Αγγίγματα του αδιανόητου

Ο τόπος: μία από τις μουσειακές εκθέσεις της documenta.

Ο χρόνος: δύο περιστροφές ακόμα του λεπτοδείκτη πριν το σούρουπο.

Οι πρωταγωνιστές: σεκιουριτάς με αυτοπεποίθηση ο οποίος φλερτάρει μέρες τώρα τριτοετή νεαρά της καλών τεχνών η οποία ξεκινά να συντάσσει το βιογραφικό της αμφιταλαντευόμενη με το ποιά λέξη πρέπει να προηγείται, «invigilator» ή «documenta14». Ρητορική η κατάληξη.

Η στιχομυθία: μετά τη λήξη της βάρδιας τί θα κάνεις; / έχω μια μικρή υποχρέωση… / ξέρεις για το βράδυ… / μμμ… / κοίτα, εμείς εδώ, κάποια βράδια συνηθίζεται να ανεβαίνουμε στην ταράτσα του μουσείου και να χορεύουμε γυμνοί / … / είναι… αφορά τους εργαζόμενους εδώ του μουσείου, ξέρεις, για να ερχόμαστε πιο κοντά, να ξεδίνουμε από την δουλειά, να χαλαρώνουμε / αλήθεια; … ε, ωραία, τότε να έρθω, ναι… / θα σε περιμένω πάνω, λοιπόν, μετά τη λήξη της βάρδιας.

Και τελικά η documenta άγγιξε κάθε αδιανόητη σκέψη και πράξη; Ξεγυμνωμένους χορούς στις ταράτσες των μουσείων της πόλης, σκοινάκι στις ράγες του ηλεκτρικού, ακόμα και σεκιουριτάδες να φλερτάρουν καλοτεχνίτισσες…;

Για την πεζότητα της άμμου

Υπερεκτιμημένη η άμμος. Φιλόξενη επιφάνεια για να αραδιάσεις ή να θάψεις καλοκαιρινές αναμνήσεις και προσμονές. Αλλά μπορείς να την δεις και από την άλλη. Απλά ως ένα σύνολο από πέτρες. Πολλές πέτρες. Στο πιο προχωρημένο στάδιο της διάσπασής τους. Και να θέσεις το ερώτημα έπειτα. Στα νταμάρια γιατί ποτέ κανείς και καμιά δεν εμπνεύστηκε, δεν ερωτεύθηκε, δεν συνδέθηκε; Γιατί καμία αφήγηση δεν ξεκινάει με την ακινησία και αγριότητα της εικόνας τους; Ούτε καν αυτές εδώ οι γραμμές. Είχε μία μικρή πεποίθηση ότι γράφοντας για την άμμο, ήταν σα να γράφει για τα νταμάρια. Ότι η άμμος ήταν προϊόν μίας κατάρρευσης με πάταγο. Η πρώτη ύλη βιωματικών και φανταστικών ιστοριών. Γι΄αυτό την επόμενη φορά, σκέφτηκε, θα σε πάω σε ένα νταμάρι. Αλλά θα καταλήξουμε στην άμμο. Να κυληστούμε, να φιληθούμε, να ψάξουμε τον ουρανό, να αμηχανέψουμε κάμποσα λεπτά έπειτα βγάζοντας κόκκους από τα μαλλιά και τα ρούχα μας.

Του έλειπε. Ένα νταμάρι πέτρες να τις εναποθέτει με στοργή, ταπεινότητα και τα γνώριμα δάκρυα. Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Όπως εκείνο τον Φλεβάρη. Εκείνον τον τελευταίο, συλλογικό, Φλεβάρη.

Μείναμε στην άμμο, τελικά.

Ήχος.

* από το #2 της Σεμπριάς.

Σχέδιο πόλης

Σε λίγες ώρες ξημέρωνε και εκεί στην άκρη του μπαρ, ίσιωνε λέξεις σε ένα απελπιστικά τσαλακωμένο χαρτί που βρήκε στην τσέπη του. Το φως ήταν αχνό και αμυδρά διακοπτόμενο, σαν παριζιάνικο μετρό της δεκαετία του ’50 που παραμένει ανοιχτό όλη τη νύχτα, μετά το τέλος της κυκλοφορίας των συρμών. Σκέφτηκε εκείνον τον ανώνυμο λεττριστή του ’53 που βαριόταν στην πόλη και έψαχνε να βρει κάποιο μυστήριο στις επιγραφές των δρόμων, αυτό το έσχατο στάδιο του χιούμορ και της ποίησης. Με παρηγορητική για το δράμα του διάθεση, τον φαντάστηκε εχθές το μεσημέρι στον σταθμό της Καλλιθέας να βλέπει εκείνον τον τυπάκο που έκανε σχοινάκι στις ράγες του τρένου διακόπτωντας τα δρομολόγια. Εναγωνιωδώς επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο για μία περφόρμανς της ντοκουμέντα. Μπροστά του έβλεπε το ρήμα, το «κάνω» και όχι να τίθενται οι όροι για μία μετέπειτα επεξήγησή του. Μέσα σε αυτήν την συναρπαστικά αποκλίνουσα ατμόσφαιρα ο Βολμάν τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αφτί το επιπρόσθετο ενδεχόμενο, εκεί, τώρα, να διαγραφούν ή να παραποιηθούν αυθαίρετα όλες οι ενδείξεις σχετικά με τις αναχωρήσεις, τους προορισμούς και τα δρομολόγια των τρένων, για να ενθαρρυνθεί η περιπλάνηση στην πόλη. Κοίταξε ψηλά τους φωτεινούς πίνακες. Άνοιξε τον ταλαιπωρημένο ψυχογεωγραφικό του χάρτη και άφησε επάνω του ακόμη ένα σημάδι των περιπάτων του. Στην επιστροφή για το σπίτι του φάνηκε ότι οι φανοστάτες στο δρόμο είχαν διακόπτες, ότι ο φωτισμός ήταν μία επιλογή στη διάθεσή του. Ένα σχέδιο ορθολογικών εξωραϊσμών της πόλης ξεκίνησε να υφαίνεται αυτή τη νυχτιά.

Ήχος.

Προλέτ νύχτες

Αυτή η νυχτιά, κουρασμένη μάλλον από τις συνήθειές της, έψαχνε για κάποιες παραξενιές. Τις έντυσε με τις μυρωδιές των πρωτοβρόχιων μιας άλλη εποχής και τους ήχους νιόβγαλτων σταλών που σκουντούσαν περιπαιχτικά τις ανθισμένες νεραντζιές. Οι τελευταίες παρέες μοιάζανε με τον επιθανάτιο ρόχγο μίας ερημωμένης πλατείας, στο τέλος μίας ημέρας που από το πρωί προειδοποιούσε για τα τροπικά της ενδεχόμενα. Τα δύο, συνήθη ύποπτα, μισοσκότεινα παγκάκια βαστούσαν και από ένα ζευγάρι. Μάγουλα τεντωμένα, μάτια κοκκινισμένα, βλέφαρα βαριά από τις κουβέντες που προηγήθηκαν, με μία μικρή ανησυχία γι΄αυτές που θα έρθουν. Η σιωπή της πλατείας ήταν δηλωτική των καταστάσεων. Έθετε όρια, επανεκιννούσε το χρόνο, ενέκρινε ή απέρριπτε παρουσίες. Το είχε νιώσει αυτό και προχθές, όταν δύο μπατσάκια του τοπικού τμήματος φύγανε ανεπιθυμήτοι προτού ακόμα πείσουν τους εαυτούς τους ότι ανεβήκανε στην πλατεία για να κοζάρουνε.

Τώρα, το σάουντρακ ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο μοτεράκι πίσω από τις γρίλιες που υποσχόταν σταθερή θερμοκρασία στο αλκοόλ του περιπτέρου. Ανασήκωσε την κουκούλα για να προφυλαχτεί από τα ορνιθοσκαλίσματα που είχε αρχίσει να γράφει η βροχή στο μέτωπό του και κίνησε προς την Καλλισθένους. Ένιωθε μία ανησυχία, αλλά τον ησύχαζε η σκέψη ότι χωρίς περίπτερο και αλκοόλ οι φάρυγγες σύντομα θα στέγνωναν και τη θέση των λόγων θα έπαιρναν ανακουφιστικές κινήσεις εκατέρωθεν λίπανσης των χειλιών. Από εδώ και έπειτα συντρόφεψε με την ρουτίνα. Ανεβαίνοντας για τα πέτρινα, μύρισε ψάρι και σάπια χόρτα μαζί, προφανώς απότοκο χρονικής παλινδρόμησης καθώς οι λαϊκατζήδες τώρα στήνανε. Ο λουλουδάς με την συντροφιά του σκύλου χωρίς ουρά, ο πατατάς μπροστά από το δεκαεννιά νούμερο να προσπαθεί μάταια να βολέψει την κοιλιά του σε μία σπιθαμή πρεβάζι για να προλάβει τον ύπνο, αποκαμωμένα ανακουφισμένοι πακιστανοί που βρίσκονται μακρυά από τα καταλύματα του Ασπρόπυργου, ο καντινιέρης που σε εννέα λεπτά θα σηκώσει το τηλέφωνο για αφιέρωση στον ντέρτι εφ εμ. Απέναντι, ένας άλλος πακιστανός, εσώκλειστος στο μαγειρείο ενός ντόπιου μπίζνεσμαν, με μπλαζέ προφίλ πίσω από την τζαμαρία καθαρίζει δύο σακιά πατάτες, ίσως στην πιο ενεργητική στάση που θα μπορούσες να τον πετύχεις τέτοια ώρα.

Στο δωμάτιο, αραδιάζοντας τις σημειώσεις του σαν την μαύρη θάλασσα του weeping song, ένιωσε μια ακαταμάχητη ηρεμία που μία ακόμα ιστορία για την αγαπημένη του γειτονιά ήταν κενή από χίπστερ καλλιτέχνες και εναλλακτικές υποκουλτούρες.

Μόνο προλέτ έρωτες, λούμπεν συναναστροφές και πραγματικές αντιφάσεις.

Πετραλωνίτικα ξημερώματα.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Βιτρώ αντανακλάσεις

mpenakiΜε τα χίλια ζόρια κατάφερε και βρήκε μία μισοσπασμένη ομπρέλα αφημένη ποιός ξέρει από πότε κάτω από τη θέση του συνοδηγού. Όχι ότι δεν ήταν σίγουρη ότι κάπου-εκεί-ήταν, αλλά το πέρασμα από την υπόθεση στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν μία διαδικασία αγχωτική. Η καταιγίδα ήταν ξαφνική, όχι μόνο γιατί ήμασταν στις πρώτες μέρες ενός καλοκαιριού που είχε μπει βδομάδες τώρα, αλλά και γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό να ρίξει μία ματιά στην μετεωρολογική πρόβλεψη της ημέρας. Η ομπρέλα διόλου δεν τη βοήθησε να διασχίσει στεγνή την Πειραιώς και να φτάσει στην είσοδο του μουσείου. Τουλάχιστον από το γόνατο και κάτω. Το φουστάνι της ήταν σαν ένα βιτρώ. Μία πανδαίσια ζεστών χρωμάτων ταιριασμένα μεταξύ τους που σε άφηναν να διαπερνάς την ομορφιά του κορμιού της και το άγχος του βλέμματός της.

Τελευταίες ματιές λεπτομέρειας στο έργο που βρίσκοταν σε μία γωνιά της έκθεσης. Τυπώματα και απομεινάρια μίας εγκατάστασης που κρατούσε ζεστή μέσα της την ανάμνηση της γιαγιάς που σκοτώθηκε στην πορεία των Χιλιών Αμάχων. Λίγο σίδερωμα του πανιού στην κάτω δεξιά άκρη, η σπαζοκεφαλιά της τοποθέτησης μίας Σίνγκερ στο χώρο. Όλα φαίνοταν έτοιμα. Περιμένανε τους πολιτιστικούς φίλους του Μπενάκη. Αυτούς που είχαν ξοδέψει έναν διόλου ευκαταφρόνητο χρόνο μπροστά στο καθρέπτη για το τί ρούχο να φορέσουν, ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό. Και τώρα τριγυρνούσαν με ύφος εκατό καρδινάλιων της τέχνης ανάμεσα στα έργα. Και πού και πού έβρεχαν με λίγο λευκό κρασί το ύφος τους, για να μοιάζουν δροσεροί και βλοσυροί.

Βαβούρα. Δεν της αρέσανε τα εγκαίνια των εκθέσεων. Καθωσπρεπισμοί. Άσε που τώρα θα έπρεπε να επιχειρηματολογήσει και για τον εμφύλιο. Τουλάχιστον να ήξερε ότι δεν θα είχε απέναντί της απλά φλύαρες γλώσσες, πάει και έρχεται.

Τις προηγούμενες μέρες, κατά τη διάρκεια του στησίματος, η αίθουσα είχε μία άλλη ζωντάνια. Δεν ήταν απλά η χαρά που κρυφοέπαιζε με την κούραση όταν κοιτούσες τα μάτια της. Ήταν τα ψαλίδια και οι κλωστές αραδιασμένα στο ξύλο του πατώματος. Οι καφέδες που πήγαιναν και έρχοταν. Οι αρπαχτές για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, το οποίο συνήθως έμενε μισό γιατί κάτι θα προέκυπτε να γίνει εκείνη τη στιγμή. Η σιδερώστρα που επέφερε μία διακριτική ανησυχία στους επιμελητές του μουσείου. Καλά-καλά δεν είχαν χωνεύσει την παρουσία στο χώρο μίας ραπτομηχανής. Τα προβληματισμένα βλέμματα, τα συνοφρυωμένα φρύδια, τα φουσκωμένα χείλη, τα διαπεραστικά γέλια.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε με μία σέπια γεύση στα χείλη της. Αναλογίστηκε τη ζωντάνια που κουβαλάει το απρόβλεπτο στη διαδικασία του κάθε στησίματος και κατέληξε -χωρίς να είναι και απόλυτη, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν ένα χαρακτηριστικό της- ότι η κίνηση είναι αυτή που την κρατάει ζωντανή και όχι η κατάληξη, το αποτέλεσμα. Αυτό το λογάριαζει πάντα σα μία σύντομη στάση, για να ξαποστάσει και να συνεχίσει. Γι΄αυτό και ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Γιατί βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μπορούσε να συνεπάρει και εσένα μαζί.

Γι΄αυτό.

Athens zine fest

azf_2016-poster-jnegriΤί είναι φανζίν; Μόδα; Πρακτική; Ανάγκη; Αν κάποια ψαχτεί να μάθει για τα φανζίν και την ιστορία τους, ελπίζουμε να καταλάβει ότι αυτό που κρατάει στα χέρια της δεν είναι τέτοιο. Ίσως θελήσει κιόλας να φτιάξει ένα φανζίν, χωρίς ISBN/ISSN ή παρόμοιου τύπου κωδικούς αρχειοθέτησης, χωρίς διαφημίσεις, χωρίς ιλουστρασιόν εκτύπωση. Κάτι το οποίο θα μοιράσει αδιαμεσολάβητα και έξω από τα επίσημα δίκτυα διανομής, δημιουργώντας μια απευθείας επαφή με τον αναγνώστη. Αυτά τα κριτήρια έχουμε και στο zinefest. Φανζίν με την ειλικρινή και αθώα έννοια της λέξης και όχι μασκαρεμένα πορτφόλιος και βιβλία που δεν βρήκαν εκδοτικό.

http://athens.zinefest.gr/#

* σε αυτό το ραντεβού των αυτοεκδόσεων θα βρίσκεται και η Σεμπριά. Με την παρέα της Περήφανης Κοσταρίκας, της Σανγκάης και αρκετών ακόμα φίλων.

Πλατεία Βικτωρίας. Πλατεία κοινωνικοποίησης.

victor-englishΚάπου εκεί, κάτω από την Πατησίων και πάνω από τη Λιοσίων, η πλατεία Βικτωρίας παραμένει ζωντανή. Τον τελευταίο καιρό, μπορεί να μην κουβαλάει στις πλάκες της, στα παρτέρια και στα παγκάκια δακρύβρεχτες ιστορίες προσφυγιάς που να μοντάρονται σε φιλάνθρωπα μηντιακά πλάνα, αλλά κουβαλάει ζωντανές ιστορίες προσφυγιάς, ιστορίες πόνου, θυμού, σεβασμού, αναζήτησης, οργάνωσης και εφευρητικότητας. Η πλατεία αποτελεί τόπο κοινωνικοποίησης και συνάντησης, κατά βάση μεταναστών αφγανικής καταγωγής. Μεταναστών και μεταναστριών για τους οποίους η πλατεία τώρα δεν είναι ακριβώς το σπίτι που τους κοιμίζει. Αυτό είναι κάποιο ανοιχτό κέντρο κράτησης. Και ερχόμενοι κάθε μέρα εδώ, κουβαλούν τις εμπειρίες τους και τις αφηγήσεις τους από αυτά τα κέντρα στα οποία η αστυνομία και ο στρατός απαγορέυει την είσοδο σε οποιονδήποτε πέρα από τους εγκλείστους και τις οργανώσεις διαχείρισής τους.

Εάν καθίσεις μαζί τους και πιάσεις την κουβέντα θα σου αραδιάσουν ένα μωσαϊκό από λόγους για τους οποίους συναντώνται καθημερινά στην πλατεία. Στη συγκεκριμένη πλατεία. Στη Βικτώρια. Γιατί δεν μπορούν να μείνουν στη φυλακή του Ελληνικού, γιατί εδώ μαθαίνουν νέα από την πατρίδα, γιατί εδώ ακούνε και μιλάνε τη γλώσσα τους, εδώ βλέπουνε την φτιαξιά τους στον απέναντι, γιατί εδώ μαθαίνουν για τα σύνορα και τις πιθανότητες να ανοίξουν, γιατί εδώ θα αναζητήσουν τα ψεύτικα χαρτιά για να δοκιμάσουν να φτάσουν στον προορισμό τους, γιατί εδώ είναι τα μαγαζιά τους, γιατί εδώ μαθαίνουν αγγλικά.

Εδώ μαθαίνουν αγγλικά; Ναι. Ή τουλάχιστον εδώ μάθαιναν μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου 30 Απρίλη. Τότε, οι μπάτσοι που τριγυρνάνε κάθε μέρα εκεί, αποφάσισαν να προσάγουν τις δύο δασκάλες που είχαν καθήσει με την «τάξη» τους στο πλακόστρωτο της κάτω αριστερής γωνίας της πλατείας, γιατί ο τσιφ έχει δώσει εντολή να μην στέκονται μετανάστες πάνω σε αυτήν. Η πλατεία πρέπει να είναι καθαρή. Τα όργανα της τάξης ήξεραν όταν ειρωνεύονταν τις ευρωπαίες δασκάλες γιατί μαθαίνουν αγγλικά στους αφγανούς και όχι στους έλληνες. Ήξεραν ότι το να μην ξέρεις μια γλώσσα σε αυτή τη γαμημένη χώρα που να μπορεί να σε θέτει σε τροχιά επικοινωνίας με τους γύρω σου σε κάνει πιο ευάλωτο, πιο υποτιμημένο, πιο φοβισμένο, πιο μόνο, πιο ξένο. Και αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι μόνο να ξεριζώσουν οποιοδήποτε υποψία κοινωνικής συναναστροφής αυτών των ανθρώπων σε ένα δημόσιο χώρο. Αλλά να τους κάνουν να νιώθουν συνεχώς συναισθηματικά μόνοι, χαμένοι.

Έλα, όμως, που την εφευρητικότητα τη συναντάς καθημερινά στα μυαλά και στις πράξεις των ανθρώπων της πλατείας. Όπως συναντούσες και τους ανθρώπους που στο χέρι τους βαστούσαν συνεχώς ένα σημειωματάριο που στις σελίδες του είχε σκαλισμένα φαρσί πλάι σε αγγλικά.

Η εφευρητικότητα είναι όπλο. Η επιθυμία και η ανάγκη θα αναζητήσουν διεξόδους.

Για την κυκλοφορία των αυτοεκδόσεων #2

exofilo 4_kostarika

«Περήφανη Κοσταρίκα», κυκλοφορεί το 4ο τεύχος, Μάρτιος 2016 (άσπρο-μαύρο, 32 σελίδες, Α5, φωτοτυπίες). Όποιος θέλει να ψαχτεί για το όνομα ας ανατρέξει στα τέλη Ιουνίου του 2014, στην «αρένα περναμπούκο» και κάτι θα καταλάβει…

Για την κυκλοφορία των αυτοεκδόσεων #1

kykloma1

Κύκλωμα. Γενάρης 2016. Χέρι με χέρι. Από φιλικά χέρια και μυαλά.

[άσπρο-μαύρο, Α5, 40 σελίδες, φωτοτυπία]

Πολύγλωσσος έρωτας.

Καθόταν κάποια ώρα στην πλατεία Βικτωρίας και η ορατή συνέπεια μίας συνάντησης που είχε καθυστερήσει ήταν ένα, μάλλον καθυστερημένο, γαργαλητό που είχε αρχίσει να νιώθει στο φάρυγγά του. Είχε επιλέξει αυτό το παγκάκι που ήταν αντίκρυ από την έξοδο του ηλεκτρικού σταθμού. Προς Πειραιά. Παρατηρούσε τους αφηρημένους περιπατητές της πόλης. Δοκίμαζε το μυαλό του με σπαζοκεφαλιές από ποιό κτίριο να έρχονται και σε ποιό κτίριο να πηγαίνουν. Κολλούσε με τις λεπτομέρειες των ρούχων τους. Μία κλωστή κρεμόταν εκεί, ένα μισοραμμένο κουμπί λίγο παραπάνω. Αλλά πεισματικά δεν έβαζε τον σκούφο του, ούτε σήκωνε τον γιακά του παλτού του. Δεν ήθελε να δώσει μια εικόνα «οχύρωσης» από τους πολύγλωσσους τύπους που κυκλοφορούσαν γύρω του. Θεωρούσε ότι θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα αντιρατσισμού. Τον έβλεπαν εξάλλου, έστω και φευγαλέα, τόσα μάτια που έβγαιναν από τις σκάλες του τρένου.

Δίπλα του καθόταν ένας τέτοιος πολύγλωσσος τύπος, με όχι πολύ περισσότερη εμπειρία από 20 χρόνια ζωής, και που δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Κρατιόταν ζεστός από τα ακραία-καιρικά-φαινόμενα για τα οποία μας είχαν ζαλίσει τις προηγούμενες ημέρες οι μετεωρολόγοι και ας μην είχε ακούσει αυτός τίποτε γι΄ αυτά. Κοιτούσε αφηρημένος στο βάθος, προς το άλλο παγκάκι όπου είχαν στριμωχτεί πέντε γερόντια και ας υπήρχαν θέσεις άδειες δίπλα μας. Δεν φανταζόταν να του περνούσε από το μυαλό ότι τα πέντε γερόντια μπορεί να ήταν λίγο ρατσιστές. Εκείνου ήταν το πρώτο πράγμα που του πέρασε βλέποντάς τους να στριμοκωλιάζονται λες και απέναντι από εκείνο το παγκάκι να ήταν η μόνη ανοιχτή τηλεόραση που θα έπαιζε το «καλημέρα ζωή».

Μετά από κανα 20λεπτο που ο καθένας τους κοιτούσε εκεί που ήθελε να κοιτάξει και μόνο κάτι εκατέρωθεν μισολοξές ματιές θυμίζανε ότι καθόντουσαν δίπλα-δίπλα, μία κοπέλα πλησίασε την πολύγλωσση μεριά του παγκακίου. Είχαν την οικειότητα του κοινού τόπου και της κοινής μοίρας. Είχαν την αυτοπεποίθηση των κοινών βιωμάτων. Η απαλή γκρίζα μαντήλα της χώθηκε κάτω από τον σκούφο του νεαρού. Έγειρε το κεφάλι της στον λαιμό του, ξετύλιξε με φιδίσεις κινήσεις το κασκόλ και άρχισε να του ψιθυρίζει τραγουδιστά τα πιο όμορφα αραβικά ερωτόλογα που είχαν ακούσει ποτέ τα παγκάκια της πλατείας. Τί κι αν δεν καταλάβαινε τη γλώσσα; Ένιωσε να γίνεται ραβασάκι των σχολικών χρόνων στις τσέπες πιτσιρικάδων που μόλις είχαν δει στο σινεμά το «A girl walks home alone at night». Του φάνηκε ότι είδε τους επιβάτες του ηλεκτρικού να στήνουν αυτοτελείς χορογραφίες στους ρυθμούς των ψιθύρων. Τα περιστέρια της πλατείας κυκλώνανε τη μουσική, και η μουσική τετραγώνιζε τις γωνίες όπου θα πηγαίνανε να θορυβήσουν. Έγινε ένα faber castell 2Β που μισοσκάλιζε στο χαρτί τους φθόγγους που γίνοταν εκείνος ο υπέροχος ήχος που άκουγε. Είδε τα παιδιά που καθόντουσαν δίπλα του να σβήνουν το τραγούδι αγγίζοντας τα χείλη τους, μπερδεύοντας τα ακροδάκτυλά τους και καταλήγοντας σε μία τρυφερή, τρυφερή αγκαλιά.