(δεν) υπάρχει.

Από μικρό, πολύ μικρό, του έλεγαν ότι υπάρχει. Ο οίκος του ήταν απέναντι από το σπίτι του παππού. Τον έβλεπε. Αλλά πάντα είχε την απορία γιατί το δικό σου σπίτι λεγόταν οίκος και το σπίτι του παππού, απλά σπίτι. Ήταν θέμα των πολλαπλών καμπυλοτήτων; Ή εκείνης της οικογένειας πελαργών που είχαν σπιτωθεί στο υψηλότερο σημείο του τρούλου; Και το καπνισμένο δωματιάκι όπου η γιαγιά άπλωνε το φύλλο της πίτας και τακίμιαζε με τις μυρωδιές του είχε μία καμάρα στην είσοδο, τόσο ταπεινή που απαιτούσε μία λεπτή υπόκλιση για να την περάσεις, μα και τόσο μεγαλοπρεπή, μέχρις εκεί όπου οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων ήθελαν να την φτάσουν. Και να την κρατήσουν. Και τα καναρίνια στην αυλή, στην σκιά των πελαργών που σχεδόν όλο το χωριό συγκρατούσε την μέρα που έφευγαν και κρυφοκοιτούσε για το πότε θα ξαναέρθουν -μαζί με την άνοιξη-, πρόβαραν μελωδίες, όσο μάθαινε για τα φυλλοβόλα δέντρα μασουλώντας τα φύλλα της σκαμνιάς που ο αέρας σκορπούσε στην αυλή.

Στον οίκο ξημερώθηκε και ξενύχτησε, ντύθηκε με περίεργες λινές φορεσιές, σήκωσε σύμβολα και συμβολισμούς, άκουσε κάτι που μπορεί να μοιάζει και με τραγούδι, ήπιε το πρώτο του κρασί. Στο σπίτι ξενύχτησε στην αυλή, ξημερώθηκε στην σιταποθήκη, άκουσε τα ξεματιάσματα της γιαγιάς, τσακώθηκε και μάτωσε στην άγαρμπη τσιμεντένια αυλή, βρώμισε τα χέρια και τα ρούχα, στολίστηκε με ανεπεξέργαστες κατσάδες, ήπιε τις πρώτες μυρουδιές τσίπουρου πλάι σε μπαρουτιασμένα καζάνια, κάτω από δυσκολεμένα και πρόχειρα ελενίτ που αγκομαχούσανε να κρατήσουν τις βαριές χειμωνιάτικες σταγόνες. Πείνασε και στερήθηκε για να πάρει μέρος σε μία δωσοληψία μετά-υποσχέσεων με τον ιδιοκτήτη του οίκου. Και τα χρόνια κυλούσαν, και οι περιφερόμενες εικόνες ήταν απλά μία ευκαιρία για πεζοπορία στα ορεινά των αγράφων, και οι αγιογραφίες υψηλές ζωγραφικές λεπτομέρειες, και τα λιωμένα μανουάλια σμιλεύματα ανθρώπων που ήθελε δίπλα σου, και τα κυριακάτικα μοναστήρια εφηβικές επαναλήψεις -όχι πια αθώων- παιδικών παραμυθιών με βασιλιάδες και παλάτια, και οι μυσταγωγικοί εξορκισμοί ψυχωτικές στάσεις αλλοπαρμένων απέναντι σε ανθρώπους επιληπτικούς.

Αν υπήρχε -δεν μπορεί!- κάποια μικρή συμπάθεια θα έδειχνε για εκείνη την άλλη μικρή θεά, την τύχη. Αλλά είτε επειδή είναι μισογύνης, είτε επειδή δεν την παλεύει με τους ανταγωνισμούς έλειπε παταγωδώς. Μάλλον για καλό. Τον άφηνε να θέτει μόνος του τα όριά του και να επανατοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε αυτά. Αν υπήρχε δεν θα έριχνε καρεκλοπόδαρα την ώρα του σχολάσματος από την δουλειά, αργά το βράδυ, ενώ όλες τις προηγούμενες ώρες είχε ξαστεριά. Αλλά από την άλλη τον απάλασσε από οποιαδήποτε υποψία ότι μπορεί να κομμουνιστοφέρνει. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ο κομμουνισμός σαν μία αόρατη υπόσχεση, αλλά σα σχέση που θα την χορογραφήσουμε βήμα με βήμα, άρθρωση με άρθρωση. Κίνηση.

Κοίτα να δεις, όμως, τις τελευταίες ημέρες… Το ξημέρωμα εκείνης της Κυριακής όπου λιγοστέψαμε κατά ένας, πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του η πιθανότητα να υπάρχει. Και ότι εκείνος, ο αόρατος-των-υποσχέσεων, έκανε μία κίνηση τακτικής για να μεταθέσει ακόμα παραπέρα την έφοδο στον ουρανό, να φυλάξει τα μετερίζια του. Μα και το βράδυ εκείνης της Δευτέρας αυτή η πιθανότητα επανήλθε όταν οι πιτσιλιές μίας απρόσμενης καταιγίδας ανακατώθηκαν με τα δάκρυα κάτω από τα μάτια του, αλλοιώνοντας την γεύση που είχαν από την μυρωδιά της ημέρας.

Κοντοστάθηκε. Κοίταξε γύρω του πρώτα και μέσα του πιο μετά. Δεν είχε αμφιβολία. Η έφοδος στον ουρανό επιβάλλοταν (και) από την ανάγκη να ξανανταμώσουμε τους ανθρώπους μας.

Και μέχρι τότε δεν θα έχανε εκείνη την ευκαιρία όταν παρουσιαζόταν, μία αρχοντικά ηλιόλουστη μέρα, να ξανακυλήσει τα δάκρυα του, χωρίς πιτσιλιές και υποψίες, με την ατόφια μυρωδιά που θα ήθελε εκείνη να πάρει μαζί της. Την μυρωδιά της ημέρας. Έστω και μίας δύσκολης ημέρας.

Advertisements

Πορφυρένια μνήμη.

Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκουμάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκουμάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκάν Λουκουμάν Ουκμάν Λουκάν Λουμάν Λουκάν Λουκουμάν Λουμάν Λουκάν Λουμάν

νωρίς / δεν έχει ακόμη ξημερώσει / από κάπου σε ξέρω / προσπαθεί να μου εξηγήσει / δεν καταλαβαίνω / ακούω τη λέξη / φασίστες / ναι / θυμάμαι / Λουκάρεως / δίκη Λουκμάν / σφαλιάρες και κλωτσιές στους δύο ναζί / κυριολεκτικά / ήταν εκεί δίπλα / ήταν ο Αχμέτ / γνωριζόμαστε με έναν τρόπο όχι ορθολογικό / με έναν τρόπο ζωντανό / στην πράξη / πλάι / πλάι / κόντρα στους φασίστες / ήταν το ίδιο χαμόγελο χαράς που με ξαναείδε / το ίδιο χαμόγελο χαράς που είχε όταν τα χέρια μας κατέληγαν στα μούτρα των δύο ναζί / σα συγχορδία / στη μνήμη του Λουκμάν / η γαλήνη της εκδίκησης / να είσαι ωραίος ρε φίλε εκεί πάνω / σαν την πρώτη και τελευταία φωτογραφία σου που είδα / γαλήνιος σε έναν τόπο κανιβάλων / πακιστανός σε έναν τόπο ελλήνων / δεν ξεθωριάζει η μνήμη / και ας ασβεστώσανε τη γωνιά όπου έπεσες / και ας μετακινήσανε το φορτηγό που μάτωσες / δεν ξεθωριάζει η μνήμη.

από το #1 της σεμπριάς, δεκέμβρης του ΄14

Αγγίγματα του αδιανόητου

Ο τόπος: μία από τις μουσειακές εκθέσεις της documenta.

Ο χρόνος: δύο περιστροφές ακόμα του λεπτοδείκτη πριν το σούρουπο.

Οι πρωταγωνιστές: σεκιουριτάς με αυτοπεποίθηση ο οποίος φλερτάρει μέρες τώρα τριτοετή νεαρά της καλών τεχνών η οποία ξεκινά να συντάσσει το βιογραφικό της αμφιταλαντευόμενη με το ποιά λέξη πρέπει να προηγείται, «invigilator» ή «documenta14». Ρητορική η κατάληξη.

Η στιχομυθία: μετά τη λήξη της βάρδιας τί θα κάνεις; / έχω μια μικρή υποχρέωση… / ξέρεις για το βράδυ… / μμμ… / κοίτα, εμείς εδώ, κάποια βράδια συνηθίζεται να ανεβαίνουμε στην ταράτσα του μουσείου και να χορεύουμε γυμνοί / … / είναι… αφορά τους εργαζόμενους εδώ του μουσείου, ξέρεις, για να ερχόμαστε πιο κοντά, να ξεδίνουμε από την δουλειά, να χαλαρώνουμε / αλήθεια; … ε, ωραία, τότε να έρθω, ναι… / θα σε περιμένω πάνω, λοιπόν, μετά τη λήξη της βάρδιας.

Και τελικά η documenta άγγιξε κάθε αδιανόητη σκέψη και πράξη; Ξεγυμνωμένους χορούς στις ταράτσες των μουσείων της πόλης, σκοινάκι στις ράγες του ηλεκτρικού, ακόμα και σεκιουριτάδες να φλερτάρουν καλοτεχνίτισσες…;

Για την πεζότητα της άμμου

Υπερεκτιμημένη η άμμος. Φιλόξενη επιφάνεια για να αραδιάσεις ή να θάψεις καλοκαιρινές αναμνήσεις και προσμονές. Αλλά μπορείς να την δεις και από την άλλη. Απλά ως ένα σύνολο από πέτρες. Πολλές πέτρες. Στο πιο προχωρημένο στάδιο της διάσπασής τους. Και να θέσεις το ερώτημα έπειτα. Στα νταμάρια γιατί ποτέ κανείς και καμιά δεν εμπνεύστηκε, δεν ερωτεύθηκε, δεν συνδέθηκε; Γιατί καμία αφήγηση δεν ξεκινάει με την ακινησία και αγριότητα της εικόνας τους; Ούτε καν αυτές εδώ οι γραμμές. Είχε μία μικρή πεποίθηση ότι γράφοντας για την άμμο, ήταν σα να γράφει για τα νταμάρια. Ότι η άμμος ήταν προϊόν μίας κατάρρευσης με πάταγο. Η πρώτη ύλη βιωματικών και φανταστικών ιστοριών. Γι΄αυτό την επόμενη φορά, σκέφτηκε, θα σε πάω σε ένα νταμάρι. Αλλά θα καταλήξουμε στην άμμο. Να κυληστούμε, να φιληθούμε, να ψάξουμε τον ουρανό, να αμηχανέψουμε κάμποσα λεπτά έπειτα βγάζοντας κόκκους από τα μαλλιά και τα ρούχα μας.

Του έλειπε. Ένα νταμάρι πέτρες να τις εναποθέτει με στοργή, ταπεινότητα και τα γνώριμα δάκρυα. Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Όπως εκείνο τον Φλεβάρη. Εκείνον τον τελευταίο, συλλογικό, Φλεβάρη.

Μείναμε στην άμμο, τελικά.

Ήχος.

* από το #2 της Σεμπριάς.

Σχέδιο πόλης

Σε λίγες ώρες ξημέρωνε και εκεί στην άκρη του μπαρ, ίσιωνε λέξεις σε ένα απελπιστικά τσαλακωμένο χαρτί που βρήκε στην τσέπη του. Το φως ήταν αχνό και αμυδρά διακοπτόμενο, σαν παριζιάνικο μετρό της δεκαετία του ’50 που παραμένει ανοιχτό όλη τη νύχτα, μετά το τέλος της κυκλοφορίας των συρμών. Σκέφτηκε εκείνον τον ανώνυμο λεττριστή του ’53 που βαριόταν στην πόλη και έψαχνε να βρει κάποιο μυστήριο στις επιγραφές των δρόμων, αυτό το έσχατο στάδιο του χιούμορ και της ποίησης. Με παρηγορητική για το δράμα του διάθεση, τον φαντάστηκε εχθές το μεσημέρι στον σταθμό της Καλλιθέας να βλέπει εκείνον τον τυπάκο που έκανε σχοινάκι στις ράγες του τρένου διακόπτωντας τα δρομολόγια. Εναγωνιωδώς επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο για μία περφόρμανς της ντοκουμέντα. Μπροστά του έβλεπε το ρήμα, το «κάνω» και όχι να τίθενται οι όροι για μία μετέπειτα επεξήγησή του. Μέσα σε αυτήν την συναρπαστικά αποκλίνουσα ατμόσφαιρα ο Βολμάν τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αφτί το επιπρόσθετο ενδεχόμενο, εκεί, τώρα, να διαγραφούν ή να παραποιηθούν αυθαίρετα όλες οι ενδείξεις σχετικά με τις αναχωρήσεις, τους προορισμούς και τα δρομολόγια των τρένων, για να ενθαρρυνθεί η περιπλάνηση στην πόλη. Κοίταξε ψηλά τους φωτεινούς πίνακες. Άνοιξε τον ταλαιπωρημένο ψυχογεωγραφικό του χάρτη και άφησε επάνω του ακόμη ένα σημάδι των περιπάτων του. Στην επιστροφή για το σπίτι του φάνηκε ότι οι φανοστάτες στο δρόμο είχαν διακόπτες, ότι ο φωτισμός ήταν μία επιλογή στη διάθεσή του. Ένα σχέδιο ορθολογικών εξωραϊσμών της πόλης ξεκίνησε να υφαίνεται αυτή τη νυχτιά.

Ήχος.

Προλέτ νύχτες

Αυτή η νυχτιά, κουρασμένη μάλλον από τις συνήθειές της, έψαχνε για κάποιες παραξενιές. Τις έντυσε με τις μυρωδιές των πρωτοβρόχιων μιας άλλη εποχής και τους ήχους νιόβγαλτων σταλών που σκουντούσαν περιπαιχτικά τις ανθισμένες νεραντζιές. Οι τελευταίες παρέες μοιάζανε με τον επιθανάτιο ρόχγο μίας ερημωμένης πλατείας, στο τέλος μίας ημέρας που από το πρωί προειδοποιούσε για τα τροπικά της ενδεχόμενα. Τα δύο, συνήθη ύποπτα, μισοσκότεινα παγκάκια βαστούσαν και από ένα ζευγάρι. Μάγουλα τεντωμένα, μάτια κοκκινισμένα, βλέφαρα βαριά από τις κουβέντες που προηγήθηκαν, με μία μικρή ανησυχία γι΄αυτές που θα έρθουν. Η σιωπή της πλατείας ήταν δηλωτική των καταστάσεων. Έθετε όρια, επανεκιννούσε το χρόνο, ενέκρινε ή απέρριπτε παρουσίες. Το είχε νιώσει αυτό και προχθές, όταν δύο μπατσάκια του τοπικού τμήματος φύγανε ανεπιθυμήτοι προτού ακόμα πείσουν τους εαυτούς τους ότι ανεβήκανε στην πλατεία για να κοζάρουνε.

Τώρα, το σάουντρακ ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο μοτεράκι πίσω από τις γρίλιες που υποσχόταν σταθερή θερμοκρασία στο αλκοόλ του περιπτέρου. Ανασήκωσε την κουκούλα για να προφυλαχτεί από τα ορνιθοσκαλίσματα που είχε αρχίσει να γράφει η βροχή στο μέτωπό του και κίνησε προς την Καλλισθένους. Ένιωθε μία ανησυχία, αλλά τον ησύχαζε η σκέψη ότι χωρίς περίπτερο και αλκοόλ οι φάρυγγες σύντομα θα στέγνωναν και τη θέση των λόγων θα έπαιρναν ανακουφιστικές κινήσεις εκατέρωθεν λίπανσης των χειλιών. Από εδώ και έπειτα συντρόφεψε με την ρουτίνα. Ανεβαίνοντας για τα πέτρινα, μύρισε ψάρι και σάπια χόρτα μαζί, προφανώς απότοκο χρονικής παλινδρόμησης καθώς οι λαϊκατζήδες τώρα στήνανε. Ο λουλουδάς με την συντροφιά του σκύλου χωρίς ουρά, ο πατατάς μπροστά από το δεκαεννιά νούμερο να προσπαθεί μάταια να βολέψει την κοιλιά του σε μία σπιθαμή πρεβάζι για να προλάβει τον ύπνο, αποκαμωμένα ανακουφισμένοι πακιστανοί που βρίσκονται μακρυά από τα καταλύματα του Ασπρόπυργου, ο καντινιέρης που σε εννέα λεπτά θα σηκώσει το τηλέφωνο για αφιέρωση στον ντέρτι εφ εμ. Απέναντι, ένας άλλος πακιστανός, εσώκλειστος στο μαγειρείο ενός ντόπιου μπίζνεσμαν, με μπλαζέ προφίλ πίσω από την τζαμαρία καθαρίζει δύο σακιά πατάτες, ίσως στην πιο ενεργητική στάση που θα μπορούσες να τον πετύχεις τέτοια ώρα.

Στο δωμάτιο, αραδιάζοντας τις σημειώσεις του σαν την μαύρη θάλασσα του weeping song, ένιωσε μια ακαταμάχητη ηρεμία που μία ακόμα ιστορία για την αγαπημένη του γειτονιά ήταν κενή από χίπστερ καλλιτέχνες και εναλλακτικές υποκουλτούρες.

Μόνο προλέτ έρωτες, λούμπεν συναναστροφές και πραγματικές αντιφάσεις.

Πετραλωνίτικα ξημερώματα.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Βιτρώ αντανακλάσεις

mpenakiΜε τα χίλια ζόρια κατάφερε και βρήκε μία μισοσπασμένη ομπρέλα αφημένη ποιός ξέρει από πότε κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Όχι ότι δεν ήταν σίγουρη ότι κάπου-εκεί-ήταν, αλλά το πέρασμα από την υπόθεση στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν μία διαδικασία αγχωτική. Η καταιγίδα ήταν ξαφνική, όχι μόνο γιατί ήμασταν στις πρώτες μέρες ενός καλοκαιριού που είχε μπει βδομάδες τώρα, αλλά και γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό να ρίξει μία ματιά στην μετεωρολογική πρόβλεψη της ημέρας. Η ομπρέλα διόλου δεν τη βοήθησε να διασχίσει στεγνή την Πειραιώς και να φτάσει στην είσοδο του μουσείου. Τουλάχιστον από το γόνατο και κάτω. Το φουστάνι της ήταν σαν ένα βιτρώ. Μία πανδαίσια ζεστών χρωμάτων ταιριασμένα μεταξύ τους που σε άφηναν να διαπερνάς την ομορφιά του κορμιού της και το άγχος του βλέμματός της.

Τελευταίες ματιές λεπτομέρειας στο έργο που βρίσκοταν σε μία γωνιά της έκθεσης. Τυπώματα και απομεινάρια μίας εγκατάστασης που κρατούσε ζεστή μέσα της την ανάμνηση της γιαγιάς που σκοτώθηκε στην πορεία των Χιλιών Αμάχων. Λίγο σίδερωμα του πανιού στην κάτω δεξιά άκρη, η σπαζοκεφαλιά της τοποθέτησης μίας Σίνγκερ στο χώρο. Όλα φαίνοταν έτοιμα. Περιμένανε τους πολιτιστικούς φίλους του Μπενάκη. Αυτούς που είχαν ξοδέψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο χρόνο μπροστά στο καθρέπτη για το τί ρούχο να φορέσουν, ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό. Και τώρα τριγυρνούσαν με ύφος εκατό καρδινάλιων της τέχνης ανάμεσα στα έργα. Και πού και πού έβρεχαν με λίγο λευκό κρασί το ύφος τους, για να μοιάζουν δροσεροί και βλοσυροί.

Βαβούρα. Δεν της αρέσανε τα εγκαίνια των εκθέσεων. Καθωσπρεπισμοί. Άσε που τώρα θα έπρεπε να επιχειρηματολογήσει και για τον εμφύλιο. Τουλάχιστον να ήξερε ότι δεν θα είχε απέναντί της απλά φλύαρες γλώσσες, πάει και έρχεται.

Τις προηγούμενες μέρες, κατά τη διάρκεια του στησίματος, η αίθουσα είχε μία άλλη ζωντάνια. Δεν ήταν απλά η χαρά που κρυφοέπαιζε με την κούραση όταν κοιτούσες τα μάτια της. Ήταν τα ψαλίδια και οι κλωστές αραδιασμένα στο ξύλο του πατώματος. Οι καφέδες που πήγαιναν και έρχοταν. Οι αρπαχτές για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, το οποίο συνήθως έμενε μισό γιατί κάτι θα προέκυπτε να γίνει εκείνη τη στιγμή. Η σιδερώστρα που επέφερε μία διακριτική ανησυχία στους επιμελητές του μουσείου. Καλά-καλά δεν είχαν χωνεύσει την παρουσία στο χώρο μίας ραπτομηχανής. Τα προβληματισμένα βλέμματα, τα συνοφρυωμένα φρύδια, τα φουσκωμένα χείλη, τα διαπεραστικά γέλια.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε με μία σέπια γεύση στα χείλη της. Αναλογίστηκε τη ζωντάνια που κουβαλάει το απρόβλεπτο στη διαδικασία του κάθε στησίματος και κατέληξε -χωρίς να είναι και απόλυτη, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν ένα χαρακτηριστικό της- ότι η κίνηση είναι αυτή που την κρατάει ζωντανή και όχι η κατάληξη, το αποτέλεσμα. Αυτό το λογάριαζει πάντα σα μία σύντομη στάση, για να ξαποστάσει και να συνεχίσει. Γι΄αυτό και ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Γιατί βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μπορούσε να συνεπάρει και εσένα μαζί.

Γι΄αυτό.

Athens zine fest

azf_2016-poster-jnegriΤί είναι φανζίν; Μόδα; Πρακτική; Ανάγκη; Αν κάποια ψαχτεί να μάθει για τα φανζίν και την ιστορία τους, ελπίζουμε να καταλάβει ότι αυτό που κρατάει στα χέρια της δεν είναι τέτοιο. Ίσως θελήσει κιόλας να φτιάξει ένα φανζίν, χωρίς ISBN/ISSN ή παρόμοιου τύπου κωδικούς αρχειοθέτησης, χωρίς διαφημίσεις, χωρίς ιλουστρασιόν εκτύπωση. Κάτι το οποίο θα μοιράσει αδιαμεσολάβητα και έξω από τα επίσημα δίκτυα διανομής, δημιουργώντας μια απευθείας επαφή με τον αναγνώστη. Αυτά τα κριτήρια έχουμε και στο zinefest. Φανζίν με την ειλικρινή και αθώα έννοια της λέξης και όχι μασκαρεμένα πορτφόλιος και βιβλία που δεν βρήκαν εκδοτικό.

http://athens.zinefest.gr/#

* σε αυτό το ραντεβού των αυτοεκδόσεων θα βρίσκεται και η Σεμπριά. Με την παρέα της Περήφανης Κοσταρίκας, της Σανγκάης και αρκετών ακόμα φίλων.

Πλατεία Βικτωρίας. Πλατεία κοινωνικοποίησης.

victor-englishΚάπου εκεί, κάτω από την Πατησίων και πάνω από τη Λιοσίων, η πλατεία Βικτωρίας παραμένει ζωντανή. Τον τελευταίο καιρό, μπορεί να μην κουβαλάει στις πλάκες της, στα παρτέρια και στα παγκάκια δακρύβρεχτες ιστορίες προσφυγιάς που να μοντάρονται σε φιλάνθρωπα μηντιακά πλάνα, αλλά κουβαλάει ζωντανές ιστορίες προσφυγιάς, ιστορίες πόνου, θυμού, σεβασμού, αναζήτησης, οργάνωσης και εφευρητικότητας. Η πλατεία αποτελεί τόπο κοινωνικοποίησης και συνάντησης, κατά βάση μεταναστών αφγανικής καταγωγής. Μεταναστών και μεταναστριών για τους οποίους η πλατεία τώρα δεν είναι ακριβώς το σπίτι που τους κοιμίζει. Αυτό είναι κάποιο ανοιχτό κέντρο κράτησης. Και ερχόμενοι κάθε μέρα εδώ, κουβαλούν τις εμπειρίες τους και τις αφηγήσεις τους από αυτά τα κέντρα στα οποία η αστυνομία και ο στρατός απαγορέυει την είσοδο σε οποιονδήποτε πέρα από τους εγκλείστους και τις οργανώσεις διαχείρισής τους.

Εάν καθίσεις μαζί τους και πιάσεις την κουβέντα θα σου αραδιάσουν ένα μωσαϊκό από λόγους για τους οποίους συναντώνται καθημερινά στην πλατεία. Στη συγκεκριμένη πλατεία. Στη Βικτώρια. Γιατί δεν μπορούν να μείνουν στη φυλακή του Ελληνικού, γιατί εδώ μαθαίνουν νέα από την πατρίδα, γιατί εδώ ακούνε και μιλάνε τη γλώσσα τους, εδώ βλέπουνε την φτιαξιά τους στον απέναντι, γιατί εδώ μαθαίνουν για τα σύνορα και τις πιθανότητες να ανοίξουν, γιατί εδώ θα αναζητήσουν τα ψεύτικα χαρτιά για να δοκιμάσουν να φτάσουν στον προορισμό τους, γιατί εδώ είναι τα μαγαζιά τους, γιατί εδώ μαθαίνουν αγγλικά.

Εδώ μαθαίνουν αγγλικά; Ναι. Ή τουλάχιστον εδώ μάθαιναν μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου 30 Απρίλη. Τότε, οι μπάτσοι που τριγυρνάνε κάθε μέρα εκεί, αποφάσισαν να προσάγουν τις δύο δασκάλες που είχαν καθήσει με την «τάξη» τους στο πλακόστρωτο της κάτω αριστερής γωνίας της πλατείας, γιατί ο τσιφ έχει δώσει εντολή να μην στέκονται μετανάστες πάνω σε αυτήν. Η πλατεία πρέπει να είναι καθαρή. Τα όργανα της τάξης ήξεραν όταν ειρωνεύονταν τις ευρωπαίες δασκάλες γιατί μαθαίνουν αγγλικά στους αφγανούς και όχι στους έλληνες. Ήξεραν ότι το να μην ξέρεις μια γλώσσα σε αυτή τη γαμημένη χώρα που να μπορεί να σε θέτει σε τροχιά επικοινωνίας με τους γύρω σου σε κάνει πιο ευάλωτο, πιο υποτιμημένο, πιο φοβισμένο, πιο μόνο, πιο ξένο. Και αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι μόνο να ξεριζώσουν οποιοδήποτε υποψία κοινωνικής συναναστροφής αυτών των ανθρώπων σε ένα δημόσιο χώρο. Αλλά να τους κάνουν να νιώθουν συνεχώς συναισθηματικά μόνοι, χαμένοι.

Έλα, όμως, που την εφευρητικότητα τη συναντάς καθημερινά στα μυαλά και στις πράξεις των ανθρώπων της πλατείας. Όπως συναντούσες και τους ανθρώπους που στο χέρι τους βαστούσαν συνεχώς ένα σημειωματάριο που στις σελίδες του είχε σκαλισμένα φαρσί πλάι σε αγγλικά.

Η εφευρητικότητα είναι όπλο. Η επιθυμία και η ανάγκη θα αναζητήσουν διεξόδους.

Για την κυκλοφορία των αυτοεκδόσεων #2

exofilo 4_kostarika

«Περήφανη Κοσταρίκα», κυκλοφορεί το 4ο τεύχος, Μάρτιος 2016 (άσπρο-μαύρο, 32 σελίδες, Α5, φωτοτυπίες). Όποιος θέλει να ψαχτεί για το όνομα ας ανατρέξει στα τέλη Ιουνίου του 2014, στην «αρένα περναμπούκο» και κάτι θα καταλάβει…