Αργιθέα.

Αργιθέα. Των σφυρηλατημένων, με τη μοναδικότητα εκείνων των βουνών, ανθρώπων. Στεκόμενη στο δυτικό κομμάτι των Αγράφων, οριοθετημένη με το μόνο τρόπο που μπορεί να γίνει αποδεκτός σε τούτα τα μέρη, με βουνά και ποτάμια. Νοτιοδυτικά από τον Αχελώο και την κορυφή όπου ο τσέλιγκας Ντεληδήμος είχε το μαντρί του, νοτιοανατολικά από το Βουτσικάκι, βόρεια και βορειοδυτικά από την Καραβούλα και τον Τύμπανο. Και στη μέση η Καράβα, η ψηλότερη κορυφή των Αγράφων, τραγουδισμένη από τον Στέργιο Βλαχογιάννη, περήφανη πλάι στην Οξυά την ζωγραφισμένη.

Εκεί στην βορινή πλευρά, το ξεκοίλιασμα του βουνού έχει ξεκινήσει εδώ και μήνες. Σε εκείνη τη θέση που το όνομά της –»Αέρας-Αφεντικό»– αποτυπώνει την κοινωνική ιστορία του τόπου, την παντοδυναμία και την αρχοντιά του δυνατού ανέμου και μόνο, με τη μνήμη των 43 χαμένων Αργιθεατών από τις σβάρνες του βουνού να φωλιάζει στις προφορικές διηγήσεις των ντόπιων, χρειάζεται θράσος για να σχεδιάσεις την κατασκευή αιολικού εργοστασίου και υποσταθμού ρεύματος. Όταν το θράσος της ΔΕΗ Ανανεώσιμες συναντάει τη φιλαργυρία του τοπικού αγροτικού συνεταιρισμού της Δρακότρυπας, τότε το αποτέλεσμα είναι μία βιομηχανική εγκατάσταση με ένα τσιμεντένιο κτίριο 800 τ.μ. και 8 ανεμογεννήτριες.

Το ραντεβού την επόμενη Κυριακή, 18 Ιουλίου, είναι εκεί, στα 1.800 μέτρα, στον τόπο της καταστροφής. Εκεί όπου, ήδη μέσα σε ένα μήνα από την προηγούμενη διαδήλωση, τα μπετά έχουν υψωθεί και τα τρυπάνια σκίζουν το βουνό για τις βάσεις των ανεμογεννητριών. Μπορεί οι πολισμάνοι στις αρχές του Ιούνη να εμπόδισαν με χημικά τη διαδήλωση να φτάσει στο σημείο των έργων, σίγουρα όχι επειδή ντρέπονταν γι΄αυτά και δεν ήθελαν να τα δούμε, ωστόσο και αυτή τη φορά ο στόχος θα είναι ένας.

Κουβαλώντας την αποφασιστικότητα μας για την υπεράσπιση των βουνών, τα κατάλληλα μέσα αυτοπροστασίας από τον ήλιο και τις κάμερες της αστυνομίας, υπνόσακο και σκηνή για διανυκτέρευση στα πάντα φιλόξενα διάσελα της περιοχής και με κρυφές ματιές στο μετεωρολογικό δελτίο, δίνουμε ραντεβού στα βουνά της Αργιθέας. Για να μην δούμε το επόμενο αιολικό εργοστάσιο να φυτεύεται απέναντι στο αλπικό τοπίο της Καράβας. Για να μην δούμε τα ποτάμια της Οξυάς, λίγο παρακάτω, να στερεύουν και να μετατρέπονται σε κλειστούς αγωγούς ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου, όπως συμβαίνει αυτές τις ημέρες με τον Άσπρο στο Καροπλέσι.

Η άκαμπτη γραμμή.

Σε ένα από τα στατιστικά διαγράμματα απεικόνισης της εξέλιξης της covid19 σε σχέση με τις δυνατότητες του ΕΣΥ, το σύστημα υγείας απεικονίζεται με μία ευθεία γραμμή, αμετάβλητη και άκαμπτη. Στην πραγματικότητα αυτό το διάγραμμα δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, πιο πολύ το συναντούσες κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown την άνοιξη, παρά στις ημέρες που διανύουμε. Και πώς να γίνει διαφορετικά όταν αυτή η γραμμή, ένα χρόνο μετά, θα έπρεπε να αρχίσει να κάμπτεται, να απεικονίζει τα πραγματικά δεδομένα του ΕΣΥ σε σχέση με τις ανάγκες του τώρα, αυτές που μας περιγράφουν με σαφήνεια οι υγειονομικοί, με τραγικότητα οι άνθρωποί μας που βρίσκονται στα νοσοκομεία. Το ερώτημα πώς γίνεται αυτή η γραμμή να παραμένει άκαμπτη έχει απαντηθεί: με τα εγκαίνια καινούργιων μονάδων εντατικής και αυξημένης φροντίδας χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητοι άνθρωποι για να τις στελεχώσουν. Με τις εσωτερικές μετακινήσεις υγειονομικού προσωπικού για να καλυφθούν τα κενά. Με τις ενημερώσεις της πολιτικής προστασίας που παίζει με τις ξυλομπογιές της αλλάζοντας χρώματα στον χάρτη και μαθαίνει πρόσθεση με τις νοσοκομειακές κλίνες. Με τους διασωληνωμένους εκτός ΜΕΘ και την άρνηση ένταξης μεγάλων ιδιωτικών ομίλων στο σύστημα περίθαλψης. Με τις μή προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.

Αυτό το τελευταίο. Οι προσλήψεις. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά να σου πει πόσες έχουν ή δεν έχουν γίνει, πολλές φορές ακόμα και οι ίδιοι οι άνθρωποι που το όνομά τους είναι σε μία από αυτές τις λίστες και περιμένουν. Εάν διαβάσεις εφημερίδες ένα σωρό διαφορετικά νούμερα πετιούνται από εδώ και από εκεί. Πρώτη ύλη για ασκήσεις αντιπολίτευσης ή συμπολίτευσης. Μία σκοπούμενη μυστηριακότητα τυλίγει το ζήτημα των προσλήψεων. Απογυμνώνεται μόνο όταν διαβάζεις τις αναμονές για μία θέση πνευμονολόγου στο Σωτηρία ή για πέντε θέσεις παθολόγου στο Γεννηματάς. Τα επίκαιρα της εβδομάδας ασχολούνταν με την επίταξη 206 ιδιωτών γιατρών. Αριθμός σημειολογικός: με την πρόσθεση των έξι -στο σύνολο- ο υπουργός της υγείας μάλλον ήθελε να μας επιδείξει ότι γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες του ΕΣΥ. Το καίριο ερώτημα το έθεσε ο γνωστός δημοσιογραφικός κόλακας του Σκάι που απορούσε τί θα τους κάνουμε όλους αυτούς γιατρούς, αν τους προσλάβουμε, μόλις τελειώσει ο κορονοϊός. Γιατί όπως θυμόμαστε όλοι και όλες μας στην προ-covid εποχή όταν πηγαίναμε στα νοσοκομεία μπαίναμε σε πεντάστερο, σαν εκείνο «το πρότυπο θεραπευτήριο» στο Μαρούσι.

Το νοσοκομείο είναι ένας σύνθετος και πολύπλοκος αλλά πάνω απ΄όλα ζωντανός οργανισμός. Οι σχέσεις στο εσωτερικό του είναι ανταγωνιστικές, είναι ταξικές. Και είναι αυτές οι σχέσεις που προσπαθούν τους τελευταίους μήνες με τις κόντρες που βγάζουν να κάνουν εύκαμπτη την αμετάβλητη γραμμή του ΕΣΥ στα στατιστικά διαγράμματα. Οι διεκδικήσεις για προσλήψεις μόνιμου υγειονομικού προσωπικού. Η ανάγκη επίταξης μεγάλων ιδιωτικών νοσοκομείων. Η διεκδίκηση για μισθολογικές αυξήσεις, όχι μόνο των υγειονομικών αλλά και αυτών που ονομάζονται «παραϊατρικό προσωπικό». Ο πανελλήνιος ιατρικός σύλλογος ο οποίος αυτήν την εβδομάδα εναντιώθηκε στην επίταξη των ιδιωτών γιατρών, θυμάται κανείς ή καμιά τον περασμένο Νοέμβρη (όταν είχε γίνει το πρώτο κάλεσμα σε ιδιώτες γιατρούς από το υπουργείο) τί όρους είχε θέσει για να ενταχθούν τα μέλη του στο ΕΣΥ; Μεταξυ άλλων, μηνιαία αποζημίωση 50% παραπάνω απ’ όσα πρότεινε η πράξη νομοθετικού περιεχομένου (δηλαδή 3 χιλιάρικα καθαρά, αφορολόγητα+αποζημίωση εφημεριών+αμοιβή για κατ’ οίκον επίσκεψη+δικαίωμα επιλογής πλήρους ή μερικής απασχόλησης+επίδομα στέγης). Και η προϋπηρεσία στο ΕΣΥ να προσμετράται ως πενταπλάσια του χρόνου σύμβασης. Προφανώς, λοιπόν, και δεν μιλάνε όλοι οι υγειονομικοί από την ίδια θέση.

Στα τέλη του περασμένου φθινοπώρου, οι άνθρωποι που συζητούσαμε και γράφαμε το τρίτο τεύχος της «γραμμής 15», στο πλαίσιο της έρευνας που κάναμε για το ΕΣΥ μαθαίναμε πώς διάφοροι πανεπιστήμονες προσπαθούσαν να μη γίνουν οι κλινικές τους covid, πώς οι διοικήσεις των νοσοκομείων ήταν απούσες από την οργάνωση της πρώτης γραμμής, πώς ένα επίδομα του Νιάρχου έγινε αφορμή σφαγών για το ποίος θα πάρει τα φράγκα. Μαθαίναμε όμως και πώς κάποιοι υγειονομικοί οργανώθηκαν και μάζεψαν οι ίδιοι χρήματα για να δώσουν στις εργολαβικές καθαρίστριες που βρέθηκαν έξω απ΄αυτό το επίδομα, πώς οι νοσηλευτές και οι νοσηλεύτριες αποτελούν την καρδιά του συστήματος λειτουργίας των κλινικών και των ΜΕΘ, πώς η «λάμψη» των υγειονομικών αποδείχθηκε ολίγον ραδιενεργή κουβαλώντας την covid συνθήκη του νοσοκομείου στην καθημερινότητά τους, ζώντας (σ)την κοινωνική απομόνωση.

Στην αυτοοργανωμένη δομή υγείας που είχαμε στήσει για κάμποσα χρόνια στο κατειλημμένο πέτρινο σπίτι της καρδιάς μας στα Άνω Πετράλωνα, βάζαμε μπροστά πώς μπορούμε να έχουμε λόγο για το σώμα μας και την υγεία του και εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες, όχι μόνο οι «ειδικοί». Σήμερα που οι πολιτικές της υγείας εξασκούνται με παρρησία πάνω στα σώματά μας, πάνω στο μυαλό μας είναι κάτι παραπάνω από ανάγκη να διεκδικήσουμε να έχουμε τον λόγο που μας αναλογεί. Και να σταθούμε δίπλα στους εργαζόμενους και στις εργαζόμενες στην υγεία που βάζουν τις δικές τους κόντρες. Που είναι και δικές μας. Και καλό είναι να τις θυμόμαστε και όταν «περάσει αυτό».

* την έρευνα «η περίθαλψη σε ISOBOX» μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Νεο-πολαρ στα χρόνια του δύοχιλιάδεςείκοσιένα.

Ο Ζαν Πατρίκ σκυμμένος μπροστά στην γραφομηχανή του, μία hermes 3000. Στο δεξί του χέρι τραβάει μία τζούρα τσιγάρο. Ένα τετράδιο ανοιχτό λίγο παραδίπλα. Στο φόντο ο τοίχος έχει το χρώμα των νυχιών των καπνιστών, κακοπαθημένος σε μια γωνιά από τον αέρα του λιμανιού που πέρα από αλάτι και υγρασία φέρνει μαζί του και τα προβηγκιάνικα των βατσιμάνηδων. Τα γαλλικά της Μασσαλίας, όπως τα λένε και στο Παρίσι. Το βλέμμα καρφωμένο στον κύλινδρο της γραφομηχανής.

Η αρχή, η μέση ή και το τέλος της συγγραφής ενός μυθιστορήματος που θα διαβαστεί, θα μεταφραστεί. Εδώ στα μέρη μας θα τυπωθεί σε χαρτί latina 100 γραμμαρίων ευρωπαϊκό, από γνωστό εκδοτικό οίκο ψηλά στην Ζωοδόχου Πηγής. Στο οπισθόφυλλο η ιστορία θα συνοψίζεται γύρω από ένα πάνθεον τυχαιοτήτων που συνθέτουν τους πρωταγωνιστές. Ένα χαμένο πορτοφόλι στο σημείο του γεγονότος για το οποίο ο ιδιοκτήτης του αργότερα μέσα στην μέρα θα κάνει δήλωση κλοπής. Μία τυχαία συνάντηση ενός νεαρού με τον πρώην της αδερφής του, ο οποίος λίγη ώρα αργότερα θα τον καταγγείλει. Και ένας τρίτος που δρούσε με το κινητό του τηλέφωνο στην τσέπη, σε ανοιχτή ακρόαση.

Οι συχνά μοιραίες διασταυρώσεις των μυθιστορηματικών χαρακτήρων στο έργο του Μανσέτ συναντούν την στρατηγική της ανατρεπτικής υπονόμευσης του τμήματος προστασίας πολιτεύματος στα πραγματικά χρονιά του δύοχιλιάδεςείκοσιένα.

Καλή Κυριακή.

Καλή Κυριακή. Με αυτές τις δύο κουβέντες τελείωσε την τηλεφωνική συνομιλία. Είχε την υποψία ότι αυτή η εγκαρδιότητα που τύλιγε κάθε έναν φθόγγο αυτών των λέξεων ήταν απόρροια των προσδοκιών με τις οποίες έντυνε συνήθως αυτήν την ημέρα. Παρόλο που δεν υπήρχε καμία πιθανότητα ο λεπτοδείκτης να κάνει κάποιους παραπάνω από χίλιουςτετρακόσιουςσαράντα κύκλους γύρω από τον εαυτό του, παρόλο που ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος γρατζουνούσε με διαφορετικό ήχο τις ράγες κάθε ξημέρωμα Δευτέρας, η Κυριακή ήθελε να είναι καλή. Σχεδόν ψυχαναγκαστικά, έπρεπε να είναι καλή.

Το σούρουπο της πρώτης Κυριακής, ενός τυχαίου Μάρτη, σε μία εποχή όπου καθόλου τυχαία οι βεβαιότητες έχουν πάψει να ισχύουν, τον βρήκε να γυρίζει το κλειδί στην εξώπορτα. Απλώθηκε στην poang κουνιστή πολυθρόνα. Η εφημερίδα έχασκε στο τραπεζάκι μπροστά του σχεδόν ατσαλάκωτη, ένα κυριακάτικο τελετουργικό ξεπερασμένο από την ίδια την ημέρα που προηγήθηκε. Δεν είχε καν σημασία να κοιτάξει ποια έκδοση ήταν, τα πιεστήρια των τυπογραφείων είχαν προ πολλού τραβήξει άλλον δρόμο από τότε που έλαχε να βρουν τη δημοσιογραφία να αποκοιμιέται με την φωτοτυπική σιγουριά των δελτίων τύπου της γενικής αστυνομικής διεύθυνσης. Οι σελίδες της μπουκωμένες από ιδεολογία σε τέτοιο βαθμό που η πραγματικότητα των γειτονιών δεν μπορούσε να χωρέσει ούτε σε ένα μονόστηλο, παραδίπλα από τις αγγελίες των κοινωνικών. Πώς μερικές άνευρες αράδες να σου εξηγήσουν ότι στις πλατείες των γειτονιών το διακύβευμα δεν είναι η εφαρμογή κάποιων υγειονομικών μέτρων που ούτως ή άλλως χορεύουν τανγκό με την κοινή λογική αλλάζοντας τους βηματισμούς τους κάθε εβδομάδα, αλλά η πειθάρχηση σε ένα δόγμα δημόσιας τάξης, το οποίο ξερνιέται με ξεδιάντροπες φράσεις για τους μυημένους και βρίσκει την υλική του έκφραση σε καμπόσους μάτσο κάγκουρες με στολές και παπάκια; Εδώ δεν κατάφερε η σαφήνεια των βίντεο να κάνουν τα ψέματα να ντραπούν, να κρυφτούν, έστω να αφεθούν στην άκρη για την επόμενη φορά.

Ένα αφήγημα δεν χρειάζεται απαραιτήτως να έχει κάποια συνέχεια, ούτε να εφάπτεται στην κοινή λογική. Σύμπτωμα της εποχής. Χρειάζεται απλά κάποιον χρόνο για να συγκροτηθεί και να εκφραστεί. Το ακροατήριό του καρτερά. Ένας ακόμα λόγος για να μισήσει την Δευτέρα. Ήξερε ότι αξημέρωτα στις πρωινές ενημερωτικές ζώνες θα υφαίνονταν η αντεπίθεση. Γκριζομάλληδες ευυπόληπτοι παρουσιαστές πουλάνε επιχειρήματα τάξης και ασφάλειας σε μεσήλικες υπνωτισμένες φιγούρες που σηκώνονται ενστικτωδώς από τον καναπέ για να επιβεβαιώσουν ότι έχουν γυρίσει έξι φορές το κλειδί στις πόρτες των διαμερισμάτων τους. Στα τηλεπαράθυρα παρουσιάζονται με ονοματεπώνυμο οι φάκελοι της ασφάλειας, οι εξηγήσεις για το πώς αυτοί φτάσανε στα χέρια ενός βουλευτή είναι μάλλον πλεονασμός. Ο τοπικός δήμαρχος νιώθει καλά εξιστορώντας στην κάμερα την καριέρα που ξεκινάει ως δρομέας των ίσων αποστάσεων. Το δεξί χέρι ενός δεξιού πρωθυπουργού, σαν πεισμωμένος αναγνώστης του Τσέζαρε Λομπρόζο, θεωρεί ότι το χέρι ενός αντιεξουσιαστή που βρέθηκε σε μία πλατεία ένα κυριακάτικο μεσημέρι, εκ γενετής εγκληματικό, όταν βλέπει έναν αστυνόμο είναι αναπόφευκτο να θέλει να του πάρει το όπλο. Η κυβερνητική εκπρόσωπος ενοχλήθηκε από τις εικόνες που είδε. Σα μία ενοχλητική καούρα στο στομάχι που αναζητά μία κούπα φασκόμηλου. Ο υπουργός της δημόσιας τάξης δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άσκοπη βία. Για την σκοπούμενη βία δεν θα τοποθετηθεί, στην περίπτωσή μας εξάλλου έχει φορτωθεί στον δαρμένο και στους υπόλοιπους συλληφθέντες.

Απέναντι ο Μπάμπης άπλωνε τα ασπρόρουχα στην ταράτσα. Το πρωί θα ανέβαινε ξανά με την καρέκλα του και θα συνδιαλεγόταν μέσω τάι τσι με τον Υμηττό. Εάν μπορούσε να πει ότι το σώμα του είχε φτάσει σε μία δείνα κατάσταση αρμονίας αρκετά κολακευτική για την πρώιμη έβδομη δεκαετία της ζωής του, δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει το ίδιο για τα άλλα δύο σκέλη του τριπτύχου, του νου και του πνεύματος. Ο Μπάμπης, θεωρώντας την Δεξιά μία οικογενειακή κληρονομιά ισάξια με ένα οικόπεδο με θέα τον Παγασητικό που περίμενε να μπει στο σχέδιο πόλης, είχε μάθει με την λέξη «ανάρχας» να περιγράφει οτιδήποτε παραστρατούσε από το πατρίς-θρηκεία-οικογένεια. Η γραφική ηχώ της λέξης συγκροτεί τις επικίνδυνες γραφικότητες του σήμερα. Ο Μπάμπης είναι κομμάτι αυτού του κοινωνικού σώματος που μετακινείται σαν πολεμική τριήρης στα δεξιά (και παραπέρα) της πολιτικής. Είναι το ηθικό, υλικό και πολιτικό στήριγμα του δόγματος της δημόσιας τάξης. Είναι η λαϊκή του βάση, η κατάντια συγκροτημένη γύρω από τη μνήμη προγενέστερων εμφυλιοπολεμικών δεκαετιών, γύρω από προσοδικούς μηχανισμούς του σήμερα, που δεν υπάρχει πιθανότητα να μεταπεισθεί.

Τον έπιασε μία φλυαρία. Άρχισε να σκέφτεται φωναχτά. Η διαρκής μετατόπιση της πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από το δίπολο κυβέρνησης/αντιπολίτευσης φανερώνει αφενός φοβίες και αφετέρου επιθυμίες. Φοβίες κυβερνητικές ότι τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα εάν παραδεχτούμε ότι οι διαμεσολαβήσεις δεν μπορούν δουλέψουν. Κάπως έτσι τέθηκε και το ερώτημα του αυθόρμητου της απογευματινής πορείας στην Ν. Σμύρνη, εκχυδαϊσμένο μέσα από το γελοίο «πότε πρόλαβαν και έφτιαξαν πανό;». Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι η αντιπολίτευση, ότι αυτή βρίσκεται πίσω απ΄όλα αυτά, γιατί έτσι μπορεί εγκιβωτιστεί η πραγματικότητα.

Επιθυμίες αντιπολιτευτικές, όχι για να συνομιλήσουν με αυτούς που δέχονται την επίθεση αλλά για να βρουν τους χειρισμούς που θα τους ξαναφέρουν σε θέση εξουσίας, εξού και τα εβδομαδιαία αιτήματα για παραίτηση της τάδε ή του δείνα υπουργού. Μόνο που αμφότεροι ξέρουν ότι οι φιγούρες στους δρόμους και στις πλατείες δεν τρέφουν πολλές συμπάθειες για όσους μιλούν τη γλώσσα της εξουσίας. Και γι’ αυτό αποτελούν πρόβλημα. Γι’ αυτό θα πρέπει ακόμα και να μην είναι με τον έναν, τουλάχιστον ας είναι με τον άλλον. Μόνο έτσι μπορούν να διαχειριστούν.

Πονοκέφαλος. Η μπαταρία στο pritech ραδιοφωνάκι ξελιγώθηκε, μία τύπισσα που τσίριζε εδώ και ώρα στο τρίτο πρόγραμμα αρχίζει να σβήνει σα να χώνεται κάτω από το πάπλωμα. Περίμενε λίγο. Πριν φύγεις να σου κάνω μία τελευταία ερώτηση: γιατί όλη μέρα σήμερα οι μάρτυρες της αστυνομικής βίας μιλάνε στις τηλεοπτικές κάμερες με γυρισμένη την πλάτη; Γιατί φοβούνται; Γι’ αυτό σου λέω, νισάφι πια, με αυτή την χούντα. Και η δημοκρατία καλά την κάνει τη δουλειά της. Σιωπή, στους 95,6 μεγακύκλους.  

Λέξεις του χιονιού.

Δεν μπορούσε να επαναφέρει στη μνήμη του την τελευταία φορά που είχε δει την πόλη να ξυπνάει έτσι μαζικά, τόσο πρωί, χωρίς να έχει να πάει στη δουλειά της. Οι άνθρωποί της να αποκτούν προτεραιότητα απέναντι σε διστακτικά τροχοφόρα, καταμεσής των δρόμων. Να ξεχύνονται σε κάθε στενό, η αναζήτηση πεζόδρομων και πλατειών είναι ένας πλεονασμός αχρείαστος για την περίπτωσή. Τα τρανταχτά γέλια, οι φωνές, οι αυτοσχεδιασμοί να κροταλίζουν την ησυχία που απλωνόταν μαζί με το χιόνι. Οι μάσκες χαμηλά. Ήταν η μέρα που κοιτώντας τα μάτια μπορούσες να αφήσεις κατά μέρος τις μαντεψιές, άραγε πώς χασκογελούν παρακάτω τα χείλη, πώς μοιάζουν τα μουστάκια που δεν αποτριχώθηκαν, τα αξύριστα μούσια, τα ανομοιόμορφα πηγούνια, οι επιδερμίδες. Ήταν η μέρα που ο άλλος σε έβλεπε να πλησιάζεις και δεν άλλαζε από φόβο πεζοδρόμιο. Λίγο η δυσκολία της ξαφνικής αλλαγής κατεύθυνσης, λίγο η διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Η κοινωνικότητα κοιτούσε έκπληκτη τα βήματα προς την επανεφεύρεσή της.

Οι λίγοι μανάβηδες της γειτονιάς ξεπουλήσανε από καρότα. Οι ιδιοκτήτες της διπλανής πόρτας δεν σε στραβοκοιτάζανε όταν πλησίαζες το παρκαρισμένο αμάξι τους και άπλωνες τις χούφτες σου σε αυτό. Στο μάρκετ οι υπάλληλοι ήταν αφηρημένοι και δεν είχαν στο νου τους να «εξυπηρετήσουν καλά» τους πελάτες. Τα πιτσιρίκια οργάνωσαν τις κοπάνες τους στην εποχή της τηλεκπαίδευσης και το μεσημέρι οι χιονίστρες στα δάχτυλά τους έκαναν αδύνατη τη χρήση του πληκτρολογίου, δηλώνοντας απών από το δρακουμελικό ραντεβού που τους είχε δώσει μέσω σόσιαλ μήντια η υπουργός παιδείας. Στην Τρώων ένα χιονοδόφραγμα έκλεινε τον δρόμο. Γιατί, έτσι. Οι δρόμοι άδειοι από ένστολους, η πολιτική προστασία πιθανόν σήμερα θα μπορούσε να μετρήσει τις λιγότερες άδειες που έχουν ζητηθεί για την κατοχύρωση της κυκλοφορίας στην πόλη. Σε δύο εβδομάδες θα μπορούσε να είναι η σειρά της να πάρει ρεβάνς, να κατηγορήσει την μέρα της ανεμελιάς μας ως αιτία για την «αύξηση των κρουσμάτων».

Ένιωσε λίγο καλύτερα που δεν είδε παπιά να προσπαθούν με το βάδισμα της χήνας να παραδώσουν εμπορεύματα. Χαμογέλασε σε εκείνους τους μεσήλικες που ανέβαιναν στου Φιλοπάππου ξεσκονίζοντας τα μπατόν στα χέρια. Τίναξε τα λυγισμένα απ΄το βάρος του χιονιού δέντρα που έκλειναν το μονοπάτι. Στο βάθος, στον Ελαιώνα, τα αντίσκηνα στο camp, λυγισμένα επίσης από το βάρος του χιονιού, με ανθρώπους μέσα σε αυτά λυγισμένους από το κρύο και τον εγκλεισμό, επιτάσσουν το τίναγμα των ντόπιων κανιβάλων και της οργανωμένης κρατικής (αντι)μεταναστευτικής πολιτικής.

Το απέναντι παράθυρο καδράριζε την εικόνα μιας κυρίας φτιασιδωμένης με στρώσεις υφασμάτων επάνω της. Οι χάρτες ενεργειακής φτώχειας αυτής της πόλης που δημοσιεύτηκαν σε ανύποπτους χρόνους συμπυκνώνουν πολλές και διαφορετικές ιστορίες διαμερισμάτων με ελάχιστες υποψίες θέρμανσης. Αυτός κάποτε τις κρύες μέρες του χειμώνα τις έβγαζε στην βιβλιοθήκη της σχολής. Μία τέτοια μέρα, σιχτίρισε που θα έμενε μακρυά απ΄τα ζεστά – και μόνο γι΄αυτό – γραφεία της εταιρείας. Ένιωσε το αδιέξοδο των συνταξιούχων χωρίς την ξυλόσομπα του καφενείου. Και με μία προ-σύνταξη στο πορτοφόλι τους.

Ξάπλωσε στο απάτητο χιόνι, κάτω από τις φραγκοσυκιές. Σκέφτηκε πόσες διαφορετικές λέξεις έχουν οι Σάμι και οι Ινουίτ για να περιγράφουν το χιόνι, τον πάγο, τους ταράνδους. Το κοινωνικό τους περιβάλλον. Σκέφτηκε πόσο φτωχό είναι το δικό μας λεξιλόγιο για να περιγράψει την οριοθέτηση και τον έλεγχό της κοινωνικής μας αναπαραγωγής τους τελευταίους μήνες. Πόσο χρειάζεται να ερμηνεύσουμε, να κοπιάσουμε για να εφεύρουμε λέξεις με περιεχόμενο, θελκτικές πρώτα για εμάς τους ίδιους, για εμάς τις ίδιες. Και έπειτα για να (μας) εμπνεύσουν πράξεις. Γιατί χιόνι είναι και θα λιώσει.

Η φύση παραδίδει αντιμαθήματα χωροταξίας.

Την περασμένη Πέμπτη μόλις είχαμε κατέβει από μια πεζοπορία στον Καταραχιά και στην Νιάλα, όταν και ξεκίνησαν οι πρώτες χοντρές σταγόνες της βροχής. Όλα τα καλά λόγια που εκείνο το απόγευμα απλόχερα μοιράσαμε στα βαριά σύννεφα που μας καρτερούσαν να φτάσουμε στο αμάξι προτού ξεσπάσουν, αργότερα θα τα παίρναμε πίσω. 36 ώρες έκαναν από εκείνη τη στιγμή μέχρι να σταματήσουν να ξερνούν νερό και να σπέρνουν λάσπη και καταστροφή σε χωριά, δρόμους, σπίτια και καταστήματα. Η Καράμπαλη έσπασε και η Καρδίτσα γέμισε με νερό πιο γρήγορα και απ΄όσο χρόνο χρειαζόσουν για να βάλεις το κλειδί στην μίζα και να πας να σώσεις το όποιο ισόγειό σου. Η πόλη δύο μέρες χωρίς ρεύμα και νερό. Τα χωριά και οι οικισμοί στα βουνά, στον Ίταμο και στα Άγραφα, ακόμα περισσότερες, κάποια μέχρι και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν την πόλη η λέξη φτώχεια μπορεί να διαλέξει πολλούς συνοδούς. Φτώχεια κοινωνική, φτώχεια οικονομική, φτώχεια πολιτιστική. Ανεργία και πρέζα. Χωράφια και αλκοολισμός. Οικογενειακοί δεσμοί και όνειρα μιας αυτόνομης ζωής. Και όπως σε κάθε μικροκοινωνία μια σειρά πολιτικών παραγόντων υπόσχονται διαμεσολαβήσεις για να φτιάχνουν τους δικούς τους παρατρεχάμενους, τους δικούς τους κομματικούς στρατούς. Έτσι το αυτονόητο μετατρέπεται σε κατόρθωμα. Δεν είναι είδηση να βγαίνει ο διευθυντής του γραφείου τύπου της ΝΔ και να σου λέει ότι ο Μητσοτάκης βρέθηκε στην Καρδίτσα την «δεύτερη εργάσιμη ημέρα». Είδηση είναι οι γελοίοι κομματικοί κλακαδόροι που βρέθηκαν την Τρίτη το πρωί έξω από το δημαρχείο για να γεμίσουν το φόντο της πρωθυπουργικής επίσκεψης. Δεν είναι είδηση ο απεγκλωβισμός κατοίκων της Οξυάς με ελικόπτερο, αλλά ότι αυτό συνέβη τρεις ημέρες αργότερα επειδή έπρεπε να επιβαίνουν σε αυτό ο Χαρδαλιάς και ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Αγοραστός. Αυτός ο τύπος ο οποίος μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή δήλωνε επανειλημμένα ότι δεν είναι δική του αρμοδιότητα η οργάνωση του απεγκλωβισμού όσων ανθρώπων το ήθελαν, αλλά του δήμου. Και αναρωτιόταν δημόσια αν έχουν νερό και ότι εντάξει, νερό θα έχουν μάλλον, απλά θέλουν περισσότερο. Σε τέτοιες οριακές στιγμές η γλώσσα της εξουσίας απογυμνώνεται από τα political correct των, χτενισμένων από επικοινωνιολόγους, λόγων.

Το ξελάσπωμα και το ξεμπάζωμα δίνει βηματισμό στην αλληλεγγύη. Αυτός ο βηματισμός πρέπει να πιάσει τον ρυθμό της συλλογικής διεκδίκησης. Δεν μπορούμε όλοι μαζί. Δεν μπορούμε μαζί με τον μαυραγορίτη φούρναρη που πουλάει το ψωμί 3 ευρώ. Δεν μπορούμε μαζί με τις κρατικές υπηρεσίες που δίνουν επιλεκτική βοήθεια στους «φίλους» και «γνωστούς». Δεν μπορούμε μαζί με την μεταφορική του Γιαννακού που ανακοινώνει δωρεάν μεταφορά βοήθειας στην πόλη και παράλληλα είναι αυτή που σχεδιάζει να σχίσει τα Άγραφα (και σε άλλες περιοχές ήδη το κάνει) μεταφέροντας τον εξοπλισμό των ανεμογεννητριών. Δεν μπορούμε μαζί με τις ανακοινώσεις συμπαράστασης της ΔΕΗ Ανανεώσιμες που κατασκευάζει το αιολικό πάρκο στον Τύμπανο της Αργιθέας, πάνω από την κατεστραμμένη Οξυά.

Αν πάμε την κουβέντα στο βουνό ένας κόμπος στέκεται στον λαιμό. Οικισμοί και χωριά, χρόνια τώρα ανύπαρκτα για την κεντρική εξουσία, στηριγμένα στους ανθρώπους τους, οι οποίοι στην καμπούρα τους πέρα από τα πολλά τους χρόνια κουβαλάνε την ευθύνη και τη ζωντανή ιστορία αυτών των τόπων. Δεν ήταν καθόλου έκπληξη τα λόγια του Φίλιππα, όταν ξαναλειτούργησαν τα τηλέφωνα στα Βραγγιανά, «να, εδώ, ένα συνεργείο με ανθρώπους του χωριού προσπαθούμε να ξανασυνδέσουμε το νερό». Σε αυτά τα μέρη εάν δεν οργανωθείς δεν θα έχεις να πιεις. Ξέρουν να διαβάζουν και να προστατεύουν τον τόπο τους. Είναι οι άνθρωποι που επιμένουν, φιλόξενοι για όποιον βρεθεί στο διάβα τους, τα ανοιχτά μάτια και αυτιά εδώ και δυο χρόνια απέναντι στους επενδυτές που θέλουν να πατήσουν πόδι στις βουνοκορφές. Όλες αυτές τις ημέρες η αγωνία ξεροστάλιαζε σε ακουστικά τηλεφώνων μέχρι να πιάσουν οι γραμμές και να πούμε δύο κουβέντες. Είναι οι άνθρωποι που έχουμε μοιραστεί βιώματα, στα Βραγγιανά και στην Οξυά, στο Πετρίλο και στο Νεοχώρι, στην Πλάκα και στην Φτέρη, στο ορειβατικό καταφύγιο και στο Μέγα Ρέμα.

Τα βουνά άλλαξαν. Τα μονοπάτια που ξέραμε δεν υπάρχουν, τα γεφύρια που ξαποστάσαμε ή απλά προσπεράσαμε έχουν χαθεί, δασικοί δρόμοι έχουν ξαναγίνει πλαγιές των βουνών. Η φύση παραδίδει αυστηρά αντιμαθήματα χωροταξίας απέναντι σε όσους σχεδιάζουν να σχίσουν τα βουνά με δεκάμετρους δρόμους για να φτάσουν ανεμογεννήτριες στις βουνοκορφές. Και να στήσουν μικρά υδροηλεκτρικά εργοστάσια στους χειμάρρους και στους ποταμούς. Σε πείσμα όλων αυτών οι οικισμοί θα ξαναστηθούν και οι ζωές θα συνεχίσουν εκεί πάνω. Θα βάλουμε όλοι χέρια. Έχουμε να κερδίσουμε και να μάθουμε πολλά. Από τα βουνά και τους ανθρώπους τους.

[φωτογραφία, ξαπόσταμα λίγη ώρα πριν το χάος δίπλα στον «παγωμένο αντάρτη», όπως φαίνεται από την μεριά του αυχένα της Νιάλας. Το ιστορικό μονοπάτι που ξεκινάει από τα Βραγγιανά και ανεβαίνει στην Νιάλα περνώντας από εκεί, δίπλα από τον έλατο, πλέον σε σημεία του δεν υπάρχει.]

Μια καλή είδηση από την Χιλή.

Το παρακάτω κείμενο κυκλοφορεί ανάμεσά μας, μέιλ με μέιλ. Το ενδιαφέρον του είναι ότι απαντάει σε ένα ερώτημα που μάλλον έχει τριγυρίσει αυτές τις ημέρες στο μυαλό κάποιων: στην Χιλή τί γίνεται; Στην πραγματικότητα, αυτό το εδαφικοποιημένο ερώτημα αγγίζει εκείνο το κομμάτι των σκέψεων που (πρέπει να) κάνουμε για το πώς οι αγώνες του πριν συνεχίζονται ή συναντώνται μέσα σε αυτή την ιδιόμορφη συνθήκη έκτακτης ανάγκης που απαντάει σε ένα υγειονομικό ερώτημα με όρους δημόσιας τάξης. Οι ιστορίες του κινήματος από την Χιλή μας διηγούνται πώς σε ένα υγειονομικό ερώτημα μπορείς να απαντήσεις με όρους υγειονομικούς, με τρόπους αυτοοργανωμένους, αξιοποιώντας τις κοινότητες που είχες χτίσει όλο τον προηγούμενο καιρό. Ένα ευχαριστώ στην Ε. Μ. για τη συγκέντρωση και μετάφραση της πληροφορίας (και την ευκαιρία που έδωσε για αναδημοσίευση εδώ). Η αρχική φωτογραφία είναι από τον Συντονισμό Τοπικών Συνελεύσεων: «επιστρέψαμε στον φόβο, ξεχάσαμε την οργή, ας μην ξεχνάμε το σημαντικό. Ας το κάνουμε να αξίζει, καραντίνα δημιουργική, καραντίνα αντίστασης».

 

Η εξέγερση δεν σβήνει όταν σβήσουν οι φλόγες: Η Χιλή τις μέρες του κορονοϊού

Η πανδημία παρουσιάστηκε σαν μια μεγάλη ευκαιρία για τους κυβερνώντες στη Χιλή, σαν την μοναδική ευκαιρία για να καταφέρουν ότι δεν κατάφερε η πιο βάρβαρη καταστολή επί 5 μήνες: να βγάλουν τον κόσμο από τους δρόμους, να παραλύσουν αυτήν την τεράστια κοινωνική έκρηξη. Αλλά μια τέτοια εξέγερση δεν σβήνει όταν σβήσουν οι φλόγες, όπως μάλλον πίστεψε ο Πινιέιρα που, από την πρώτη νύχτα του υποχρεωτικού εγκλεισμού -ελέω κορονοϊού- των κατοίκων, έσπευσε να βάλει το στρατό να πλύνει την Πλατεία της Αξιοπρέπειας [1] να σβήσει τα σύμβολα της εξέγερσης και να φωτογραφηθεί ο ίδιος, ως άλλος κατακτητής, στο κέντρο της άδειας πλατείας (χειρονομία τόσο προκλητική στο συμβολισμό της που ακόμα και τα αστικά κόμματα που ήταν ενάντια στην εξέγερση την κατέκριναν).

Στις 18 Απρίλη συμπληρώνονται 6 μήνες από την αρχή της εξέγερσης.  Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δε μιλούν πια για την εξέγερση, συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρξε. Και πολλοί από  μας, εν μέσω κορονοϊού,  θα αναρωτιόμαστε τι απέγιναν αυτά τα εξεγερμένα πλήθη που μόλις ένα-δύο μήνες πριν κατέκλυζαν τους δρόμους και τις πλατείες της Χιλής.

Η απάντηση έρχεται από τους ίδιους: «Η πανδημία δεν θα μας κάμψει. Ανοίγει για μας ένα καινούργιο μέτωπο, είναι αλήθεια, αλλά η εξέγερση δημιούργησε τέτοιους δεσμούς ανάμεσά μας που νιώθουμε δυνατοί να ριχτούμε και σε αυτή τη μάχη…. Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να είμαστε στο δρόμο και στις πλατείες αλλά η εξέγερση έχει πολλά πρόσωπα και τους δικούς της τόπους και δημιουργεί και δικούς της καινούργιους τρόπους. Οι ομάδες έχουν μεταφέρει τις δράσεις τους στις γειτονιές που ζουν, και οργανώνουν την αντίσταση μαζί με τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις (Asambleas Populares Territoriales). [2] Τα μέτωπα τώρα είναι δύο: αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση και στήριξη του λαού στον αγώνα ενάντια στον κορωνοϊό στις γειτονιές», λέει ένα μέλος του Συντονιστικού Τοπικών Συνελεύσεων (Coordinadora de Asambleas Territoriales)

 

Κίνημα Υγεία σε Αντίσταση (Movimiento Salud en Resistencia-MRS):

Ίσως θυμόμαστε από φωτογραφίες στο διαδίκτυο ομάδες νέων, τις μέρες της εξέγερσης, με αυτοσχέδιες ασπίδες και στολές που έφεραν σαν διακριτικό έναν κόκκινο σταυρό. Οι ομάδες πρώτων βοηθειών του κινήματος: γιατροί, φοιτητές  και φοιτήτριες ιατρικής, νοσηλευτές, εθελοντές στην πρώτη γραμμή για μήνες, φροντίζοντας τους τραυματισμένους, μοιράζοντας υλικά προστασίας, συμμετέχοντας στην εξέγερση, εξεγερμένοι και οι ίδιοι.

Αυτό που ξεκίνησε στις 18 Οκτώβρη σαν μια ομάδα αγνώστων που αυτοσχεδιάζοντας οργανώθηκαν επί τόπου, στο δρόμο, για να προσφέρουν πρώτες βοήθειες στον εξεγερμένο λαό, εξελίχτηκε σε ένα πολυδιάστατο και στρατευμένο κίνημα  για το δικαίωμα στην υγεία και στην αξιοπρέπεια

Και σήμερα μπαίνει ξανά στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στον κορονοϊό δημιουργώντας μαζί με τις τοπικές λαϊκές συνελεύσεις παράλληλες δομές υγείας:

 

Καμπάνια Ο Λαός φροντίζει το Λαό

Η «Καμπάνια Ο Λαός Φροντίζει το Λαό», γεννήθηκε για να δώσει απάντηση στα επείγοντα προβλήματα που έφερε η πανδημία του κορονοϊού.

Με  κεντρικό σύνθημα «Οι στρατιωτικοί δεν είναι η θεραπεία – Καραντίνα Αυτοδιαχειριζόμενη», το Κίνημα Υγεία σε Αντίσταση (MSR) σχεδίασε και έβαλε σε πράξη αυτήν την πολυεπίπεδη καμπάνια που έχει σα στόχο «μία απάντηση, τεχνική, κοινωνική και πολιτική απέναντι στην πανδημία: να ενημερώσει τους πληθυσμούς των γειτονιών, να στήσει ένα δίχτυ πρόληψης που θα ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της ασθένειας στις κοινότητες των λαϊκών γειτονιών και να δυναμώσει τις σχέσεις με τους κατοίκους και τις οργανώσεις τους».

Γι΄ αυτό και η Καμπάνια ξετυλίγεται στις γειτονιές από μπριγάδες του MSR σε συνεργασία με τις Επιτροπές Υγείας της κάθε γειτονιάς και την αντίστοιχη λαϊκή τοπική συνέλευση.

Η Καμπάνια ξεκίνησε από τη συνοικία της Granja στα μέσα του Μάρτη.

Η Maria Jose, μέλος της λαϊκής τοπικής συνέλευσης η οποία συμμετείχε στο σχεδιασμό και την προετοιμασία εξηγεί: «η όλη επιχείρηση είχε μία φάση προετοιμασίας: από τη λαϊκή συνέλευση διαλέξαμε ένα τμήμα της συνοικίας, σχεδιάσαμε διαδρομές και η Επιτροπή Υγείας της συνέλευσης έκανε μία αναγνώριση της σύνθεσης του πληθυσμού, σημείωσε δηλαδή σε ποια σπίτια ζουν άνθρωποι που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου για να δοθεί σε αυτά προτεραιότητα. Έγινε μια δουλειά συστηματικής χαρτογράφησης και ενημέρωσης, έτσι όταν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των MRS ήρθαν, εμείς ήδη είχαμε πληροφορήσει τον κόσμο, είχαμε εντοπίσει τις προτεραιότητες και είχαμε κλείσει ραντεβού για τις μπριγάδες των MRS….  Οι επισκέψεις είναι εξατομικευμένες και τηρούνται όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας….  Αυτή η προκαταρκτική δουλειά βοήθησε στο να είναι αποτελεσματική η ενημέρωση από τις μπριγάδες…. Είναι ένα πολιτικό καθήκον των συνελεύσεων να αντιμετωπίσουν, σε επίπεδο πρόληψης, τον κορονοϊό οργανωμένα, να προωθήσουν την αυτοοργάνωση του λαού και στην υγεία, να χτίσουν δομές και εργαλεία λαϊκής εδαφικής εξουσίας».

«Ένας από τους πολιτικούς μας στόχους είναι να χτυπήσουμε την έλλειψη πληροφόρησης από την κυβέρνηση ή την παραπληροφόρηση που σκορπίζει φόβο και πανικό και μας κάνει άβουλους… Το αίτημα για μια υγεία με αξιοπρέπεια ήταν μέρος του αγώνα από την πρώτη στιγμή της κοινωνικής έκρηξης που δεν θα σταματήσει εξ αιτίας της πανδημίας. Η πραγματικότητα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι η απειλή του κορωνοϊού, ένα διαλυμένο, ανύπαρκτο για το λαό, σύστημα υγείας και ο στρατός στους δρόμους  για να επιβάλλει τη σιωπή και την τόσο βολική για την κυβέρνηση απαγόρευση κυκλοφορίας…  Όμως οι γειτονιές είναι δικές μας, είναι το έδαφος που θα χτίσουμε άλλες κοινωνικές σχέσεις, μη καπιταλιστικές…» λέει ένα μέλος των MSR.

Η Καμπάνια Ο Λαός Φροντίζει το Λαό αγκαλιάστηκε από τον πληθυσμό στις γειτονιές. Από τη μία γιατί οι θεσμικές δομές σε οποιαδήποτε μορφή τους (κρατική, περιφερειακή, δημοτική) είναι παντελώς απούσες στις λαϊκές γειτονιές σε επίπεδο καθημερινότητας και πολύ περισσότερο σε επίπεδο υγείας. Και από την άλλη γιατί η εμπειρία της εξέγερσης έχει δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς εμπιστοσύνης ανάμεσα στον κόσμο και τις οργανώσεις της «πρώτης γραμμής».

Η Καμπάνια συνεχίζει και σε άλλες συνοικίες, πλουτίζοντας την εμπειρία της και προσαρμοζόμενη στις καινούργιες συνθήκες που δημιουργούνται όσο προχωράει η επιδημία. Αλλά και στις καινούργιες δυνατότητες που δημιουργεί το κίνημα:

 

Επιτροπές Έκτακτης Ανάγκης και Προστασίας: μια πρωτοβουλία για την παραγωγή υλικών προστασίας

Ξεκίνησαν περίπου 100 άνθρωποι την περασμένη εβδομάδα στην Αντοφαγκάστα. Γιατροί, επαγγελματίες χημικοί, δάσκαλοι και καθηγητές, φοιτητές πήραν την πρωτοβουλία να βρουν τα μέσα και τους πόρους για την παραγωγή μασκών, οινοπνεύματος και αντισηπτικών.  Μέσα σε λίγες μέρες οι επιτροπές πολλαπλασιάστηκαν σε όλη τη χώρα, πλαισιώθηκαν από εκατοντάδες άλλους και από δεκάδες συνδικαλιστικές οργανώσεις βάσης οι οποίες, καταγγέλλοντας τη σιωπή των κεντρικών συνδικάτων,  αποφάσισαν να παρέχουν τους απαραίτητους πόρους και υλικά.

«Η αυτοοργάνωση είναι επιτακτική ανάγκη, ακριβώς τώρα! Απέναντι στη  διάλυση των ζωών μας από την κυβέρνηση και τους μεγαλοεπιχειρηματίες που μας απολύουν, κλέβουν τις συντάξεις μας και κερδοσκοπούν με τις ζωές μας, πρέπει εμείς, χωρίς να πάψουμε να διεκδικούμε, να βάλουμε μπροστά όλα τα μέσα για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία. Πρέπει να πάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου και γίνεται όλο και  πιο επιτακτικό!» λέει ένας εργαζόμενος από το συνδικάτο ανθρακωρύχων Minera Guanaco, που συμμετέχει στην πρωτοβουλία.

Οι μάσκες και τα αντισηπτικά θα κατευθύνονται τόσο στους εργαζόμενους σε περιφερειακά νοσοκομεία που δουλεύουν χωρίς προστασία όσο και στον πληθυσμό των barrios (των λαϊκών συνοικιών) μέσω των Επιτροπών Υγείας των λαϊκών συνελεύσεων.

«Είναι επιτακτικά αναγκαίο να το κάνουμε, πάνω απ’ όλα τώρα που από τις 8 Απρίλη έγινε υποχρεωτική η μάσκα στα μέσα μαζικής μετακίνησης.  Το πρόστιμο ξεκινάει από 5.000 πέσος. Για μια φορά ακόμα η εργατική φτωχή τάξη χτυπιέται από την κυβέρνηση. Εδώ δεν προμηθεύουν με μάσκες τα νοσοκομεία και βάζουν πρόστιμα στον κόσμο εάν δεν φοράει μάσκα…» λέει στη συνέντευξη τύπου μία φοιτήτρια που συμμετέχει στην Επιτροπή.

«Είναι μεγάλο παράδειγμα να θέσουμε την παραγωγή στις ανάγκες υγείας του λαού» λέει μία εργαζόμενη της ανακτημένης αυτοδιαχειριζόμενης επιχείρησης MadyGraft που μαζί με φοιτητές και καθηγητές της Τεχνικής Σχολής του Σαν Μαρτίν, μετέτρεψαν ένα μέρος του εργοστασίου σε εργαστήρι παραγωγής αντισηπτικών και μασκών.. «Ένα παράδειγμα για να μας κάνει να σκεφτούμε ότι όλη η γραμμή παραγωγής πρέπει να μπει κάτω από εργατικό έλεγχο και να παράγονται εκείνα που χρειάζονται οι από κάτω και όχι εκείνα που φέρνουν κέρδη στους επιχειρηματίες…»

 

Η Primera Linea ξανά στην πρώτη γραμμή

Τους είπαν βάνδαλους, τους είπαν λούμπεν, χουλιγκάνους, αντικοινωνικά στοιχεία που πυροδοτούν τη βία. Ο λόγος για την Primera Linea (Πρώτη Γραμμή). Όλους και όλες εκείνες που βλέπαμε (στα θεαματικά πλάνα που προτιμάνε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης) με αυτοσχέδιες ασπίδες να περιφρουρούν τις διαδηλώσεις της εξέγερσης στο Σαντιάγκο, να συγκρατούν τη βία της καταστολής, να προστατεύουν τους «πίσω από την πρώτη γραμμή»… Και εκείνους και εκείνες που δεν βλέπαμε: που οργανωμένα -αυτοοργανωμένα-  κατέγραφαν την καταστολή, μετέδιδαν μέσα από πειρατικούς ραδιοσταθμούς το τι συνέβαινε, περιέθαλπαν τους τραυματισμένους, ετοίμαζαν το συλλογικό φαγητό, έτρεχαν και έπιαναν τα δακρυγόνα και τα έσβηναν μέσα σε κουβάδες με νερό, οργάνωναν την προστασία των διαδηλωτών, εμψύχωναν τους διαδηλωτές βάζοντας μουσική…. Το να μιλήσουμε για την Primera Linea, ως πολυεπίπεδο φαινόμενο αυτοοργάνωσης σε συνθήκες μάχης (γιατί συνθήκες μάχης έζησε η εξέγερση στη Χιλή), είναι σχεδόν αδύνατον. Αυτή η εμπειρία αξίζει να μελετηθεί από όλα τα κινήματα και να μην εξαντληθεί σε λίγες, περιγραφικές, γραμμές…. Αξίζει να μάθουμε από αυτήν.

Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι και οι οργανώσεις τους που προέκυψαν από την εξέγερση, αυτές οι ίδιες οργανώσεις που μετράνε νεκρούς, τραυματισμένους και φυλακισμένους, μπαίνουν σήμερα ξανά στην πρώτη γραμμή στην μάχη αναχαίτισης του κορονοϊού στις λαϊκές συνοικίες και τις poblaciones [3]

Με ένα ανακοινωθέν που μπορείτε να δείτε εδώ (στα ισπανικά δυστυχώς): πολλές από τις οργανώσεις της Primera Linea μιλάνε για τα καινούργια καθήκοντα στους καιρούς του κορονοϊού:

«Επειδή η σημαία μας είναι ο αγώνας για την προστασία του λαού… επειδή έχουμε συναίσθηση της σκληρότητας που κορονοϊού, κάνουμε μία έκκληση για συλλογική φροντίδα απέναντι στην πανδημία… Μας χρειαζόμαστε υγιείς για να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε!… Σαν Πρώτη Γραμμή η αποστολή μας είναι να φροντίζουμε τους άλλους και δεν θα υπάρξει τώρα εξαίρεση. Δεν αφήνουμε τον αγώνα, ο διαδηλώσεις δεν θα σταματήσουν! Από τα σπίτια μας θα συνεχίσουν να ηχούν οι κατσαρόλες και όσο έχουμε φωνή θα συνεχίσουμε να κραυγάζουμε για μια χώρα και μια ζωή με Αξιοπρέπεια!»

Όμως ο αγώνας γι’ αυτούς, της Πρώτης Γραμμής, δεν είναι μόνο ανακοινωθέντα και λόγια. Αλλά πράξεις πραγματικές, δράσεις με πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων. Δεν θα πολυλογήσω σε αυτό, υπάρχουν δύο μικρά βίντεο που μιλάνε καλύτερα από τα λόγια μου. Θα μεταφέρω μόνο την ιδέα τους, τη δράση τους και λίγα από τα λόγια τους:

Η κυβέρνηση αποφάσισε να απολυμαίνει μόνο τη γραμμή 1 του μετρό. Αυτήν που πάει στα πλούσια προάστεια. Οι οργανώσεις της Primera Linea, χωρίς να σταματήσουν να διεκδικούν τα αυτονόητα, μπαίνουν και απολυμαίνουν, δυο βδομάδες τώρα, όλες τις γραμμές του μετρό που πάνε στα λαϊκά προάστια.

«Όσο ο λαός είναι εκτεθειμένος στον κορονοϊό και εξακολουθεί να βγαίνει -από ανάγκη- στους δρόμους, εμείς θα συνεισφέρουμε το λιθαράκι μας για να αποφύγουμε τη μετάδοση και την εξάπλωση της μετάδοσης… γιατί μόνο ο λαός βοηθάει το λαό….»

«Αυτή η κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες δεν πήραν κανένα μέτρο για την υγεία του λαού και τώρα κηρύσσουν επιλεκτικά καραντίνα σε μερικές πλούσιες συνοικίες. Να μην ξεχνάμε, είναι οι από κάτω που έχουν νεκρούς, δεν είναι οι από πάνω. Για τους από κάτω μόνο καταστολή για να αποφύγουν να συνεχίσουμε την Εξέγερση….»

«Θα ξαναγυρίσουμε στους δρόμους ενάντια σε όλα αυτά, αυτό ο κόσμος δεν θα το ξεχάσει, ποτέ δε θα ξεχάσουμε ότι προσέλαβαν τώρα και άλλους μπάτσους, ότι αγόρασαν και άλλες αύρες αντί να αγοράσουν αναπνευστήρες, κρεβάτια, αντί να εκπαιδεύσουν παραπάνω ιατρικό προσωπικό… Ποτέ δε θα ξεχάσουμε αυτό που κάνουν στο λαό…»

«…στην Πλατεία της Αξιοπρέπειας το πρώτο  καθήκον μας ήταν να αντισταθούμε και να προστατεύουμε τον κόσμο για να μπορεί να διαδηλώσει. Κι όπως και κει δε φοβόμασταν αν θα πεθάνουμε ούτε και τώρα φοβόμαστε μη μολυνθούμε ή πεθάνουμε, δεν θα φοβηθούμε έναν ιό, συνεχίζουμε να στηρίζουμε το λαό και να τον υπερασπιζόμαστε από όποιον εχθρό…»

«…οι εργαζόμενοι των λαϊκών συνοικιών πρέπει να πάνε να δουλέψουν, βγαίνουν από τα σπίτια τους γιατί πρέπει να βγουν, αν μείνουν μέσα για να μην πεθάνουν από τον κορονοϊό θα πεθάνουν από την πείνα… και εμείς εδώ βοηθάμε να αντέξουν, για να μπορέσουμε σε κανα-δυο μήνες, όταν τελειώσει όλο αυτό, να γυρίσουμε όλοι μαζί στους δρόμους…»

«Εδώ ο αγώνας συνεχίζεται και πάντα θα συνεχίζεται μάγκες… αγωνιστείτε αγωνιστείτε, αντισταθείτε… και καταλάβετε ότι το νόημα της Πρώτης Γραμμής δεν είναι μόνο να αντιστέκεται στην αστυνομία για να διαδηλώνει ο κόσμος, κι αυτό εδώ είναι αντίσταση… η απόδειξη ότι εμείς είμαστε η στήριξη και ο Στρατός του Λαού….»

«Ο αγώνας συνεχίζεται, ως το τέλος! Ώσπου να νικήσουμε ή ώσπου να πεθάνουμε!»

 

Σημειώσεις

[1] Η κεντρική πλατεία του Σαντιάγκο, η Plaza Italia, το σημείο μηδέν των διαδηλώσεων, που μετονομάστηκε από τους εξεγερμένους σε Plaza de Dignidad, Πλατεία της Αξιοπρέπειας.

[2] Asambleas Populares Territoriales: Λαϊκές Εδαφικές Συνελεύσεις. Τα κινήματα στην Λ.Α. επιμένουν πολύ στον όρο territorio και territorialidad (έδαφος, εδαφικότητα) γιατί θεωρούν σημαντικό τον έλεγχο του εδάφους που ζουν μέσα από την δημιουργία παράλληλων δομών εξουσίας. Είναι μια μεγάλη συζήτηση, δυστυχώς όμως στα ελληνικά το «εδαφικές συνελεύσεις» δεν σημαίνει πολλά, γι’ αυτό επέλεξα να το μεταφράσω «τοπικές συνελεύσεις».

[3] Αν κάποιες ενδιαφέρονται για παραπάνω πληροφορίες για τις poblaciones, τα barrios και τις παραγκουπόλεις της Λ.Α., μπορεί να ανατρέξει στο Περιοδικό ΑΛΑΝΑ, τεύχος 1, σ. 43-72. Μπορείτε να το βρείτε σε ψηφιακή μορφή εδώ.

Ε. Μ.

Καρτ ποσταλ του φόβου.

Η πόλη εκεί έξω μοιάζει με καρτ ποστάλ του προηγούμενου αιώνα, κενή φιγούρων, ένα λεπτομερές ξεμπρόστιασμα αρχιτεκτονικών λεπτομερειών και λαθών, στεγνή από τις φωνές των ανθρώπων της, καδραρισμένη μέσα από τα παράθυρα των διαμερισμάτων. Σαν η ζωή να έχει μεταφερθεί κάποια πατώματα πιο ψηλά, σε μπαλκόνια  που δε θα σήκωνες ποτέ το κεφάλι να κοιτάξεις και σε ταράτσες των τυχερών. Και τις ώρες του προαυλισμού, τα βλέμματα περιεργάζονται το ένα το άλλο. Αλλάζουμε πεζοδρόμια για να μην συναντηθούν ούτε οι σκιές μας. Στεκόμαστε σε κύκλους-των-αποστάσεων στα πάρκα και στις πλατείες. Στραβοκοιτάμε αυτόν που θα φτερνιστεί γιατί στον εκτροχιασμένο χρόνο μας η άνοιξη (και οι αλλεργίες της) έχει αναβληθεί επ’ αόριστον. Στους δρόμους συναντάς παντού σκύλους, και τους ανθρώπους να τους συνοδεύουν. Νομίζεις ότι σε δέκα ημέρες έχουν διπλασιαστεί και έχουν ξεχυθεί, σαν τις μαϊμούδες στο Λοπ Μπουρί, όπου, στην έρημη από τουρίστες πόλη, αναζητούν το φαγητό που τους λείπει. Γίναμε όλοι συγκάτοικοι σε ένα στρουμφοχωριό, οι μπλε παλάμες είναι το διαβατήριο γι’ αυτό. Αναζητάμε τον ήλιο τις ώρες του προαυλισμού μας, έχουμε σημειώσει κάθε αντηλιά, κάθε ξέφωτο που θα μας χτυπήσει για λίγο. Και πάλι, δυο-δυο, άντε τρεις. Χαράζουμε τις πιο μακρινές διαδρομές για το πιο κοντινό σούπερ μάρκετ, η ανάγκη για λίγο περπάτημα.

Η πόλη εκεί έξω διαβάζεται διαφορετικά στη γλώσσα της εξουσίας. Θα αναζητήσει και θα δημιουργήσει τις «εξαιρέσεις» για να επιβάλλει μια συνθήκη εξαίρεσης. Τα δελτιά ειδήσεων θα μας προλογίσουν τις έρημες πόλεις αλλά θα σταθούν στις «γεμάτες» παραλίες και στα  «γεμάτα» πάρκα. Οι κάμερες θα ζουμάρουν και τα μικρόφωνα θα στηθούν γύρω απ΄ την «εξαίρεση», η οποία όμως εκείνη τη στιγμή δεν νοηματοδοτείται σαν τέτοια, αλλά σαν το «γεμάτο» που πρέπει να αναπαραχθεί. Δεν έχει σημασία εάν γύρω από την κάμερα το φόντο είναι άδειο. Δεν έχει σημασία εάν το μικρόφωνο θα καταγράψει τις ιστορίες ανθρώπων φοβισμένων και μουδιασμένων, που κουβαλούν τη μοναξιά και τις κρίσεις πανικού τους, την ενδοοικογενειακή βία, το «σπιρτόκουτο» της μεσοτοιχίας, που βγήκαν να πάρουν για λίγη ώρα, λίγο αέρα. Οι δημοσιογράφοι και οι τίτλοι των ρεπορτάζ τους ζητούσαν ήδη εδώ και ημέρες την απαγόρευση της κυκλοφορίας.

Η εξουσία δεν θέλει να έχει ανθρώπους προσεκτικούς που να φροντίζουν για το διπλανό και τη διπλανή τους. Θέλει να έχει ανθρώπους φοβισμένους, με ένα διαρκή ερώτημα για τον εαυτό τους και το τί (μπορεί να) κάνουν λάθος. Η επιστήμη παντρεύεται με την πολιτική κάθε μέρα στις έξι το απόγευμα. Από το ’96 και το Ωνάσειο είχε το πανελλήνιο να παρακολουθήσει ζωντανά με τόση αναμονή τα ιατρικά ανακοινωθέντα. Η μειλίχια φωνή της επιστήμης, απαλλαγμένη από διακυμάνσεις και φλυαρίες, δεν είναι μόνο ανάγκη μιας κοινωνίας σε αγωνία αλλά και η ανάγκη ενός κράτους σε κρίση. Κάθε απόγευμα, στις έξι, αναμετριόμαστε με το θράσος της εξουσίας. Η οποία επιτηδευμένα αγνοεί τη θέση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που λέει ότι «ο κίνδυνος αυτή τη στιγμή με τα lockdown είναι ότι αν δεν θέσουμε σε προτεραιότητα ισχυρά μέτρα για την τόνωση της δημόσιας υγείας, όταν αρθούν τα μέτρα περιορισμού, θα επανέλθει ο κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας». Προσπαθεί να μας πείσει για τη δυνατότητα σοβαρής επιδημιολογικής έρευνας όταν δεν μπορεί στα σοβαρά να συγκεντρώσει τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα (δίχως αντιδραστήρια, δίχως προσωπικό, με ελάχιστα εργαστήρια να δουλεύουν για τα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων). Στο καθημερινό δελτίο του τρόμου (των διασωληνωμένων και των νεκρών) παρεπιπτόντως θα μας πουν στα γρήγορα για την όποια ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με προσωπικό, υλικά αυτοπροστασίας και εξοπλισμό περίθαλψης. Στον καθημερινό γαμήλιο τραπέζι της ιατρικής με το κράτος οποιαδήποτε διαφορετική επιστημονική γνώμη έχει εκφραστεί πρέπει να απομονωθεί, να χαρακτηριστεί.

Οι απαγορεύσεις, με μια εκνευριστική αγένεια, παραμερίζουν τις ανάγκες για ενίσχυση της υγειονομικής πρόληψης και περίθαλψης. Οι εκκλήσεις για «ατομική ευθύνη» είναι η απαλλαγή του κράτους από οποιαδήποτε ευθύνη. Το αίτημα για ενίσχυση της υγειονομικής περίθαλψης είναι συνάμα και μία θέση απέναντι στο στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα που απλώνεται γύρω μας. Θα λογαριαστούμε μετά. Μέχρι τότε να φροντίζουμε για τον διπλανό και την διπλανή μας, για τους εαυτούς μας.

Παρέμβαση στις γειτονιές μας για τις παράξενες ημέρες που ζούμε (από Γραμμή 15)

Ζούμε ημέρες παράξενες. Τις οποίες προσπαθούμε και εμείς οι ίδιες και οι ίδιοι να κατανοήσουμε και να σταθούμε μέσα σε αυτές. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η όποια στάση μας δεν μπορεί να ξεκινάει από ατομικά κίνητρα αλλά από την ευθύνη της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης για τους ανθρώπους της κοινότητάς μας. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είναι οι ηλικιωμένοι γείτονες και οι ηλικιωμένες γειτόνισσες. Μπορεί να είναι οι γονείς μας. Μπορεί να είναι οι πιτσιρικάδες φίλοι μας, διαβητικοί ή με άσθμα. Μπορεί να είμαστε εμείς οι ίδιοι με τις κρίσεις πανικού μας. Είναι οι άστεγοι τριγύρω μας που δεν έχουν σπίτι. Είναι οι γυναίκες που έχουν σπίτι, αλλά η ενδοοικογενειακή βία μόνο ασφαλές δεν κάνει γι’ αυτές το «μένουμε σπίτι». Είναι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στα σούπερ μάρκετ που καλούνται να δουλέψουν αυτές τις μέρες σαν ρομποτάκια. Είναι οι ντελιβεράδες που τρέχουν αριστερά και δεξιά να παραδώσουν χωρίς σταματημό τα πακέτα. Είναι οι μετανάστες και οι μετανάστριες που παραμένουν στοιβαγμένοι κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής στα κέντρα κράτησης χωρίς καμία ιατρική πρόληψη ή καμία πρόσβαση σε περίθαλψη. Είναι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στο χώρο της υγείας και οι διεκδικήσεις τους όλα αυτά τα χρόνια, που δεν μπορούν να προσπεραστούν σήμερα με τις (δεξιές) προσκλήσεις για χειροκροτήματα από τα μπαλκόνια. Είναι τέλος και η επιλογή μας να ζήσουμε και αυτό το αλλόκοτο σήμερα με όρους συλλογικούς και όχι κατακερματισμένοι στα οικογενειακά περιβάλλοντα ή στους εαυτούς και στις εαυτές μας.

Για να μοιραστούμε αυτές τις πρώτες σκέψεις κρεμάσαμε κάμποσα πανό στις γειτονιές μας. Έξω από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, στην πλατεία Μερκούρη και στου Φιλοπάππου που αράζει και κυκλοφορεί λίγο ακόμα κόσμος, στον ηλεκτρικό σταθμό. Εδώ θα είμαστε. Θα ξανασυναντηθούμε. Μέχρι τότε φροντίδα και αλληλεγγύη για τους διπλανούς μας.

Αναδημοσίευση από https://grammi15.wixsite.com/grammi15/covid19-paremvasi-pano

Χωρίς κεραμίδι.

Εάν υπάρχει κάτι τον τελευταίο μήνα στην υπόθεση της εκκένωσης, επανακατάληψης και υπεράσπισης των καταλήψεων στο Κουκάκι, που ίσως να μην του έχει δοθεί η πρέπουσα προσοχή, είναι το κοινωνικό περιβάλλον της γειτονιάς μέσα στο οποίο συμβαίνουν όλα αυτά. Το Κουκάκι προφέρεται καθημερινά σε δεκάδες γλώσσες και με δεκάδες διαφορετικούς τονισμούς ανά τον κόσμο. Φιγουράρει στα business plan επίδοξων επενδυτών της εγχώριας και της διεθνούς αγοράς. Γείτονες και γειτόνισσες που μόνο κατ’ όνομα ξέραμε ότι έχουν το τάδε ή το δείνα διαμέρισμα δίπλα μας, εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά από πολλά πολλά χρόνια στην παλιά τους γειτονιά, εκεί όπου μεγάλωσαν, για να επιβλέψουν τις εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματός τους. Σπεύδουν φυσικά να δηλώσουν πόσο αγανακτισμένοι ήταν ως ιδιοκτήτες εξαιτίας των «κακών ενοικιαστών» και πόσο καλύτερα θα πάνε τα πράγματα τώρα με τους «καλούς τουρίστες». Οι είσοδοι των πολυκατοικιών στολίστηκαν με καινούργια γκατζετάκια, πλάι στα θυροτηλέφωνα και τα γραμματοκιβώτιά τους. Και δεν χρειάστηκε καμία άδεια από τον διαχειριστή. Ο Καραβάς έχει γίνει ένας αναγκαστικός φίλος μας που τον συναντάμε σε κάθε στενό της γειτονιάς, να μας σκονίζει και να θορυβεί. Ο κρεοπώλης και ο υδραυλικός μόστραραν ένα αυτόματο μηχάνημα ανάληψης χρημάτων στην πρόσοψή των καταστημάτων τους, συμπληρώνοντας με ένα διόλου ευκαταφρόνητο μηνιάτικο το εισόδημά τους. Ο Διαμαντής απ’ την Άρτα έγινε Athens Bakery. Στα μανάβικα τα φρούτα ταξινομούνται σε πολύχρωμα πανέρια. Και στους δρόμους όλοι ψιθυρίζουν για το ποιος Κινέζος αγόρασε ποιο κτίριο. Αλλά και Κινέζος να μην είναι, θα τον κάνουν.

Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα. Ακόμα και εάν πέρασε απαρατήρητο το πωλητήριο της real estate εταιρείας δίπλα στα μπετοναρισμένα παράθυρα της κατειλημμένης μονοκατοικίας στην Άρβαλη 3. Ακόμα και εάν δεν κοίταξες ακριβώς απέναντι από την εκκενωμένη Ματρόζου 45, εκεί όπου το γραφείο τουρισμού μας προτέπει «be a traveler, not a tourist». Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα και το καταλαβαίνουμε στις τσέπες μας που δεν μπορούν να σηκώσουν άλλο την αύξηση του ενοικίου σε χρέπια διαμερίσματα. Το καταλαβαίνουμε όταν στο τηλέφωνο βλέπουμε τον αριθμό του ιδιοκτήτη ο οποίος θέλει να κάνουμε «μια συζήτηση», γιατί η γειτονιά αλλάζει. Το Κουκάκι ζει ένα στεγαστικό πρόβλημα όταν το ζευγάρι των ηλικιωμένων του παραπάνω ορόφου, αυτούς που σε στραβοκοιτάζανε γιατί τί-δουλειά-έχει-το-σκουλαρίκι-στη-μύτη, έρχονται και σου μουρμουρίζουν βουρκωμένοι ότι τους διώχνουν από το σπίτι και που-θα-πάμε-εμείς-που-37-χρόνια-εδώ-είναι-η-ζωή-μας (μάλλον έχουν αρχίσει να συμπαθούν και το σκουλαρίκι). Η φουρνάρισα του πεζόδρομου γίνεται η ψυχολόγος της γειτονιάς, η μοναδική υλιστική κουβέντα παρηγοριάς μετά την εικόνα της παναγίας. Και η άτυπη, οριακά χρεωκοπημένη, μεσάζουσα της εποχής μας για να βρεις ένα δυαράκι.

Η γειτονιά γίνεται ασφυκτική. Κοιτάς τις εισόδους των πολυκατοικιών που κάποτε έμπαινες συχνά, τα κατώφλια κακοπαθημένων μονοκατοικιών, εδώ έμενε ο τάδες φίλος και εκεί η δείνα φίλη. Περπατάς και σκέφτεσαι ότι κάποια στιγμή θα σταματήσω να γράφω γι΄αυτούς εδώ τους δρόμους, γι΄αυτούς εδώ τους ανθρώπους. Θα είναι η σειρά κάποιου άλλου που τα κατάφερε να μείνει λίγο παραπάνω εδώ τριγύρω, να γράψει για μένα, για την ιστορία μου, που συναντήθηκε με τις ιστορίες πολλών ακόμα ανθρώπων, ιστορίες εξώσεων, δακρύων, καταθλίψεων και αναμνήσεων.

Την επόμενη Κυριακή, η παρουσιάση της έρευνας του αντιεξουσιαστικού περιοδικού των γειτονιών μας Γραμμή 15, είναι μία ευκαιρία να μοιραστούμε τις ανάγκες μας και να οργανωθούμε για τη διεκδίκηση της κάλυψής τους. Για να ξεμείνουμε, (λιγότερο) εμείς που γράφουμε και (περισσότερο) αυτοί που τις ζούνε, από τέτοιες πικρές ιστορίες.