Εκμυστηρεύσεις της ωραίας κοιμωμένης.

Αυτή η ιστορία μιλάει για μία ωραία κοιμωμένη με την οποία μεγάλωσε βλέποντάς την από το παραθύρι του δωματίου του. Ήταν κατά κάποιον τρόπο και ένα θέμα τύχης, ένας όροφος παρακάτω  στου Παπαζαρκάδα την οικοδομή και δε θα είχαν γνωριστεί πότε. Για πόσα χρόνια ήταν οι πρώτες καλημέρες και οι τελευταίες καληνύχτες, τα πρώτα μακρινά χιόνια πριν το στρώσει και στον κάμπο, τα πρωτοσέλιδα της τοπικής εφημερίδας που έγραφε για όσους ξεχειμωνιάζανε απόμεροι στα σωθικά της, η αντάρα από μακρυά που μαρτυρούσε τη μυρουδιά της βροχής που ερχόταν, τότε που ακόμα ξεχωρίζαμε τις εποχές. Ήταν τα πρώτα λαχανιάσματα (ας είμαστε πεζοί και ειλικρινής, μαζί με εκείνα του γηπέδου…), τα πρώτα γδαρσίματα στα γόνατα, τα πρώτα περίεργα ονόματα πλασμάτων της φύσης, οι πρώτοι πραγματικοί κίνδυνοι. Ακόμα και στην υποτυπώδη οικογενειακή βιβλιοθήκη είχε βρει να διαβάσει για τον ιστορικό αυχένα εκεί παραδίπλα. Και στα πανηγύρια που τον τραβούσαν από μικρό, στα προαύλια εκκλησιών και στις πλατείες έρημων σήμερα χωριών, μπουρδουκλώνονταν με την κουλτούρα και τις παραδόσεις των ορεσίβιων κοινοτήτων. Ένας δικός τους χορός, μια ακατανόητη δική τους λέξη, ένα δικό τους γυρτό περπάτημα, ένα δικό τους γιατρικό.

Η ωραία κοιμωμένη στέκει για χρόνια εκεί. Ακριβώς όπως την έχουν σμιλεύσει οι τέσσερις κορυφές της, οι Πέντε Πύργοι, το Φλυτζάνι, το Μπορλερό και η Πλάκα: ωραία και κοιμωμένη. Αυτό, μέχρι πριν από κάποιες εβδομάδες. Μέχρι τότε που ο κόσμος της εξουσίας, με το θράσος και την απληστία που τον διακρίνει τελεσιδίκησε ότι ούτε «ωραία» είναι χωρίς να αποδίδει με όρους κέρδους, ούτε «κοιμωμένη» μπορεί να είναι πια καθώς οι μηχανές της ανάπτυξης ήδη άρχισαν να σκαλίζουν πάνω στο σώμα της.

Τις προάλλες που τα λέγανε πάλι, η ωραία κοιμωμένη του εκμυστηρεύτηκε το δικό της σχέδιο για να διώξει από εκεί πάνω αυτά τα επενδυτικά τσιμπούρια, κάποιους πρόθυμους φιλοχρήματους ντόπιους -πρώην φίλους της πια-, και κάποια ένστολα γαϊδούρια (μα τι δουλειά έχουνε τα γαϊδούρια σε τέτοιο υψόμετρο;). Προχθές έριξε το πρώτο χιονάκι. Και υποσχέθηκε να αγκαλιάσει στην ομίχλη της και να κρύψει στα διάσελά της τους ανθρώπους που έχουν δώσει την υπόσχεση να υπερασπιστούν τα Άγραφα.

Advertisements

Απάτητα.

Αυτές οι βουνοκορφές είναι για εμάς και για εκείνα, όχι για τους εργολάβους και τους επενδυτές. Άγραφα, κορυφή Καράβα, στα 2.184 μ….

Η κοινή υπόθεση της υπεράσπισης των Αγράφων.

Ο λεπτοδείκτης έγραφε ήδη τις πρώτες του ώρες στην ημέρα της Δευτέρας 5 Αγυούστου, αλλά η νύχτα δεν είχε παραμερίσει ακόμα. Λεπτό με λεπτό, από σκηνή σε σκηνή, αχνά φώτα τρεμοσβήνανε, γυρνώντας τον αγραφιώτικο ουρανό και τα άστρα του ανάποδα. Φακοί κεφαλής σκαλίζανε το σκοτάδι, διασταυρώνονταν με αγουροξυπνημένες καλημέρες που δεν αναγνώριζαν πρόσωπα αλλά τη συντροφικότητα 18 ημερών εκεί. Τα χέρια μοίραζαν τις δουλειές: ένας καφές στο μπρίκι, η αναζήτηση των πανό, η τακτοποίηση των αφισών. Η μίζα κολλούσε από τη υγρασία και οι επιβάτες από τη μυρουδιά του βουνού. Το κομβόι ξεκίνησε από το οροπέδιο του Καραμανώλη για τον κάμπο, για το δημαρχείο της Καρδίτσας. Ξεκίνησε από την καρδιά ενός βουνού που το φιλοξενεί, που το τρέφει καθημερινά, που του προσφέρεται γενναία για γνωριμία και εξερεύνηση. Και κίνησε να συναντήσει εκείνο το κακό συναπάντημα δημαρχαίων και επενδυτών που σχεδιάζουν στα χαρτιά τους τη ράχη του με ανεμογεννήτριες και αίολες υποσχέσεις πράσινης ανάπτυξης.

Οι ράχες αυτών των βουνών όμως ήταν ανέκαθεν γυμνές. Απάτητες, επιβλητικές, γεμάτες ήχους, προστατεύοντας και πνίγοντας ταυτόχρονα τις κοινότητες που αναπτύχθηκαν εκεί πάνω μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών. Τα αγραφιώτικα βουνά, τα αγραφιώτικα χωριά, οι άνθρωποί τους, έχουν μια κοινωνική ιστορία δεκαετιών, μέσα από την οποία προέκυψε (ανάμεσα σε διάφορα άλλα) και το όνομά τους, η κουλτούρα των ανθρώπων τους και η απόφασή τους να σταθούνε απέναντι στην καταστροφή τους. Δεν είναι απλά κάποια βουνά, είναι ένα ολόκληρο κοινωνικό περιβάλλον.

Τα βουνά προηγούνται έγραψε κάποτε ο Braudel. Και πάνω στο σώμα τους θα κλείσουν οι λογαριασμοί που κάποιοι επενδυτές ανοίγουν. Τα βουνά ξέρουν να προστατεύουν τους ανθρώπους τους και να μουγκρίζουν μπροστά στους εχθρούς τους. Κάποιοι τα γνωρίζουμε βράχο με βράχο, όπως μας τα έμαθαν οι γιαγιάδες και οι μπαμπάδες μας. Εδώ ματώσαμε πρώτη φορά τα γόνατα, εδώ κυλιστήκαμε στον πάτο ενός τρομακτικού γκρεμού, εδώ μας τσίμπησε το πρώτο περίεργο έντομο που συναντήσαμε στη ζωή μας. Τα μονοπάτια, η γη και το δάσος παρέχουν εκείνες τις πρώτες ύλες που δεν έχουν φανταστεί τα πιο αποφασιστικά επενδυτικά μυαλά, τα πιο ευφάνταστα αστυνομικά εγχειρίδια. Εδώ θα είναι η τελική αναμέτρηση, σε χρόνο που κοντοζυγώνει, ίσως και από τις αρχές του φθινοπώρου. Και εάν το χρήμα έχει αρχίσει να πείθει κάποιους εδώ πάνω, κάθε μέρα, σε κάθε πλαγιά, σε κάθε καφενείο και σε κάθε πλατεία συναντάς ανθρώπους που γίνονται μέρος αυτής της κοινής υπόθεσης. Της υπεράσπισης των Αγράφων.

Από τα 1500 μέτρα και τους 13 βαθμούς, με τους ήχους δύο γερακιών γύρω από το κεφάλι και το μισοφέγγαρο πάνω από την κορυφή της Τέμπλας, το αυτοοργανωμένο camp παραμένει εδώ και περιμένει συνοδοιπόρους σε αυτή τη μάχη. Για κοπιάστε.

λοκαλ φλερτ με την αντιεξουσία (το νούμερο δύο)…

Για το πρόβλημα στέγασης στις γειτονιές μας και την ανάγκη συλλογικών αγώνων για τη διεκδίκησή της.

Χέρι με χέρι και (προς στιγμή) σε κάποια πρώτα σημεία διανομής: Στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι (Θησείο, Ηρακλειδών 22), στο περίπτερο της πλατείας Μερκούρη (Άνω Πετράλωνα) και στο βιβλιοπωλείο/καφέ Little tree (Καβαλλότι 2, Μακρυγιάννη). https://grammi15.wixsite.com/grammi15

Ο Γκόρτσος στα Πετράλωνα.

Απόγευμα Τρίτης και σε κάθε μετρημένο του βήμα προς το σπίτι έσταζε και μία στάλα κούρασης από το οκτάωρο της δουλειάς. Η Τρώων ήσυχη συνήθως αυτήν την ώρα, κάπου στο μετέχμιο μεταξύ γειτονιάς και μίας θορυβώδους βραδινής πιάτσας διασκέδασης. Η μπουκαμβίλια περήφανη εκεί στη γωνία με την Κυδαντιδών, η καρέκλα του «ρεμπέτη» άδεια και προχειροκλειδωμένη. Πρωινά συνήθως τον πετύχαινες, έτοιμος να σου μοιραστεί την ίδια ιστορία σε μία άλλη εκδοχή της. Αλλά πάντα σίγουρος για τον εαυτό του: ο τελευταίος ρεμπέτης που έχει μείνει στην Αθήνα. Γύρισε ενστικτωδώς το κεφάλι να χαιρετήσει την Άσπα, πάντα τέτοια ώρα ανάμεσα σε ευμεγέθεις κατσαρόλες. Και εκεί απ΄έξω σκόνταψε το βλέμμα στον δήμαρχο και στην ομήγυρή του. Δεν ήταν από τους τύπους που περπατούσαν με χαμηλό το βλέμμα, οπότε από την προηγούμενη γωνία είχε παρατηρήσει δύο καθωσπρέπει γυμναστηριακούς με σφίξιμο μπανάνας στη μέση να μετράνε τις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Τους προσπέρασε με τη σκέψη ότι πάλι κάποιος αγαπημένος πολιτικός θα γευματίζει στον Οικονόμου ή στον γάλλο. Αλλά η απρόσμενη εικόνα που έλαχε μπροστά του, τον ανάγκασε να σβήσει το φλας και να αναβάλει την προσπέραση. Σε δύο δεκάλεπτα της ώρας διάφορος κόσμος είχε μάθει και είχε κατευθυνθεί προς τον δήμαρχο και την ομήγυρη. Πάντα τα νέα σε μία γειτονιά ταξιδεύανε με αδιανόητες ταχύτητες. Το ρολόι έδειχνε οκτώ και τέταρτο το απόγευμα.

Δεν ήταν απλά ένας δήμαρχος, δεν ήταν απλά μία ομήγυρη. Και αυτό το καταλάβαινες στις κάτι παραπάνω από τέσσερις ώρες που σταθήκανε εκεί. Ήταν ένα σόι δεκαετιών, ένα σόι που τη λέξη ένσημο και μεροκάματο την έχει γράψει συλλαβιστά μόνο στα πολιτικά του προγράμματα, ένας κρίκος από ένα σόι που συνοδεύει σε μακάβρια ευφυολογήματα τις λαϊκές μαζώξεις στα καφενεία και στις πλατείες, ένα σόι που το γενεολογικό του δέντρο φτάνει μέχρι και τα κιτάπια της δημαρχίας της Αθήνας.

Οι τοπικοί και όχι μόνο σύμβουλοι γέμιζαν τις θέσεις του τραπεζιού. Διάφοροι καλοθελητές ψηφοφόροι ή κάποιοι που εδώ και χρόνια βγάζουν οικογενειακό ψωμάκι από τον δήμο περνούσαν και χαριεντίζονταν ή στέκονταν και το έκαναν 50 μέτρα πιο δίπλα για να κρατήσουν τις «αποστάσεις» από τα «γεγονότα».

Το Γεγονός βρισκόταν σε εξέλιξη στη γειτονιά. Οι «καταληψίες της πλατείας Μερκούρη», όπως θα χαρακτηρίζονταν από κάποια ώρα και μετά στα μήντια, άνοιξαν τις πρώτες μπύρες που προμηθεύτηκαν από το διπλανό ψιλικατζίδικο, στρώνοντας το έδαφος για το πώς θα μένανε, μετά από εκείνο το βράδυ, στο πάνθεον της δημοσιογραφίας. Γειτόνισσες στήσανε ένα αυτοσχέδιο μπασκετάκι στο δρόμο, μπροστά στην ομήγυρη. Κόσμος περνούσε, έστεκε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, έφευγε, επέστρεφε, ξαναέφευγε. Οι συντονισμένες φωνασκίες όλου αυτού του ετερόκλητου πλήθους υπενθύμιζαν στον-άνθρωπο-που-δεν-δούλεψε-ποτέ ότι εάν θέλουν να πάνε κυριακή για δουλειά αυτοί να είναι οι υπουργοί, οι δήμαρχοι και τα αφεντικά. Δηλαδή όλο του το σόι. Πως -μιας και ήταν επισκέπτης σε αυτή την πολύ όμορφη γειτονιά όπως δήλωνε την επομένη σε ένα αποστειρωμένο φιλικό ραδιοφωνικό στούντιο- η Τρώων, οι λόφοι του Φιλοπάππου δεν είναι εμπόρευμα. Και ότι τα «τζάκια» και τα οικογενειακά τους κληρονομικά δίκαια δεν είναι αναγκαία στις ζωές μας. Ναι κύριέ μου. Και πώς να τα τραυλίσεις αυτά στον δημοσιογράφο που του στέλνεις την πληροφορία (και μία φωτογραφία, έτσι για το καλό) του γεγονότος, πόσο μάλλον όταν αυτός είναι του Πρώτου Θέματος; Πώς να τα αφομοιώσεις σε αυτό το έρμο το δημοκρατικό πολιτικό προφίλ σου; Δε χρειάζεται αγαπητοί μου επικοινωνιακός σύμβουλος σε αυτή τη περίπτωση, πετάς το όνομα ενός Κουφοντίνα και η δουλειά έχει γίνει. Ο δήμαρχος, δακρύβρεχτος όσο χρειάζεται, ψύχραιμος και θρασύς, αυτά που ένα βράδυ ψελίζει σε ένα εστιατόριο της Τρώων ανάμεσα σε οπλισμένους ασφαλίτες, μπορεί να τα μετουσιώσει σε υποκοριστικές λεξούλες την επομένη, σε μία συνέντευξη βουτηγμένη στην ιδεολογία του φόβου.

Οι ώρες περνούσαν, οι ερωτήσεις έβρισκαν τις απαντήσεις στους στραβολαιμιασμένους συμβούλους της ομήγυρης που κάθονταν με πλάτη στον δρόμο, οι χακί ματάδες κάνανε δύο ώρες και τριανταεπτά λεπτά για να εμφανιστούν στη γειτονιά, ήταν οι μόνοι που λείπανε από αυτό το αστυνομικό φυτολόγιο που συντάχθηκε από νωρίς-νωρίς στα Άνω Πετράλωνα. Οι κοινωνικές πολώσεις εκδηλώθηκαν με ένα πλούσιο γλωσσικό ανθολόγιο, ένθεν και ένθεν. Μετά από μία απρόσμενη τροπική μπόρα η σοδειά των συλλογικών αγώνων, των συνελεύσεων γειτονιών, των αυτοοργανομένων εγχειρημάτων εκτέθηκε αυτό το βράδυ έτσι όπως έχει μάθει εδώ και δεκαέξι χρόνια σε αυτά τα μέρη, ενπρόσωπη, με σαφήνεια, αυτόνομη και χωρίς καθόλου την ανάγκη της φωταγώγησης από πυροτεχνήματα.

Περασμένα μεσάνυχτα με τον λεπτοδείκτη να έφτανε τις ενενήντα περίπου στροφές γύρω από τον εαυτό του, έβαλε σε κίνηση ένα ανυπόμονο σχέδιο που θα κατέληγε σε έναν απαραίτητο ύπνο, για να αντέξει έναν νέο κύκλο εργασίας την επομένη το πρωί. Στο διάβα του συνάντησε έναν τυπάκο να ψάχνει την πλατεία Μερκούρη για να κάνει ρεπορτάζ. Στην Τρίτωνος η πινακίδα του στοπ ήταν στραπατσαρισμένη από το αστυνομικό τζιπ της οπκε που πριν λίγη ώρα είχε παρκάρει στο στενό αγχωμένο. Τα τελευταία τραπέζια της Κυδαντιδών μαζεύοταν από κουρασμένα γκαρσόνια που είχαν γεμίσει τις μνήμες των κινητών τους με μπόλικα γιγαμπάιτς τραβηγμένων βίντεο. Σε κάποια πιεστήρια τα εκδοτικά φύλλα ενός μουσάτου επιχειρηματία δε θα νοιάζονταν και τόσο πολύ αλλά όλο και κάπου θα έχωναν την είδηση με έναν πηχαίο τίτλο, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη δουλειά του ιστορικού του μέλλοντος να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι. Τα σόσιαλ μήντια ήδη είχαν στήσει τις ετυμηγορίες τους. Τελικά ποιός έχασε; Ποιός έφυγε πρώτος; Τί να σου πω ρε φίλε, εγώ εδώ έμενα, εδώ μένω και εδώ θα είμαι και αύριο. Εδώ θα με ρωτάνε και εδώ θα τους ρωτώ. Ήξερε ότι κατά βάθος δεν ήταν το επίδικο αυτό. Οι λογαριασμοί που ανοίγουν και κάνουν τους καλούς αγώνες θα έχουν έναν ορίζοντα τετραετίας μπροστά. Και είναι σε αυτά τα χρόνια που οι αυτόνομοι αγώνες στις γειτονιές, για την πόλη μας, θα τεθούν απέναντι σε ένα καινούργιο πολιτικό περιβάλλον επενδεδυμένου με «δημοκρατικό πλουραλισμό» και αφομοίωση. Ας αφήσουμε τους γενναίους βρεγμένους με τις βροχές τους. Και εμείς να μάθουμε να ζούμε τις τροπικές καταιγίδες.

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5.

Κουκάκι, #05

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος στις γειτονιές μας από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5. Και από το ροζ φωτεινό χρώμα σε αυτό της απλής φωτοτυπίας, του άσπρου και του μαύρου. Το πρώτο αφισάκι εμφανίστηκε χρωματιστό, με αισθητική και αυτοπεποίθηση πριν το περασμένο καλοκαίρι. Μήνα με το μήνα, καθώς γειωνόταν στην πραγματικότητα της γειτονιάς έμεινε μισό σε μέγεθος, το βρήκε ο χειμώνας και ξεθώριασε από τις βροχές, προσπάθησε να διατηρήσει επίκαιρο το μήνυμά του πατώντας τον ίδιο του εαυτό όπου είχε παλιώσει, για να καταλήξει σε κάποιες φτωχές φωτοτυπίες και σε χωροταξικές υπαναχωρήσεις.

Η μετατόπιση του στεγαστικού ζητήματος στις γειτονιές μας από την κλίμακα του Α4 σε αυτή του Α5. Και από το ροζ φωτεινό χρώμα σε αυτό της απλής φωτοτυπίας, του άσπρου και του μαύρου. Το πρώτο αφισάκι εμφανίστηκε χρωματιστό, με αισθητική και αυτοπεποίθηση πριν το περασμένο καλοκαίρι. Μήνα με το μήνα, καθώς γειωνόταν στην πραγματικότητα της γειτονιάς έμεινε μισό σε μέγεθος, το βρήκε ο χειμώνας και ξεθώριασε από τις βροχές, προσπάθησε να διατηρήσει επίκαιρο το μήνυμά του πατώντας τον ίδιο του εαυτό όπου είχε παλιώσει, για να καταλήξει σε κάποιες φτωχές φωτοτυπίες και σε χωροταξικές υπαναχωρήσεις.

Μία παραποτάμια ιστορία.

Κουκάκι, #04

Απόψε θα σου πω μία ιστορία σχεδόν παραποτάμια, πνιγμένη στην υγρασία του ρέματος της Καλλιρρόης, εκεί λίγο πριν τα νερά του αλλάξουν όνομα. Την ιστορία τεσσάρων οικογενειών. Τεσσάρων διαμερισμάτων. Τεσσάρων πακεταρισμάτων. Τεσσάρων αναγκαστικών μετακομίσεων μέσα σε κάποιες λίγες ημέρες. Την ιστορία ενός επενδυτή και του πάντα πρόθυμου που θα πιάσει τον παλμό της εποχής. Το κτηματομεσιτικό ειδύλλιο. Το ισόγειο έγινε το στρατηγείο της επένδυσης. Αρχιτέκτονες, μηχανικοί, κάποιοι κάπως πιο καλοντυμένοι. Οι εργάτες ανακυκλώνουν τις σκόνες τους πάνω-κάτω στα 67 σκαλιά του γιαπιού. Τα στόματα κλειστά. Και τα βλέμματα καχύποπτα. Πώς, οι επενδύσεις δεν λαλούνται πια; Να είναι οι χαμηλοί τόνοι που απαιτεί η αγορά; Την ίδια μέρα πάντως στο μανάβη η συζήτηση είχε προσπεράσει αυτή την πρώτη επένδυση και μιλούσε για την δεύτερη των ιδίων προσώπων, εκεί που κάποτε ήταν το πολυόροφο γκαράζ του πεζόδρομου της Γ. Ολυμπίου…

Πρωινοί ήχοι.

Κουκάκι, #03
Ήταν κάποτε εκείνα τα πρωινά που δεν είχες προλάβει να πιεις καφέ και ο ήχος του σουρσίματος των ροδών σου θύμιζε ότι ήταν Παρασκευή και είχες να πας λαϊκή…

Εργοτάξιο.

Κουκάκι, #02
Η γειτονιά-εργοτάξιο. Μετρώντας μπαζοκάδους.

Μεσοτοιχίες.

Κουκάκι, #01
Ζώντας μεσοτοιχία με το gentrification.