Μια καλή είδηση από την Χιλή.

Το παρακάτω κείμενο κυκλοφορεί ανάμεσά μας, μέιλ με μέιλ. Το ενδιαφέρον του είναι ότι απαντάει σε ένα ερώτημα που μάλλον έχει τριγυρίσει αυτές τις ημέρες στο μυαλό κάποιων: στην Χιλή τί γίνεται; Στην πραγματικότητα, αυτό το εδαφικοποιημένο ερώτημα αγγίζει εκείνο το κομμάτι των σκέψεων που (πρέπει να) κάνουμε για το πώς οι αγώνες του πριν συνεχίζονται ή συναντώνται μέσα σε αυτή την ιδιόμορφη συνθήκη έκτακτης ανάγκης που απαντάει σε ένα υγειονομικό ερώτημα με όρους δημόσιας τάξης. Οι ιστορίες του κινήματος από την Χιλή μας διηγούνται πώς σε ένα υγειονομικό ερώτημα μπορείς να απαντήσεις με όρους υγειονομικούς, με τρόπους αυτοοργανωμένους, αξιοποιώντας τις κοινότητες που είχες χτίσει όλο τον προηγούμενο καιρό. Ένα ευχαριστώ στην Ε. Μ. για τη συγκέντρωση και μετάφραση της πληροφορίας (και την ευκαιρία που έδωσε για αναδημοσίευση εδώ). Η αρχική φωτογραφία είναι από τον Συντονισμό Τοπικών Συνελεύσεων: «επιστρέψαμε στον φόβο, ξεχάσαμε την οργή, ας μην ξεχνάμε το σημαντικό. Ας το κάνουμε να αξίζει, καραντίνα δημιουργική, καραντίνα αντίστασης».

 

Η εξέγερση δεν σβήνει όταν σβήσουν οι φλόγες: Η Χιλή τις μέρες του κορονοϊού

Η πανδημία παρουσιάστηκε σαν μια μεγάλη ευκαιρία για τους κυβερνώντες στη Χιλή, σαν την μοναδική ευκαιρία για να καταφέρουν ότι δεν κατάφερε η πιο βάρβαρη καταστολή επί 5 μήνες: να βγάλουν τον κόσμο από τους δρόμους, να παραλύσουν αυτήν την τεράστια κοινωνική έκρηξη. Αλλά μια τέτοια εξέγερση δεν σβήνει όταν σβήσουν οι φλόγες, όπως μάλλον πίστεψε ο Πινιέιρα που, από την πρώτη νύχτα του υποχρεωτικού εγκλεισμού -ελέω κορονοϊού- των κατοίκων, έσπευσε να βάλει το στρατό να πλύνει την Πλατεία της Αξιοπρέπειας [1] να σβήσει τα σύμβολα της εξέγερσης και να φωτογραφηθεί ο ίδιος, ως άλλος κατακτητής, στο κέντρο της άδειας πλατείας (χειρονομία τόσο προκλητική στο συμβολισμό της που ακόμα και τα αστικά κόμματα που ήταν ενάντια στην εξέγερση την κατέκριναν).

Στις 18 Απρίλη συμπληρώνονται 6 μήνες από την αρχή της εξέγερσης.  Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δε μιλούν πια για την εξέγερση, συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρξε. Και πολλοί από  μας, εν μέσω κορονοϊού,  θα αναρωτιόμαστε τι απέγιναν αυτά τα εξεγερμένα πλήθη που μόλις ένα-δύο μήνες πριν κατέκλυζαν τους δρόμους και τις πλατείες της Χιλής.

Η απάντηση έρχεται από τους ίδιους: «Η πανδημία δεν θα μας κάμψει. Ανοίγει για μας ένα καινούργιο μέτωπο, είναι αλήθεια, αλλά η εξέγερση δημιούργησε τέτοιους δεσμούς ανάμεσά μας που νιώθουμε δυνατοί να ριχτούμε και σε αυτή τη μάχη…. Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να είμαστε στο δρόμο και στις πλατείες αλλά η εξέγερση έχει πολλά πρόσωπα και τους δικούς της τόπους και δημιουργεί και δικούς της καινούργιους τρόπους. Οι ομάδες έχουν μεταφέρει τις δράσεις τους στις γειτονιές που ζουν, και οργανώνουν την αντίσταση μαζί με τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις (Asambleas Populares Territoriales). [2] Τα μέτωπα τώρα είναι δύο: αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση και στήριξη του λαού στον αγώνα ενάντια στον κορωνοϊό στις γειτονιές», λέει ένα μέλος του Συντονιστικού Τοπικών Συνελεύσεων (Coordinadora de Asambleas Territoriales)

 

Κίνημα Υγεία σε Αντίσταση (Movimiento Salud en Resistencia-MRS):

Ίσως θυμόμαστε από φωτογραφίες στο διαδίκτυο ομάδες νέων, τις μέρες της εξέγερσης, με αυτοσχέδιες ασπίδες και στολές που έφεραν σαν διακριτικό έναν κόκκινο σταυρό. Οι ομάδες πρώτων βοηθειών του κινήματος: γιατροί, φοιτητές  και φοιτήτριες ιατρικής, νοσηλευτές, εθελοντές στην πρώτη γραμμή για μήνες, φροντίζοντας τους τραυματισμένους, μοιράζοντας υλικά προστασίας, συμμετέχοντας στην εξέγερση, εξεγερμένοι και οι ίδιοι.

Αυτό που ξεκίνησε στις 18 Οκτώβρη σαν μια ομάδα αγνώστων που αυτοσχεδιάζοντας οργανώθηκαν επί τόπου, στο δρόμο, για να προσφέρουν πρώτες βοήθειες στον εξεγερμένο λαό, εξελίχτηκε σε ένα πολυδιάστατο και στρατευμένο κίνημα  για το δικαίωμα στην υγεία και στην αξιοπρέπεια

Και σήμερα μπαίνει ξανά στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στον κορονοϊό δημιουργώντας μαζί με τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις παράλληλες δομές υγείας:

 

Καμπάνια Ο Λαός φροντίζει το Λαό

Η «Καμπάνια Ο Λαός Φροντίζει το Λαό», γεννήθηκε για να δώσει απάντηση στα επείγοντα προβλήματα που έφερε η πανδημία του κορονοϊού.

Με  κεντρικό σύνθημα «Οι στρατιωτικοί δεν είναι η θεραπεία – Καραντίνα Αυτοδιαχειριζόμενη», το Κίνημα Υγεία σε Αντίσταση (MSR) σχεδίασε και έβαλε σε πράξη αυτήν την πολυεπίπεδη καμπάνια που έχει σα στόχο «μία απάντηση, τεχνική, κοινωνική και πολιτική απέναντι στην πανδημία: να ενημερώσει τους πληθυσμούς των γειτονιών, να στήσει ένα δίχτυ πρόληψης που θα ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της ασθένειας στις κοινότητες των λαϊκών γειτονιών και να δυναμώσει τις σχέσεις με τους κατοίκους και τις οργανώσεις τους».

Γι΄ αυτό και η Καμπάνια ξετυλίγεται στις γειτονιές από μπριγάδες του MSR σε συνεργασία με τις Επιτροπές Υγείας της κάθε γειτονιάς και την αντίστοιχη λαϊκή τοπική συνέλευση.

Η Καμπάνια ξεκίνησε από τη συνοικία της Granja στα μέσα του Μάρτη.

Η Maria Jose, μέλος της λαϊκής τοπικής συνέλευσης η οποία συμμετείχε στο σχεδιασμό και την προετοιμασία εξηγεί: «η όλη επιχείρηση είχε μία φάση προετοιμασίας: από τη λαϊκή συνέλευση διαλέξαμε ένα τμήμα της συνοικίας, σχεδιάσαμε διαδρομές και η Επιτροπή Υγείας της συνέλευσης έκανε μία αναγνώριση της σύνθεσης του πληθυσμού, σημείωσε δηλαδή σε ποια σπίτια ζουν άνθρωποι που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου για να δοθεί σε αυτά προτεραιότητα. Έγινε μια δουλειά συστηματικής χαρτογράφησης και ενημέρωσης, έτσι όταν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των MRS ήρθαν, εμείς ήδη είχαμε πληροφορήσει τον κόσμο, είχαμε εντοπίσει τις προτεραιότητες και είχαμε κλείσει ραντεβού για τις μπριγάδες των MRS….  Οι επισκέψεις είναι εξατομικευμένες και τηρούνται όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας….  Αυτή η προκαταρκτική δουλειά βοήθησε στο να είναι αποτελεσματική η ενημέρωση από τις μπριγάδες…. Είναι ένα πολιτικό καθήκον των συνελεύσεων να αντιμετωπίσουν, σε επίπεδο πρόληψης, τον κορονοϊό οργανωμένα, να προωθήσουν την αυτοοργάνωση του λαού και στην υγεία, να χτίσουν δομές και εργαλεία λαϊκής εδαφικής εξουσίας».

«Ένας από τους πολιτικούς μας στόχους είναι να χτυπήσουμε την έλλειψη πληροφόρησης από την κυβέρνηση ή την παραπληροφόρηση που σκορπίζει φόβο και πανικό και μας κάνει άβουλους… Το αίτημα για μια υγεία με αξιοπρέπεια ήταν μέρος του αγώνα από την πρώτη στιγμή της κοινωνικής έκρηξης που δεν θα σταματήσει εξ αιτίας της πανδημίας. Η πραγματικότητα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι η απειλή του κορωνοϊού, ένα διαλυμένο, ανύπαρκτο για το λαό, σύστημα υγείας και ο στρατός στους δρόμους  για να επιβάλλει τη σιωπή και την τόσο βολική για την κυβέρνηση απαγόρευση κυκλοφορίας…  Όμως οι γειτονιές είναι δικές μας, είναι το έδαφος που θα χτίσουμε άλλες κοινωνικές σχέσεις, μη καπιταλιστικές…» λέει ένα μέλος των MSR.

Η Καμπάνια Ο Λαός Φροντίζει το Λαό αγκαλιάστηκε από τον πληθυσμό στις γειτονιές. Από τη μία γιατί οι θεσμικές δομές σε οποιαδήποτε μορφή τους (κρατική, περιφερειακή, δημοτική) είναι παντελώς απούσες στις λαϊκές γειτονιές σε επίπεδο καθημερινότητας και πολύ περισσότερο σε επίπεδο υγείας. Και από την άλλη γιατί η εμπειρία της εξέγερσης έχει δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς εμπιστοσύνης ανάμεσα στον κόσμο και τις οργανώσεις της «πρώτης γραμμής».

Η Καμπάνια συνεχίζει και σε άλλες συνοικίες, πλουτίζοντας την εμπειρία της και προσαρμοζόμενη στις καινούργιες συνθήκες που δημιουργούνται όσο προχωράει η επιδημία. Αλλά και στις καινούργιες δυνατότητες που δημιουργεί το κίνημα:

 

Επιτροπές Έκτακτης Ανάγκης και Προστασίας: μια πρωτοβουλία για την παραγωγή υλικών προστασίας

Ξεκίνησαν περίπου 100 άνθρωποι την περασμένη εβδομάδα στην Αντοφαγκάστα. Γιατροί, επαγγελματίες χημικοί, δάσκαλοι και καθηγητές, φοιτητές πήραν την πρωτοβουλία να βρουν τα μέσα και τους πόρους για την παραγωγή μασκών, οινοπνεύματος και αντισηπτικών.  Μέσα σε λίγες μέρες οι επιτροπές πολλαπλασιάστηκαν σε όλη τη χώρα, πλαισιώθηκαν από εκατοντάδες άλλους και από δεκάδες συνδικαλιστικές οργανώσεις βάσης οι οποίες, καταγγέλλοντας τη σιωπή των κεντρικών συνδικάτων,  αποφάσισαν να παρέχουν τους απαραίτητους πόρους και υλικά.

«Η αυτοοργάνωση είναι επιτακτική ανάγκη, ακριβώς τώρα! Απέναντι στη  διάλυση των ζωών μας από την κυβέρνηση και τους μεγαλοεπιχειρηματίες που μας απολύουν, κλέβουν τις συντάξεις μας και κερδοσκοπούν με τις ζωές μας, πρέπει εμείς, χωρίς να πάψουμε να διεκδικούμε, να βάλουμε μπροστά όλα τα μέσα για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία. Πρέπει να πάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου και γίνεται όλο και  πιο επιτακτικό!» λέει ένας εργαζόμενος από το συνδικάτο ανθρακωρύχων Minera Guanaco, που συμμετέχει στην πρωτοβουλία.

Οι μάσκες και τα αντισηπτικά θα κατευθύνονται τόσο στους εργαζόμενους σε περιφερειακά νοσοκομεία που δουλεύουν χωρίς προστασία όσο και στον πληθυσμό των barrios (των λαϊκών συνοικιών) μέσω των Επιτροπών Υγείας των λαϊκών συνελεύσεων.

«Είναι επιτακτικά αναγκαίο να το κάνουμε, πάνω απ’ όλα τώρα που από τις 8 Απρίλη έγινε υποχρεωτική η μάσκα στα μέσα μαζικής μετακίνησης.  Το πρόστιμο ξεκινάει από 5.000 πέσος. Για μια φορά ακόμα η εργατική φτωχή τάξη χτυπιέται από την κυβέρνηση. Εδώ δεν προμηθεύουν με μάσκες τα νοσοκομεία και βάζουν πρόστιμα στον κόσμο εάν δεν φοράει μάσκα…» λέει στη συνέντευξη τύπου μία φοιτήτρια που συμμετέχει στην Επιτροπή.

«Είναι μεγάλο παράδειγμα να θέσουμε την παραγωγή στις ανάγκες υγείας του λαού» λέει μία εργαζόμενη της ανακτημένης αυτοδιαχειριζόμενης επιχείρησης MadyGraft που μαζί με φοιτητές και καθηγητές της Τεχνικής Σχολής του Σαν Μαρτίν, μετέτρεψαν ένα μέρος του εργοστασίου σε εργαστήρι παραγωγής αντισηπτικών και μασκών.. «Ένα παράδειγμα για να μας κάνει να σκεφτούμε ότι όλη η γραμμή παραγωγής πρέπει να μπει κάτω από εργατικό έλεγχο και να παράγονται εκείνα που χρειάζονται οι από κάτω και όχι εκείνα που φέρνουν κέρδη στους επιχειρηματίες…»

 

Η Primera Linea ξανά στην πρώτη γραμμή

Τους είπαν βάνδαλους, τους είπαν λούμπεν, χουλιγκάνους, αντικοινωνικά στοιχεία που πυροδοτούν τη βία. Ο λόγος για την Primera Linea (Πρώτη Γραμμή). Όλους και όλες εκείνες που βλέπαμε (στα θεαματικά πλάνα που προτιμάνε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης) με αυτοσχέδιες ασπίδες να περιφρουρούν τις διαδηλώσεις της εξέγερσης στο Σαντιάγκο, να συγκρατούν τη βία της καταστολής, να προστατεύουν τους «πίσω από την πρώτη γραμμή»… Και εκείνους και εκείνες που δεν βλέπαμε: που οργανωμένα -αυτοοργανωμένα-  κατέγραφαν την καταστολή, μετέδιδαν μέσα από πειρατικούς ραδιοσταθμούς το τι συνέβαινε, περιέθαλπαν τους τραυματισμένους, ετοίμαζαν το συλλογικό φαγητό, έτρεχαν και έπιαναν τα δακρυγόνα και τα έσβηναν μέσα σε κουβάδες με νερό, οργάνωναν την προστασία των διαδηλωτών, εμψύχωναν τους διαδηλωτές βάζοντας μουσική…. Το να μιλήσουμε για την Primera Linea, ως πολυεπίπεδο φαινόμενο αυτοοργάνωσης σε συνθήκες μάχης (γιατί συνθήκες μάχης έζησε η εξέγερση στη Χιλή), είναι σχεδόν αδύνατον. Αυτή η εμπειρία αξίζει να μελετηθεί από όλα τα κινήματα και να μην εξαντληθεί σε λίγες, περιγραφικές, γραμμές…. Αξίζει να μάθουμε από αυτήν.

Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι και οι οργανώσεις τους που προέκυψαν από την εξέγερση, αυτές οι ίδιες οργανώσεις που μετράνε νεκρούς, τραυματισμένους και φυλακισμένους, μπαίνουν σήμερα ξανά στην πρώτη γραμμή στην μάχη αναχαίτισης του κορονοϊού στις λαϊκές συνοικίες και τις poblaciones [3]

Με ένα ανακοινωθέν που μπορείτε να δείτε εδώ (στα ισπανικά δυστυχώς): πολλές από τις οργανώσεις της Primera Linea μιλάνε για τα καινούργια καθήκοντα στους καιρούς του κορονοϊού:

«Επειδή η σημαία μας είναι ο αγώνας για την προστασία του λαού… επειδή έχουμε συναίσθηση της σκληρότητας που κορονοϊού, κάνουμε μία έκκληση για συλλογική φροντίδα απέναντι στην πανδημία… Μας χρειαζόμαστε υγιείς για να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε!… Σαν Πρώτη Γραμμή η αποστολή μας είναι να φροντίζουμε τους άλλους και δεν θα υπάρξει τώρα εξαίρεση. Δεν αφήνουμε τον αγώνα, ο διαδηλώσεις δεν θα σταματήσουν! Από τα σπίτια μας θα συνεχίσουν να ηχούν οι κατσαρόλες και όσο έχουμε φωνή θα συνεχίσουμε να κραυγάζουμε για μια χώρα και μια ζωή με Αξιοπρέπεια!»

Όμως ο αγώνας γι’ αυτούς, της Πρώτης Γραμμής, δεν είναι μόνο ανακοινωθέντα και λόγια. Αλλά πράξεις πραγματικές, δράσεις με πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων. Δεν θα πολυλογήσω σε αυτό, υπάρχουν δύο μικρά βίντεο που μιλάνε καλύτερα από τα λόγια μου. Θα μεταφέρω μόνο την ιδέα τους, τη δράση τους και λίγα από τα λόγια τους:

Η κυβέρνηση αποφάσισε να απολυμαίνει μόνο τη γραμμή 1 του μετρό. Αυτήν που πάει στα πλούσια προάστεια. Οι οργανώσεις της Primera Linea, χωρίς να σταματήσουν να διεκδικούν τα αυτονόητα, μπαίνουν και απολυμαίνουν, δυο βδομάδες τώρα, όλες τις γραμμές του μετρό που πάνε στα λαϊκά προάστια.

«Όσο ο λαός είναι εκτεθειμένος στον κορονοϊό και εξακολουθεί να βγαίνει -από ανάγκη- στους δρόμους, εμείς θα συνεισφέρουμε το λιθαράκι μας για να αποφύγουμε τη μετάδοση και την εξάπλωση της μετάδοσης… γιατί μόνο ο λαός βοηθάει το λαό….»

«Αυτή η κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες δεν πήραν κανένα μέτρο για την υγεία του λαού και τώρα κηρύσσουν επιλεκτικά καραντίνα σε μερικές πλούσιες συνοικίες. Να μην ξεχνάμε, είναι οι από κάτω που έχουν νεκρούς, δεν είναι οι από πάνω. Για τους από κάτω μόνο καταστολή για να αποφύγουν να συνεχίσουμε την Εξέγερση….»

«Θα ξαναγυρίσουμε στους δρόμους ενάντια σε όλα αυτά, αυτό ο κόσμος δεν θα το ξεχάσει, ποτέ δε θα ξεχάσουμε ότι προσέλαβαν τώρα και άλλους μπάτσους, ότι αγόρασαν και άλλες αύρες αντί να αγοράσουν αναπνευστήρες, κρεβάτια, αντί να εκπαιδεύσουν παραπάνω ιατρικό προσωπικό… Ποτέ δε θα ξεχάσουμε αυτό που κάνουν στο λαό…»

«…στην Πλατεία της Αξιοπρέπειας το πρώτο  καθήκον μας ήταν να αντισταθούμε και να προστατεύουμε τον κόσμο για να μπορεί να διαδηλώσει. Κι όπως και κει δε φοβόμασταν αν θα πεθάνουμε ούτε και τώρα φοβόμαστε μη μολυνθούμε ή πεθάνουμε, δεν θα φοβηθούμε έναν ιό, συνεχίζουμε να στηρίζουμε το λαό και να τον υπερασπιζόμαστε από όποιον εχθρό…»

«…οι εργαζόμενοι των λαϊκών συνοικιών πρέπει να πάνε να δουλέψουν, βγαίνουν από τα σπίτια τους γιατί πρέπει να βγουν, αν μείνουν μέσα για να μην πεθάνουν από τον κορονοϊό θα πεθάνουν από την πείνα… και εμείς εδώ βοηθάμε να αντέξουν, για να μπορέσουμε σε κανα-δυο μήνες, όταν τελειώσει όλο αυτό, να γυρίσουμε όλοι μαζί στους δρόμους…»

«Εδώ ο αγώνας συνεχίζεται και πάντα θα συνεχίζεται μάγκες… αγωνιστείτε αγωνιστείτε, αντισταθείτε… και καταλάβετε ότι το νόημα της Πρώτης Γραμμής δεν είναι μόνο να αντιστέκεται στην αστυνομία για να διαδηλώνει ο κόσμος, κι αυτό εδώ είναι αντίσταση… η απόδειξη ότι εμείς είμαστε η στήριξη και ο Στρατός του Λαού….»

«Ο αγώνας συνεχίζεται, ως το τέλος! Ώσπου να νικήσουμε ή ώσπου να πεθάνουμε!»

 

Σημειώσεις

[1] Η κεντρική πλατεία του Σαντιάγκο, η Plaza Italia, το σημείο μηδέν των διαδηλώσεων, που μετονομάστηκε από τους εξεγερμένους σε Plaza de Dignidad, Πλατεία της Αξιοπρέπειας.

[2] Asambleas Populares Territoriales: Λαϊκές Εδαφικές Συνελεύσεις. Τα κινήματα στην Λ.Α. επιμένουν πολύ στον όρο territorio και territorialidad (έδαφος, εδαφικότητα) γιατί θεωρούν σημαντικό τον έλεγχο του εδάφους που ζουν μέσα από την δημιουργία παράλληλων δομών εξουσίας. Είναι μια μεγάλη συζήτηση, δυστυχώς όμως στα ελληνικά το «εδαφικές συνελεύσεις» δεν σημαίνει πολλά, γι’ αυτό επέλεξα να το μεταφράσω «τοπικές συνελεύσεις».

[3] Αν κάποιες ενδιαφέρονται για παραπάνω πληροφορίες για τις poblaciones, τα barrios και τις παραγκουπόλεις της Λ.Α., μπορεί να ανατρέξει στο Περιοδικό ΑΛΑΝΑ, τεύχος 1, σ. 43-72. Μπορείτε να το βρείτε σε ψηφιακή μορφή εδώ.

Ε. Μ.

Καρτ ποσταλ του φόβου.

Η πόλη εκεί έξω μοιάζει με καρτ ποστάλ του προηγούμενου αιώνα, κενή φιγούρων, ένα λεπτομερές ξεμπρόστιασμα αρχιτεκτονικών λεπτομερειών και λαθών, στεγνή από τις φωνές των ανθρώπων της, καδραρισμένη μέσα από τα παράθυρα των διαμερισμάτων. Σαν η ζωή να έχει μεταφερθεί κάποια πατώματα πιο ψηλά, σε μπαλκόνια  που δε θα σήκωνες ποτέ το κεφάλι να κοιτάξεις και σε ταράτσες των τυχερών. Και τις ώρες του προαυλισμού, τα βλέμματα περιεργάζονται το ένα το άλλο. Αλλάζουμε πεζοδρόμια για να μην συναντηθούν ούτε οι σκιές μας. Στεκόμαστε σε κύκλους-των-αποστάσεων στα πάρκα και στις πλατείες. Στραβοκοιτάμε αυτόν που θα φτερνιστεί γιατί στον εκτροχιασμένο χρόνο μας η άνοιξη (και οι αλλεργίες της) έχει αναβληθεί επ’ αόριστον. Στους δρόμους συναντάς παντού σκύλους, και τους ανθρώπους να τους συνοδεύουν. Νομίζεις ότι σε δέκα ημέρες έχουν διπλασιαστεί και έχουν ξεχυθεί, σαν τις μαϊμούδες στο Λοπ Μπουρί, όπου, στην έρημη από τουρίστες πόλη, αναζητούν το φαγητό που τους λείπει. Γίναμε όλοι συγκάτοικοι σε ένα στρουμφοχωριό, οι μπλε παλάμες είναι το διαβατήριο γι’ αυτό. Αναζητάμε τον ήλιο τις ώρες του προαυλισμού μας, έχουμε σημειώσει κάθε αντηλιά, κάθε ξέφωτο που θα μας χτυπήσει για λίγο. Και πάλι, δυο-δυο, άντε τρεις. Χαράζουμε τις πιο μακρινές διαδρομές για το πιο κοντινό σούπερ μάρκετ, η ανάγκη για λίγο περπάτημα.

Η πόλη εκεί έξω διαβάζεται διαφορετικά στη γλώσσα της εξουσίας. Θα αναζητήσει και θα δημιουργήσει τις «εξαιρέσεις» για να επιβάλλει μια συνθήκη εξαίρεσης. Τα δελτιά ειδήσεων θα μας προλογίσουν τις έρημες πόλεις αλλά θα σταθούν στις «γεμάτες» παραλίες και στα  «γεμάτα» πάρκα. Οι κάμερες θα ζουμάρουν και τα μικρόφωνα θα στηθούν γύρω απ΄ την «εξαίρεση», η οποία όμως εκείνη τη στιγμή δεν νοηματοδοτείται σαν τέτοια, αλλά σαν το «γεμάτο» που πρέπει να αναπαραχθεί. Δεν έχει σημασία εάν γύρω από την κάμερα το φόντο είναι άδειο. Δεν έχει σημασία εάν το μικρόφωνο θα καταγράψει τις ιστορίες ανθρώπων φοβισμένων και μουδιασμένων, που κουβαλούν τη μοναξιά και τις κρίσεις πανικού τους, την ενδοοικογενειακή βία, το «σπιρτόκουτο» της μεσοτοιχίας, που βγήκαν να πάρουν για λίγη ώρα, λίγο αέρα. Οι δημοσιογράφοι και οι τίτλοι των ρεπορτάζ τους ζητούσαν ήδη εδώ και ημέρες την απαγόρευση της κυκλοφορίας.

Η εξουσία δεν θέλει να έχει ανθρώπους προσεκτικούς που να φροντίζουν για το διπλανό και τη διπλανή τους. Θέλει να έχει ανθρώπους φοβισμένους, με ένα διαρκή ερώτημα για τον εαυτό τους και το τί (μπορεί να) κάνουν λάθος. Η επιστήμη παντρεύεται με την πολιτική κάθε μέρα στις έξι το απόγευμα. Από το ’96 και το Ωνάσειο είχε το πανελλήνιο να παρακολουθήσει ζωντανά με τόση αναμονή τα ιατρικά ανακοινωθέντα. Η μειλίχια φωνή της επιστήμης, απαλλαγμένη από διακυμάνσεις και φλυαρίες, δεν είναι μόνο ανάγκη μιας κοινωνίας σε αγωνία αλλά και η ανάγκη ενός κράτους σε κρίση. Κάθε απόγευμα, στις έξι, αναμετριόμαστε με το θράσος της εξουσίας. Η οποία επιτηδευμένα αγνοεί τη θέση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που λέει ότι «ο κίνδυνος αυτή τη στιγμή με τα lockdown είναι ότι αν δεν θέσουμε σε προτεραιότητα ισχυρά μέτρα για την τόνωση της δημόσιας υγείας, όταν αρθούν τα μέτρα περιορισμού, θα επανέλθει ο κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας». Προσπαθεί να μας πείσει για τη δυνατότητα σοβαρής επιδημιολογικής έρευνας όταν δεν μπορεί στα σοβαρά να συγκεντρώσει τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα (δίχως αντιδραστήρια, δίχως προσωπικό, με ελάχιστα εργαστήρια να δουλεύουν για τα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων). Στο καθημερινό δελτίο του τρόμου (των διασωληνωμένων και των νεκρών) παρεπιπτόντως θα μας πουν στα γρήγορα για την όποια ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με προσωπικό, υλικά αυτοπροστασίας και εξοπλισμό περίθαλψης. Στον καθημερινό γαμήλιο τραπέζι της ιατρικής με το κράτος οποιαδήποτε διαφορετική επιστημονική γνώμη έχει εκφραστεί πρέπει να απομονωθεί, να χαρακτηριστεί.

Οι απαγορεύσεις, με μια εκνευριστική αγένεια, παραμερίζουν τις ανάγκες για ενίσχυση της υγειονομικής πρόληψης και περίθαλψης. Οι εκκλήσεις για «ατομική ευθύνη» είναι η απαλλαγή του κράτους από οποιαδήποτε ευθύνη. Το αίτημα για ενίσχυση της υγειονομικής περίθαλψης είναι συνάμα και μία θέση απέναντι στο στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα που απλώνεται γύρω μας. Θα λογαριαστούμε μετά. Μέχρι τότε να φροντίζουμε για τον διπλανό και την διπλανή μας, για τους εαυτούς μας.

Παρέμβαση στις γειτονιές μας για τις παράξενες ημέρες που ζούμε (από Γραμμή 15)

Ζούμε ημέρες παράξενες. Τις οποίες προσπαθούμε και εμείς οι ίδιες και οι ίδιοι να κατανοήσουμε και να σταθούμε μέσα σε αυτές. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η όποια στάση μας δεν μπορεί να ξεκινάει από ατομικά κίνητρα αλλά από την ευθύνη της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης για τους ανθρώπους της κοινότητάς μας. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είναι οι ηλικιωμένοι γείτονες και οι ηλικιωμένες γειτόνισσες. Μπορεί να είναι οι γονείς μας. Μπορεί να είναι οι πιτσιρικάδες φίλοι μας, διαβητικοί ή με άσθμα. Μπορεί να είμαστε εμείς οι ίδιοι με τις κρίσεις πανικού μας. Είναι οι άστεγοι τριγύρω μας που δεν έχουν σπίτι. Είναι οι γυναίκες που έχουν σπίτι, αλλά η ενδοοικογενειακή βία μόνο ασφαλές δεν κάνει γι’ αυτές το «μένουμε σπίτι». Είναι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στα σούπερ μάρκετ που καλούνται να δουλέψουν αυτές τις μέρες σαν ρομποτάκια. Είναι οι ντελιβεράδες που τρέχουν αριστερά και δεξιά να παραδώσουν χωρίς σταματημό τα πακέτα. Είναι οι μετανάστες και οι μετανάστριες που παραμένουν στοιβαγμένοι κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής στα κέντρα κράτησης χωρίς καμία ιατρική πρόληψη ή καμία πρόσβαση σε περίθαλψη. Είναι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στο χώρο της υγείας και οι διεκδικήσεις τους όλα αυτά τα χρόνια, που δεν μπορούν να προσπεραστούν σήμερα με τις (δεξιές) προσκλήσεις για χειροκροτήματα από τα μπαλκόνια. Είναι τέλος και η επιλογή μας να ζήσουμε και αυτό το αλλόκοτο σήμερα με όρους συλλογικούς και όχι κατακερματισμένοι στα οικογενειακά περιβάλλοντα ή στους εαυτούς και στις εαυτές μας.

Για να μοιραστούμε αυτές τις πρώτες σκέψεις κρεμάσαμε κάμποσα πανό στις γειτονιές μας. Έξω από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, στην πλατεία Μερκούρη και στου Φιλοπάππου που αράζει και κυκλοφορεί λίγο ακόμα κόσμος, στον ηλεκτρικό σταθμό. Εδώ θα είμαστε. Θα ξανασυναντηθούμε. Μέχρι τότε φροντίδα και αλληλεγγύη για τους διπλανούς μας.

Αναδημοσίευση από https://grammi15.wixsite.com/grammi15/covid19-paremvasi-pano

Χωρίς κεραμίδι.

Εάν υπάρχει κάτι τον τελευταίο μήνα στην υπόθεση της εκκένωσης, επανακατάληψης και υπεράσπισης των καταλήψεων στο Κουκάκι, που ίσως να μην του έχει δοθεί η πρέπουσα προσοχή, είναι το κοινωνικό περιβάλλον της γειτονιάς μέσα στο οποίο συμβαίνουν όλα αυτά. Το Κουκάκι προφέρεται καθημερινά σε δεκάδες γλώσσες και με δεκάδες διαφορετικούς τονισμούς ανά τον κόσμο. Φιγουράρει στα business plan επίδοξων επενδυτών της εγχώριας και της διεθνούς αγοράς. Γείτονες και γειτόνισσες που μόνο κατ’ όνομα ξέραμε ότι έχουν το τάδε ή το δείνα διαμέρισμα δίπλα μας, εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά από πολλά πολλά χρόνια στην παλιά τους γειτονιά, εκεί όπου μεγάλωσαν, για να επιβλέψουν τις εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματός τους. Σπεύδουν φυσικά να δηλώσουν πόσο αγανακτισμένοι ήταν ως ιδιοκτήτες εξαιτίας των «κακών ενοικιαστών» και πόσο καλύτερα θα πάνε τα πράγματα τώρα με τους «καλούς τουρίστες». Οι είσοδοι των πολυκατοικιών στολίστηκαν με καινούργια γκατζετάκια, πλάι στα θυροτηλέφωνα και τα γραμματοκιβώτιά τους. Και δεν χρειάστηκε καμία άδεια από τον διαχειριστή. Ο Καραβάς έχει γίνει ένας αναγκαστικός φίλος μας που τον συναντάμε σε κάθε στενό της γειτονιάς, να μας σκονίζει και να θορυβεί. Ο κρεοπώλης και ο υδραυλικός μόστραραν ένα αυτόματο μηχάνημα ανάληψης χρημάτων στην πρόσοψή των καταστημάτων τους, συμπληρώνοντας με ένα διόλου ευκαταφρόνητο μηνιάτικο το εισόδημά τους. Ο Διαμαντής απ’ την Άρτα έγινε Athens Bakery. Στα μανάβικα τα φρούτα ταξινομούνται σε πολύχρωμα πανέρια. Και στους δρόμους όλοι ψιθυρίζουν για το ποιος Κινέζος αγόρασε ποιο κτίριο. Αλλά και Κινέζος να μην είναι, θα τον κάνουν.

Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα. Ακόμα και εάν πέρασε απαρατήρητο το πωλητήριο της real estate εταιρείας δίπλα στα μπετοναρισμένα παράθυρα της κατειλημμένης μονοκατοικίας στην Άρβαλη 3. Ακόμα και εάν δεν κοίταξες ακριβώς απέναντι από την εκκενωμένη Ματρόζου 45, εκεί όπου το γραφείο τουρισμού μας προτέπει «be a traveler, not a tourist». Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα και το καταλαβαίνουμε στις τσέπες μας που δεν μπορούν να σηκώσουν άλλο την αύξηση του ενοικίου σε χρέπια διαμερίσματα. Το καταλαβαίνουμε όταν στο τηλέφωνο βλέπουμε τον αριθμό του ιδιοκτήτη ο οποίος θέλει να κάνουμε «μια συζήτηση», γιατί η γειτονιά αλλάζει. Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα όταν το ζευγάρι των ηλικιωμένων του παραπάνω ορόφου, αυτούς που σε στραβοκοιτάζανε γιατί τί-δουλειά-έχει-το-σκουλαρίκι-στη-μύτη, έρχονται και σου μουρμουρίζουν βουρκωμένοι ότι τους διώχνουν από το σπίτι και που-θα-πάμε-εμείς-που-37-χρόνια-εδώ-είναι-η-ζωή-μας (μάλλον έχουν αρχίσει να συμπαθούν και το σκουλαρίκι). Η φουρνάρισα του πεζόδρομου γίνεται η ψυχολόγος της γειτονιάς, η μοναδική υλιστική κουβέντα παρηγοριάς μετά την εικόνα της παναγίας. Και η άτυπη, οριακά χρεωκοπημένη, μεσάζουσα της εποχής μας για να βρεις ένα δυαράκι.

Η γειτονιά γίνεται ασφυκτική. Κοιτάς τις εισόδους των πολυκατοικιών που κάποτε έμπαινες συχνά, τα κατώφλια κακοπαθημένων μονοκατοικιών, εδώ έμενε ο τάδες φίλος και εκεί η δείνα φίλη. Περπατάς και σκέφτεσαι ότι κάποια στιγμή θα σταματήσω να γράφω γι΄αυτούς εδώ τους δρόμους, γι΄αυτούς εδώ τους ανθρώπους. Θα είναι η σειρά κάποιου άλλου που τα κατάφερε να μείνει λίγο παραπάνω εδώ τριγύρω, να γράψει για μένα, για την ιστορία μου, που συναντήθηκε με τις ιστορίες πολλών ακόμα ανθρώπων, ιστορίες εξώσεων, δακρύων, καταθλίψεων και αναμνήσεων.

Την επόμενη Κυριακή, η παρουσιάση της έρευνας του αντιεξουσιαστικού περιοδικού των γειτονιών μας Γραμμή 15, είναι μία ευκαιρία να μοιραστούμε τις ανάγκες μας και να οργανωθούμε για τη διεκδίκηση της κάλυψής τους. Για να ξεμείνουμε, (λιγότερο) εμείς που γράφουμε και (περισσότερο) αυτοί που τις ζούνε, από τέτοιες πικρές ιστορίες.

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από το Κουκάκι.

Εάν κάτι πέρασε ίσως απαρατήρητο, από μία μέρα τόσο συμπυκνωμένη όσο αυτή που αφήσαμε πίσω μας κάποιες λίγες ώρες τώρα, είναι ότι η δημόσια τάξη στο Κουκάκι δεν είχε απέναντι της μόνο τα ντουβάρια τριών καταλήψεων και τους ανθρώπους που βρέθηκαν εκείνο το πρωινό πίσω από αυτά. Είχε να αντιμετωπίσει απέναντί της αυτό που λέγεται σχέσεις. Σχέσεις κοινότητας, σχέσεις αλληλεγγύης, σχέσεις καθημερινότητας και γειτονιάς. Είναι αυτές οι σχέσεις που χτίζονται κάθε μέρα, κάθε ώρα και εκείνη την κρίσιμη στιγμή είναι εκεί να εκφραστούν. Είναι αυτές οι σχέσεις κοινότητας που έφεραν τους πρώτους αλληλέγγυους και γείτονες να συγκεντρώνονται στον πεζόδρομο της Ολυμπίου σχεδόν ταυτόχρονα με την εισβολή στα κτίρια. Είναι αυτές οι σχέσεις καθημερινότητας και γειτονιάς που τις συναντούσες στις αγωνιώδης ερωτήσεις -για το αν «τα παιδιά αν είναι καλά»- στα καφενεία και στα μαγαζιά του πεζόδρομου που άνοιγαν σιγά-σιγά, τις άκουγες να ξεπετάγονται από τα μπαλκόνια των αποκλεισμένων οικοδομικών τετραγώνων με διαολοστολίσματα και γιούχες προς την ποικιλία ενστόλων που είχαν παραταχθεί από κάτω, τις άκουγες σαν φάλτσα στη ζωντανή τηλεοπτική κάλυψη του δόγματος «νόμος και τάξη» και τους δημοσιογράφους να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις «παραφωνίες». Είναι αυτή η «καλημέρα» της καθημερινότητας που οι πρωινοί παρουσιαστές των ενημερωτικών εκπομπών προσπαθούσαν να της κολλήσουν το «ναι μεν, καλημέρα, αλλά…».

Όσες και όσοι ήταν εκεί το έβλεπαν στα μάτια του κόσμου της εξουσίας, το σάστισμα τους μπροστά στην υλική και λεκτική έκφραση αυτών των σχέσεων. Απόψε οι είσοδοι των τριών καταλήψεων είναι χτισμένες με τσιμεντόλιθους. Στο νούμερο 45 της Ματρώζου δυο κάμερες στημένες απέναντι γράφουν την κατακλείδα μίας χυδαίας αστυνομικής αφήγησης της ημέρας. Στον περιφερειακό του Φιλοπάππου δελτάδες πηγαινοέρχονται και εποπτεύουν μπετοναρισμένες εισόδους. Και; Οι σχέσεις μας είναι εκεί έξω, διεσπαρμένες στους δρόμους της πόλης. Σε διαμερίσματα που δεν έχουμε γνωρίσει τους ενοίκους τους και στα πρόσωπα ανθρώπων που περάσαμε σχεδόν όλη τη μέρα δίπλα-δίπλα.

Το ξημέρωμα της Τετάρτης ακόμα και τα φαντάσματα ήταν με το μέρος μας.

Εκμυστηρεύσεις της ωραίας κοιμωμένης.

Αυτή η ιστορία μιλάει για μία ωραία κοιμωμένη με την οποία μεγάλωσε βλέποντάς την από το παραθύρι του δωματίου του. Ήταν κατά κάποιον τρόπο και ένα θέμα τύχης, ένας όροφος παρακάτω  στου Παπαζαρκάδα την οικοδομή και δε θα είχαν γνωριστεί πότε. Για πόσα χρόνια ήταν οι πρώτες καλημέρες και οι τελευταίες καληνύχτες, τα πρώτα μακρινά χιόνια πριν το στρώσει και στον κάμπο, τα πρωτοσέλιδα της τοπικής εφημερίδας που έγραφε για όσους ξεχειμωνιάζανε απόμεροι στα σωθικά της, η αντάρα από μακρυά που μαρτυρούσε τη μυρουδιά της βροχής που ερχόταν, τότε που ακόμα ξεχωρίζαμε τις εποχές. Ήταν τα πρώτα λαχανιάσματα (ας είμαστε πεζοί και ειλικρινής, μαζί με εκείνα του γηπέδου…), τα πρώτα γδαρσίματα στα γόνατα, τα πρώτα περίεργα ονόματα πλασμάτων της φύσης, οι πρώτοι πραγματικοί κίνδυνοι. Ακόμα και στην υποτυπώδη οικογενειακή βιβλιοθήκη είχε βρει να διαβάσει για τον ιστορικό αυχένα εκεί παραδίπλα. Και στα πανηγύρια που τον τραβούσαν από μικρό, στα προαύλια εκκλησιών και στις πλατείες έρημων σήμερα χωριών, μπουρδουκλώνονταν με την κουλτούρα και τις παραδόσεις των ορεσίβιων κοινοτήτων. Ένας δικός τους χορός, μια ακατανόητη δική τους λέξη, ένα δικό τους γυρτό περπάτημα, ένα δικό τους γιατρικό.

Η ωραία κοιμωμένη στέκει για χρόνια εκεί. Ακριβώς όπως την έχουν σμιλεύσει οι τέσσερις κορυφές της, οι Πέντε Πύργοι, το Φλυτζάνι, το Μπορλερό και η Πλάκα: ωραία και κοιμωμένη. Αυτό, μέχρι πριν από κάποιες εβδομάδες. Μέχρι τότε που ο κόσμος της εξουσίας, με το θράσος και την απληστία που τον διακρίνει τελεσιδίκησε ότι ούτε «ωραία» είναι χωρίς να αποδίδει με όρους κέρδους, ούτε «κοιμωμένη» μπορεί να είναι πια καθώς οι μηχανές της ανάπτυξης ήδη άρχισαν να σκαλίζουν πάνω στο σώμα της.

Τις προάλλες που τα λέγανε πάλι, η ωραία κοιμωμένη του εκμυστηρεύτηκε το δικό της σχέδιο για να διώξει από εκεί πάνω αυτά τα επενδυτικά τσιμπούρια, κάποιους πρόθυμους φιλοχρήματους ντόπιους -πρώην φίλους της πια-, και κάποια ένστολα γαϊδούρια (μα τι δουλειά έχουνε τα γαϊδούρια σε τέτοιο υψόμετρο;). Προχθές έριξε το πρώτο χιονάκι. Και υποσχέθηκε να αγκαλιάσει στην ομίχλη της και να κρύψει στα διάσελά της τους ανθρώπους που έχουν δώσει την υπόσχεση να υπερασπιστούν τα Άγραφα.

Η κοινή υπόθεση της υπεράσπισης των Αγράφων.

Ο λεπτοδείκτης έγραφε ήδη τις πρώτες του ώρες στην ημέρα της Δευτέρας 5 Αγυούστου, αλλά η νύχτα δεν είχε παραμερίσει ακόμα. Λεπτό με λεπτό, από σκηνή σε σκηνή, αχνά φώτα τρεμοσβήνανε, γυρνώντας τον αγραφιώτικο ουρανό και τα άστρα του ανάποδα. Φακοί κεφαλής σκαλίζανε το σκοτάδι, διασταυρώνονταν με αγουροξυπνημένες καλημέρες που δεν αναγνώριζαν πρόσωπα αλλά τη συντροφικότητα 18 ημερών εκεί. Τα χέρια μοίραζαν τις δουλειές: ένας καφές στο μπρίκι, η αναζήτηση των πανό, η τακτοποίηση των αφισών. Η μίζα κολλούσε από τη υγρασία και οι επιβάτες από τη μυρουδιά του βουνού. Το κομβόι ξεκίνησε από το οροπέδιο του Καραμανώλη για τον κάμπο, για το δημαρχείο της Καρδίτσας. Ξεκίνησε από την καρδιά ενός βουνού που το φιλοξενεί, που το τρέφει καθημερινά, που του προσφέρεται γενναία για γνωριμία και εξερεύνηση. Και κίνησε να συναντήσει εκείνο το κακό συναπάντημα δημαρχαίων και επενδυτών που σχεδιάζουν στα χαρτιά τους τη ράχη του με ανεμογεννήτριες και αίολες υποσχέσεις πράσινης ανάπτυξης.

Οι ράχες αυτών των βουνών όμως ήταν ανέκαθεν γυμνές. Απάτητες, επιβλητικές, γεμάτες ήχους, προστατεύοντας και πνίγοντας ταυτόχρονα τις κοινότητες που αναπτύχθηκαν εκεί πάνω μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών. Τα αγραφιώτικα βουνά, τα αγραφιώτικα χωριά, οι άνθρωποί τους, έχουν μια κοινωνική ιστορία δεκαετιών, μέσα από την οποία προέκυψε (ανάμεσα σε διάφορα άλλα) και το όνομά τους, η κουλτούρα των ανθρώπων τους και η απόφασή τους να σταθούνε απέναντι στην καταστροφή τους. Δεν είναι απλά κάποια βουνά, είναι ένα ολόκληρο κοινωνικό περιβάλλον.

Τα βουνά προηγούνται έγραψε κάποτε ο Braudel. Και πάνω στο σώμα τους θα κλείσουν οι λογαριασμοί που κάποιοι επενδυτές ανοίγουν. Τα βουνά ξέρουν να προστατεύουν τους ανθρώπους τους και να μουγκρίζουν μπροστά στους εχθρούς τους. Κάποιοι τα γνωρίζουμε βράχο με βράχο, όπως μας τα έμαθαν οι γιαγιάδες και οι μπαμπάδες μας. Εδώ ματώσαμε πρώτη φορά τα γόνατα, εδώ κυλιστήκαμε στον πάτο ενός τρομακτικού γκρεμού, εδώ μας τσίμπησε το πρώτο περίεργο έντομο που συναντήσαμε στη ζωή μας. Τα μονοπάτια, η γη και το δάσος παρέχουν εκείνες τις πρώτες ύλες που δεν έχουν φανταστεί τα πιο αποφασιστικά επενδυτικά μυαλά, τα πιο ευφάνταστα αστυνομικά εγχειρίδια. Εδώ θα είναι η τελική αναμέτρηση, σε χρόνο που κοντοζυγώνει, ίσως και από τις αρχές του φθινοπώρου. Και εάν το χρήμα έχει αρχίσει να πείθει κάποιους εδώ πάνω, κάθε μέρα, σε κάθε πλαγιά, σε κάθε καφενείο και σε κάθε πλατεία συναντάς ανθρώπους που γίνονται μέρος αυτής της κοινής υπόθεσης. Της υπεράσπισης των Αγράφων.

Από τα 1500 μέτρα και τους 13 βαθμούς, με τους ήχους δύο γερακιών γύρω από το κεφάλι και το μισοφέγγαρο πάνω από την κορυφή της Τέμπλας, το αυτοοργανωμένο camp παραμένει εδώ και περιμένει συνοδοιπόρους σε αυτή τη μάχη. Για κοπιάστε.

λοκαλ φλερτ με την αντιεξουσία (το νούμερο δύο)…

Για το πρόβλημα στέγασης στις γειτονιές μας και την ανάγκη συλλογικών αγώνων για τη διεκδίκησή της.

Χέρι με χέρι και (προς στιγμή) σε κάποια πρώτα σημεία διανομής: Στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι (Θησείο, Ηρακλειδών 22), στο περίπτερο της πλατείας Μερκούρη (Άνω Πετράλωνα) και στο βιβλιοπωλείο/καφέ Little tree (Καβαλλότι 2, Μακρυγιάννη). https://grammi15.wixsite.com/grammi15

Ο Γκόρτσος στα Πετράλωνα.

Απόγευμα Τρίτης και σε κάθε μετρημένο του βήμα προς το σπίτι έσταζε και μία στάλα κούρασης από το οκτάωρο της δουλειάς. Η Τρώων ήσυχη συνήθως αυτήν την ώρα, κάπου στο μετέχμιο μεταξύ γειτονιάς και μίας θορυβώδους βραδινής πιάτσας διασκέδασης. Η μπουκαμβίλια περήφανη εκεί στη γωνία με την Κυδαντιδών, η καρέκλα του «ρεμπέτη» άδεια και προχειροκλειδωμένη. Πρωινά συνήθως τον πετύχαινες, έτοιμος να σου μοιραστεί την ίδια ιστορία σε μία άλλη εκδοχή της. Αλλά πάντα σίγουρος για τον εαυτό του: ο τελευταίος ρεμπέτης που έχει μείνει στην Αθήνα. Γύρισε ενστικτωδώς το κεφάλι να χαιρετήσει την Άσπα, πάντα τέτοια ώρα ανάμεσα σε ευμεγέθεις κατσαρόλες. Και εκεί απ΄έξω σκόνταψε το βλέμμα στον δήμαρχο και στην ομήγυρή του. Δεν ήταν από τους τύπους που περπατούσαν με χαμηλό το βλέμμα, οπότε από την προηγούμενη γωνία είχε παρατηρήσει δύο καθωσπρέπει γυμναστηριακούς με σφίξιμο μπανάνας στη μέση να μετράνε τις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Τους προσπέρασε με τη σκέψη ότι πάλι κάποιος αγαπημένος πολιτικός θα γευματίζει στον Οικονόμου ή στον γάλλο. Αλλά η απρόσμενη εικόνα που έλαχε μπροστά του, τον ανάγκασε να σβήσει το φλας και να αναβάλει την προσπέραση. Σε δύο δεκάλεπτα της ώρας διάφορος κόσμος είχε μάθει και είχε κατευθυνθεί προς τον δήμαρχο και την ομήγυρη. Πάντα τα νέα σε μία γειτονιά ταξιδεύανε με αδιανόητες ταχύτητες. Το ρολόι έδειχνε οκτώ και τέταρτο το απόγευμα.

Δεν ήταν απλά ένας δήμαρχος, δεν ήταν απλά μία ομήγυρη. Και αυτό το καταλάβαινες στις κάτι παραπάνω από τέσσερις ώρες που σταθήκανε εκεί. Ήταν ένα σόι δεκαετιών, ένα σόι που τη λέξη ένσημο και μεροκάματο την έχει γράψει συλλαβιστά μόνο στα πολιτικά του προγράμματα, ένας κρίκος από ένα σόι που συνοδεύει σε μακάβρια ευφυολογήματα τις λαϊκές μαζώξεις στα καφενεία και στις πλατείες, ένα σόι που το γενεολογικό του δέντρο φτάνει μέχρι και τα κιτάπια της δημαρχίας της Αθήνας.

Οι τοπικοί και όχι μόνο σύμβουλοι γέμιζαν τις θέσεις του τραπεζιού. Διάφοροι καλοθελητές ψηφοφόροι ή κάποιοι που εδώ και χρόνια βγάζουν οικογενειακό ψωμάκι από τον δήμο περνούσαν και χαριεντίζονταν ή στέκονταν και το έκαναν 50 μέτρα πιο δίπλα για να κρατήσουν τις «αποστάσεις» από τα «γεγονότα».

Το Γεγονός βρισκόταν σε εξέλιξη στη γειτονιά. Οι «καταληψίες της πλατείας Μερκούρη», όπως θα χαρακτηρίζονταν από κάποια ώρα και μετά στα μήντια, άνοιξαν τις πρώτες μπύρες που προμηθεύτηκαν από το διπλανό ψιλικατζίδικο, στρώνοντας το έδαφος για το πώς θα μένανε, μετά από εκείνο το βράδυ, στο πάνθεον της δημοσιογραφίας. Γειτόνισσες στήσανε ένα αυτοσχέδιο μπασκετάκι στο δρόμο, μπροστά στην ομήγυρη. Κόσμος περνούσε, έστεκε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, έφευγε, επέστρεφε, ξαναέφευγε. Οι συντονισμένες φωνασκίες όλου αυτού του ετερόκλητου πλήθους υπενθύμιζαν στον-άνθρωπο-που-δεν-δούλεψε-ποτέ ότι εάν θέλουν να πάνε κυριακή για δουλειά αυτοί να είναι οι υπουργοί, οι δήμαρχοι και τα αφεντικά. Δηλαδή όλο του το σόι. Πως -μιας και ήταν επισκέπτης σε αυτή την πολύ όμορφη γειτονιά όπως δήλωνε την επομένη σε ένα αποστειρωμένο φιλικό ραδιοφωνικό στούντιο- η Τρώων, οι λόφοι του Φιλοπάππου δεν είναι εμπόρευμα. Και ότι τα «τζάκια» και τα οικογενειακά τους κληρονομικά δίκαια δεν είναι αναγκαία στις ζωές μας. Ναι κύριέ μου. Και πώς να τα τραυλίσεις αυτά στον δημοσιογράφο που του στέλνεις την πληροφορία (και μία φωτογραφία, έτσι για το καλό) του γεγονότος, πόσο μάλλον όταν αυτός είναι του Πρώτου Θέματος; Πώς να τα αφομοιώσεις σε αυτό το έρμο το δημοκρατικό πολιτικό προφίλ σου; Δε χρειάζεται αγαπητοί μου επικοινωνιακός σύμβουλος σε αυτή τη περίπτωση, πετάς το όνομα ενός Κουφοντίνα και η δουλειά έχει γίνει. Ο δήμαρχος, δακρύβρεχτος όσο χρειάζεται, ψύχραιμος και θρασύς, αυτά που ένα βράδυ ψελίζει σε ένα εστιατόριο της Τρώων ανάμεσα σε οπλισμένους ασφαλίτες, μπορεί να τα μετουσιώσει σε υποκοριστικές λεξούλες την επομένη, σε μία συνέντευξη βουτηγμένη στην ιδεολογία του φόβου.

Οι ώρες περνούσαν, οι ερωτήσεις έβρισκαν τις απαντήσεις στους στραβολαιμιασμένους συμβούλους της ομήγυρης που κάθονταν με πλάτη στον δρόμο, οι χακί ματάδες κάνανε δύο ώρες και τριανταεπτά λεπτά για να εμφανιστούν στη γειτονιά, ήταν οι μόνοι που λείπανε από αυτό το αστυνομικό φυτολόγιο που συντάχθηκε από νωρίς-νωρίς στα Άνω Πετράλωνα. Οι κοινωνικές πολώσεις εκδηλώθηκαν με ένα πλούσιο γλωσσικό ανθολόγιο, ένθεν και ένθεν. Μετά από μία απρόσμενη τροπική μπόρα η σοδειά των συλλογικών αγώνων, των συνελεύσεων γειτονιών, των αυτοοργανομένων εγχειρημάτων εκτέθηκε αυτό το βράδυ έτσι όπως έχει μάθει εδώ και δεκαέξι χρόνια σε αυτά τα μέρη, ενπρόσωπη, με σαφήνεια, αυτόνομη και χωρίς καθόλου την ανάγκη της φωταγώγησης από πυροτεχνήματα.

Περασμένα μεσάνυχτα με τον λεπτοδείκτη να έφτανε τις ενενήντα περίπου στροφές γύρω από τον εαυτό του, έβαλε σε κίνηση ένα ανυπόμονο σχέδιο που θα κατέληγε σε έναν απαραίτητο ύπνο, για να αντέξει έναν νέο κύκλο εργασίας την επομένη το πρωί. Στο διάβα του συνάντησε έναν τυπάκο να ψάχνει την πλατεία Μερκούρη για να κάνει ρεπορτάζ. Στην Τρίτωνος η πινακίδα του στοπ ήταν στραπατσαρισμένη από το αστυνομικό τζιπ της οπκε που πριν λίγη ώρα είχε παρκάρει στο στενό αγχωμένο. Τα τελευταία τραπέζια της Κυδαντιδών μαζεύοταν από κουρασμένα γκαρσόνια που είχαν γεμίσει τις μνήμες των κινητών τους με μπόλικα γιγαμπάιτς τραβηγμένων βίντεο. Σε κάποια πιεστήρια τα εκδοτικά φύλλα ενός μουσάτου επιχειρηματία δε θα νοιάζονταν και τόσο πολύ αλλά όλο και κάπου θα έχωναν την είδηση με έναν πηχαίο τίτλο, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι. Τα σόσιαλ μήντια ήδη είχαν στήσει τις ετυμηγορίες τους. Τελικά ποιός έχασε; Ποιός έφυγε πρώτος; Τί να σου πω ρε φίλε, εγώ εδώ έμενα, εδώ μένω και εδώ θα είμαι και αύριο. Εδώ θα με ρωτάνε και εδώ θα τους ρωτώ. Ήξερε ότι κατά βάθος δεν ήταν το επίδικο αυτό. Οι λογαριασμοί που ανοίγουν και κάνουν τους καλούς αγώνες θα έχουν έναν ορίζοντα τετραετίας μπροστά. Και είναι σε αυτά τα χρόνια που οι αυτόνομοι αγώνες στις γειτονιές, για την πόλη μας, θα τεθούν απέναντι σε ένα καινούργιο πολιτικό περιβάλλον επενδεδυμένου με «δημοκρατικό πλουραλισμό» και αφομοίωση. Ας αφήσουμε τους γενναίους βρεγμένους με τις βροχές τους. Και εμείς να μάθουμε να ζούμε τις τροπικές καταιγίδες.