους ανθρώπους μας.

Και μέχρι τότε δεν θα έχανε εκείνη την ευκαιρία όταν παρουσιαζόταν, μία αρχοντικά ηλιόλουστη μέρα, να ξανακυλήσει τα δάκρυα του, χωρίς πιτσιλιές και υποψίες, με την ατόφια μυρωδιά που θα ήθελε εκείνη να πάρει μαζί της. Την μυρωδιά της ημέρας. Έστω και μίας δύσκολης ημέρας.

Πορφυρένια μνήμη.

Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκουμάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκουμάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουκουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκουμάν Λουμάν Λουκάν Λουμάν

νωρίς / δεν έχει ακόμη ξημερώσει / από κάπου σε ξέρω / προσπαθεί να μου εξηγήσει / δεν καταλαβαίνω / ακούω τη λέξη / φασίστες / ναι / θυμάμαι / Λουκάρεως / δίκη Λουκμάν / σφαλιάρες και κλωτσιές στους δύο ναζί / κυριολεκτικά / ήταν εκεί δίπλα / ήταν ο Αχμέτ / γνωριζόμαστε με έναν τρόπο όχι ορθολογικό / με έναν τρόπο ζωντανό / στην πράξη / πλάι / πλάι / κόντρα στους φασίστες / ήταν το ίδιο χαμόγελο χαράς που με ξαναείδε / το ίδιο χαμόγελο χαράς που είχε όταν τα χέρια μας κατέληγαν στα μούτρα των δύο ναζί / σα συγχορδία / στη μνήμη του Λουκμάν / η γαλήνη της εκδίκησης / να είσαι ωραίος ρε φίλε εκεί πάνω / σαν την πρώτη και τελευταία φωτογραφία σου που είδα / γαλήνιος σε έναν τόπο κανιβάλων / πακιστανός σε έναν τόπο ελλήνων / δεν ξεθωριάζει η μνήμη / και ας ασβεστώσανε τη γωνιά όπου έπεσες / και ας μετακινήσανε το φορτηγό που μάτωσες / δεν ξεθωριάζει η μνήμη.

από το #1 της σεμπριάς, δεκέμβρης του ΄14

Αγγίγματα του αδιανόητου

Ο τόπος: μία από τις μουσειακές εκθέσεις της documenta.

Ο χρόνος: δύο περιστροφές ακόμα του λεπτοδείκτη πριν το σούρουπο.

Οι πρωταγωνιστές: σεκιουριτάς με αυτοπεποίθηση ο οποίος φλερτάρει μέρες τώρα τριτοετή νεαρά της καλών τεχνών η οποία ξεκινά να συντάσσει το βιογραφικό της αμφιταλαντευόμενη με το ποιά λέξη πρέπει να προηγείται, «invigilator» ή «documenta14». Ρητορική η κατάληξη.

Η στιχομυθία: μετά τη λήξη της βάρδιας τί θα κάνεις; / έχω μια μικρή υποχρέωση… / ξέρεις για το βράδυ… / μμμ… / κοίτα, εμείς εδώ, κάποια βράδια συνηθίζεται να ανεβαίνουμε στην ταράτσα του μουσείου και να χορεύουμε γυμνοί / … / είναι… αφορά τους εργαζόμενους εδώ του μουσείου, ξέρεις, για να ερχόμαστε πιο κοντά, να ξεδίνουμε από την δουλειά, να χαλαρώνουμε / αλήθεια; … ε, ωραία, τότε να έρθω, ναι… / θα σε περιμένω πάνω, λοιπόν, μετά τη λήξη της βάρδιας.

Και τελικά η documenta άγγιξε κάθε αδιανόητη σκέψη και πράξη; Ξεγυμνωμένους χορούς στις ταράτσες των μουσείων της πόλης, σκοινάκι στις ράγες του ηλεκτρικού, ακόμα και σεκιουριτάδες να φλερτάρουν καλοτεχνίτισσες…;

Για την πεζότητα της άμμου

Υπερεκτιμημένη η άμμος. Φιλόξενη επιφάνεια για να αραδιάσεις ή να θάψεις καλοκαιρινές αναμνήσεις και προσμονές. Αλλά μπορείς να την δεις και από την άλλη. Απλά ως ένα σύνολο από πέτρες. Πολλές πέτρες. Στο πιο προχωρημένο στάδιο της διάσπασής τους. Και να θέσεις το ερώτημα έπειτα. Στα νταμάρια γιατί ποτέ κανείς και καμιά δεν εμπνεύστηκε, δεν ερωτεύθηκε, δεν συνδέθηκε; Γιατί καμία αφήγηση δεν ξεκινάει με την ακινησία και αγριότητα της εικόνας τους; Ούτε καν αυτές εδώ οι γραμμές. Είχε μία μικρή πεποίθηση ότι γράφοντας για την άμμο, ήταν σα να γράφει για τα νταμάρια. Ότι η άμμος ήταν προϊόν μίας κατάρρευσης με πάταγο. Η πρώτη ύλη βιωματικών και φανταστικών ιστοριών. Γι΄αυτό την επόμενη φορά, σκέφτηκε, θα σε πάω σε ένα νταμάρι. Αλλά θα καταλήξουμε στην άμμο. Να κυληστούμε, να φιληθούμε, να ψάξουμε τον ουρανό, να αμηχανέψουμε κάμποσα λεπτά έπειτα βγάζοντας κόκκους από τα μαλλιά και τα ρούχα μας.

Του έλειπε. Ένα νταμάρι πέτρες να τις εναποθέτει με στοργή, ταπεινότητα και τα γνώριμα δάκρυα. Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Όπως εκείνο τον Φλεβάρη. Εκείνον τον τελευταίο, συλλογικό, Φλεβάρη.

Μείναμε στην άμμο, τελικά.

Ήχος.

* από το #2 της Σεμπριάς.

Σχέδιο πόλης

Σε λίγες ώρες ξημέρωνε και εκεί στην άκρη του μπαρ, ίσιωνε λέξεις σε ένα απελπιστικά τσαλακωμένο χαρτί που βρήκε στην τσέπη του. Το φως ήταν αχνό και αμυδρά διακοπτόμενο, σαν παριζιάνικο μετρό της δεκαετία του ’50 που παραμένει ανοιχτό όλη τη νύχτα, μετά το τέλος της κυκλοφορίας των συρμών. Σκέφτηκε εκείνον τον ανώνυμο λεττριστή του ’53 που βαριόταν στην πόλη και έψαχνε να βρει κάποιο μυστήριο στις επιγραφές των δρόμων, αυτό το έσχατο στάδιο του χιούμορ και της ποίησης. Με παρηγορητική για το δράμα του διάθεση, τον φαντάστηκε εχθές το μεσημέρι στον σταθμό της Καλλιθέας να βλέπει εκείνον τον τυπάκο που έκανε σχοινάκι στις ράγες του τρένου διακόπτωντας τα δρομολόγια. Εναγωνιωδώς επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο για μία περφόρμανς της ντοκουμέντα. Μπροστά του έβλεπε το ρήμα, το «κάνω» και όχι να τίθενται οι όροι για μία μετέπειτα επεξήγησή του. Μέσα σε αυτήν την συναρπαστικά αποκλίνουσα ατμόσφαιρα ο Βολμάν τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αφτί το επιπρόσθετο ενδεχόμενο, εκεί, τώρα, να διαγραφούν ή να παραποιηθούν αυθαίρετα όλες οι ενδείξεις σχετικά με τις αναχωρήσεις, τους προορισμούς και τα δρομολόγια των τρένων, για να ενθαρρυνθεί η περιπλάνηση στην πόλη. Κοίταξε ψηλά τους φωτεινούς πίνακες. Άνοιξε τον ταλαιπωρημένο ψυχογεωγραφικό του χάρτη και άφησε επάνω του ακόμη ένα σημάδι των περιπάτων του. Στην επιστροφή για το σπίτι του φάνηκε ότι οι φανοστάτες στο δρόμο είχαν διακόπτες, ότι ο φωτισμός ήταν μία επιλογή στη διάθεσή του. Ένα σχέδιο ορθολογικών εξωραϊσμών της πόλης ξεκίνησε να υφαίνεται αυτή τη νυχτιά.

Ήχος.

Προλέτ νύχτες

Αυτή η νυχτιά, κουρασμένη μάλλον από τις συνήθειές της, έψαχνε για κάποιες παραξενιές. Τις έντυσε με τις μυρωδιές των πρωτοβρόχιων μιας άλλη εποχής και τους ήχους νιόβγαλτων σταλών που σκουντούσαν περιπαιχτικά τις ανθισμένες νεραντζιές. Οι τελευταίες παρέες μοιάζανε με τον επιθανάτιο ρόχγο μίας ερημωμένης πλατείας, στο τέλος μίας ημέρας που από το πρωί προειδοποιούσε για τα τροπικά της ενδεχόμενα. Τα δύο, συνήθη ύποπτα, μισοσκότεινα παγκάκια βαστούσαν και από ένα ζευγάρι. Μάγουλα τεντωμένα, μάτια κοκκινισμένα, βλέφαρα βαριά από τις κουβέντες που προηγήθηκαν, με μία μικρή ανησυχία γι΄αυτές που θα έρθουν. Η σιωπή της πλατείας ήταν δηλωτική των καταστάσεων. Έθετε όρια, επανεκιννούσε το χρόνο, ενέκρινε ή απέρριπτε παρουσίες. Το είχε νιώσει αυτό και προχθές, όταν δύο μπατσάκια του τοπικού τμήματος φύγανε ανεπιθυμήτοι προτού ακόμα πείσουν τους εαυτούς τους ότι ανεβήκανε στην πλατεία για να κοζάρουνε.

Τώρα, το σάουντρακ ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο μοτεράκι πίσω από τις γρίλιες που υποσχόταν σταθερή θερμοκρασία στο αλκοόλ του περιπτέρου. Ανασήκωσε την κουκούλα για να προφυλαχτεί από τα ορνιθοσκαλίσματα που είχε αρχίσει να γράφει η βροχή στο μέτωπό του και κίνησε προς την Καλλισθένους. Ένιωθε μία ανησυχία, αλλά τον ησύχαζε η σκέψη ότι χωρίς περίπτερο και αλκοόλ οι φάρυγγες σύντομα θα στέγνωναν και τη θέση των λόγων θα έπαιρναν ανακουφιστικές κινήσεις εκατέρωθεν λίπανσης των χειλιών. Από εδώ και έπειτα συντρόφεψε με την ρουτίνα. Ανεβαίνοντας για τα πέτρινα, μύρισε ψάρι και σάπια χόρτα μαζί, προφανώς απότοκο χρονικής παλινδρόμησης καθώς οι λαϊκατζήδες τώρα στήνανε. Ο λουλουδάς με την συντροφιά του σκύλου χωρίς ουρά, ο πατατάς μπροστά από το δεκαεννιά νούμερο να προσπαθεί μάταια να βολέψει την κοιλιά του σε μία σπιθαμή πρεβάζι για να προλάβει τον ύπνο, αποκαμωμένα ανακουφισμένοι πακιστανοί που βρίσκονται μακρυά από τα καταλύματα του Ασπρόπυργου, ο καντινιέρης που σε εννέα λεπτά θα σηκώσει το τηλέφωνο για αφιέρωση στον ντέρτι εφ εμ. Απέναντι, ένας άλλος πακιστανός, εσώκλειστος στο μαγειρείο ενός ντόπιου μπίζνεσμαν, με μπλαζέ προφίλ πίσω από την τζαμαρία καθαρίζει δύο σακιά πατάτες, ίσως στην πιο ενεργητική στάση που θα μπορούσες να τον πετύχεις τέτοια ώρα.

Στο δωμάτιο, αραδιάζοντας τις σημειώσεις του σαν την μαύρη θάλασσα του weeping song, ένιωσε μια ακαταμάχητη ηρεμία που μία ακόμα ιστορία για την αγαπημένη του γειτονιά ήταν κενή από χίπστερ καλλιτέχνες και εναλλακτικές υποκουλτούρες.

Μόνο προλέτ έρωτες, λούμπεν συναναστροφές και πραγματικές αντιφάσεις.

Πετραλωνίτικα ξημερώματα.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το